Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Δίκαιος Πατριάρχης Ιούδας. Ημέρα Μνήμης: Κυριακή των Προπατόρων.

Δίκαιος Πατριάρχης Ιούδας. Ημέρα Μνήμης: Κυριακή των Προπατόρων.


Μνήμη τοῦ Πατριάρχου Ἰούδα, υἱοῦ Ἰακώβ, οὗ ἐκ τῆς φυλῆς ὁ Χριστός.
Ἰούδαν αἰνέσουσιν οἱ σεσωσμένοι·
Ἐξ Ἰούδα γὰρ Χριστὸς ἡ σωτηρία.

Ο Ιούδας ήταν ο τέταρτος γιος του Ιακώβ από τη Λεία (Γένεση 29,35. Α' Παραλειπομένων 2,1). Γεννήθηκε στη Μεσοποταμία. Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει "δοξολογία" και είναι σχετικό με τα λόγια της Λείας "και πάλι τώρα θα δοξολογήσω δια τούτο το γεγονός τον Κύριο".


Τα αδέρφια του Ιούδα από την ίδια μάνα, τη Λεία, ήταν ο Ρουβήν, ο Συμεών, ο Λευΐ, ο Ισσάχαρ, ο Ζαβουλών και η Δείνα. Ακόμη από τον Ιακώβ και από άλλη μάνα ήταν ο Δαν, ο Νεφθαλίμ, ο Γαδ, ο Ασήρ, ο Ιωσήφ και ο Βενιαμίν (Γένεση 29,31-35. 30,1-24. Γένεση 35,22-26. Α' Παραλειπομένων Α' 2,1-2).

Ο Ιούδας παντρεύτηκε την κόρη κάποιου Χαναναίου, που την έλεγαν Σαύα (Σουά), και από αυτή απέκτησε τρεις γιους που τους ονόμασε Ηρ, Αυνάν, Σηλώμ (Σηλά) (Γένεση 38,2-5. Αριθμοί 26,15-16. Α' Παραλειπομένων 2,3). Από τη Θάμαρ ο Ιούδας απέκτησε τον Φαρές και τον Ζαρά (Ζαράχ) (Γένεση 38,27-30. Αριθμοί 26,16. Ρουθ 4,12. Α' Παραλειπομένων 2,4).

Όταν τα αδέρφια του θέλησαν να σκοτώσουν τον Ιωσήφ στη Δωθάν, βόρεια της Συχέμ, ο Ιούδας έπεισε τ' αδέρφια του να μην τον σκοτώσουν αλλά να τον πουλήσουν στους Μαδιανίτες (Ισμαηλίτες) εμπόρους που πήγαιναν στην Αίγυπτο (Γένεση 37,26-28). Κατόπιν πήραν το χιτώνα του Ιωσήφ, έσφαξαν ένα κατσίκι και τον έβαψαν με το αίμα του. Μετά έστειλαν τον πολύχρωμο χιτώνα και τον παρουσίασαν στον πατέρα τους, και του μήνυσαν ότι κάποιο άγριο θηρίο σκότωσε τον αδερφό τους (Γένεση 37,12-32).

Εκείνο τον καιρό ο Ιούδας έφυγε από τ' αδέρφια του και εγκαταστάθηκε κοντά σ' έναν Οδολλαμίτη, που λεγόταν Ειράς (Ιράς). Εκεί ο Ιούδας είδε την κόρη κάποιου Χαναναίου, που την έλεγαν Σαύα, την πήρε γυναίκα του και από αυτή απέκτησε τρείς γιούς που τους ονόμασε Ηρ, Αυνάν και Σηλώμ (Σηλά). Ο Ιούδας βρισκόταν στην πόλη Χασβί όταν γεννήθηκε ο Σηλώμ.

 Για τον πρωτότοκο γιο του τον Ηρ ο Ιούδας του πήρε σύζυγο μια γυναίκα, που ονομαζόταν Θάμαρ (Ταμάρ). Ο Ηρ όμως δυσαρέστησε τον Κύριο, και ο Κύριος τον θανάτωσε. Τότε ο Ιούδας έδωσε την Θάμαρ στον Αυνάν για γυναίκα, έτσι ώστε να δώσει απόγονο στον αδερφό του. Ο Αυνάν, επειδή ήξερε ότι ο απόγονος δε θα ανήκε σ' αυτόν, κάθε φορά που πλάγιαζε με τη γυναίκα του αδερφού του, έριχνε το σπέρμα στη γη, για να μη δώσει απόγονο στον αδερφό του. Αυτό που έκανε όμως δυσαρέστησε τον Κύριο, γι' αυτό τον θανάτωσε κι αυτόν. Τότε ο Ιούδας πρότεινε στην Θάμαρ τη νύφη του, να μείνει χήρα στο σπίτι του πατέρα της, ώσπου να μεγαλώσει ο γιος του ο Σηλώμ, γιατί φοβήθηκε μήπως θανατωθεί κι αυτός όπως τ' αδέρφια του. Έτσι η Θάμαρ πήγε κι έμεινε στο σπίτι του πατέρα της.

Μετά από καιρό, πέθανε η γυναίκα του Ιούδα η Σαύα. Όταν τελείωσε το πένθος, ο Ιούδας πήγε μαζί με το φίλο του τον Ειράς τον Οδολλαμίτη στην Θαμνά (Τιμνά), να δει αυτούς που κούρευαν τα κοπάδια του. Όταν η Θάμαρ είδε ότι ο πεθερός της ανέβαινε στην Θαμνά για το κούρεμα των κοπαδιών, έβγαλε τα φορέματα της χηρείας της, σκεπάστηκε με πέπλο, καλλωπίστηκε και κάθισε στο σημείο όπου ο δρόμος που οδηγεί στην Θαμνά διασταυρώνεται με το δρόμο προς την Αϊνάν, γιατί έβλεπε ότι ο Σηλώμ είχε μεγαλώσει αλλά δεν του την είχαν δώσει για γυναίκα.

Ο Ιούδας όταν την είδε δεν την αναγνώρισε και τη νόμισε για πόρνη, γιατί είχε σκεπασμένο το πρόσωπο της. Πήγε λοιπόν προς το μέρος της και της πρότεινε να πλαγιάσει μαζί της. Εκείνη συμφώνησε παίρνοντας ως αμοιβή ένα κατσίκι από το κοπάδι του Ιούδα. Ώσπου να της στείλει το κατσίκι, ζήτησε ως ενέχυρο το δαχτυλίδι του Ιούδα με το σφραγιδόλιθο, το περιλαίμιό του και το ραβδί που κρατούσε στο χέρι του. Της τα έδωσε και πήγε μαζί της, κι εκείνη έμεινε έγκυος απ' αυτόν.

Ο Ιούδας έστειλε το κατσίκι με το φίλο του τον Οδολλαμίτη για να πάρει πίσω τα ενέχυρα από τη γυναίκα, αλλά εκείνος δεν τη βρήκε. Μετά από τρεις περίπου μήνες, ήρθαν και είπαν στον Ιούδα, ότι η νύφη του η Θάμαρ πόρνεψε, και μάλιστα έμεινε έγκυος από την πορνεία της. Τότε ο Ιούδας τους είπε να την βγάλουν έξω από την πόλη για να καεί. Την ώρα που την οδηγούσαν έξω, έστειλε να πουν στον πεθερό της, ότι από τον άντρα που του ανήκουν αυτά τα πράγματα, απ' αυτόν έμεινα έγκυος. Ο Ιούδας αναγνώρισε τα πράγματα που είχε δώσει στην Θάμαρ και είπε: «Αυτή είναι πιο δίκαιη από μένα, γιατί δεν την έδωσα στο Σηλώμ το γιο μου για γυναίκα.

Όταν ήρθε ο καιρός να γεννήσει η Θάμαρ, βρέθηκαν δίδυμα στην κοιλιά της. Την ώρα της γέννας, το ένα παιδί έβγαλε έξω το χέρι του. Η μαμή το έπιασε και του έδεσε ένα κόκκινο νήμα, για να ξεχωρίζει ότι βγήκε πρώτος. Εκείνος όμως τράβηξε το χέρι του κι αμέσως βγήκε ο αδερφός του. Γι' αυτό τον ονόμασαν Φαρές. Έπειτα βγήκε ο αδερφός του, που είχε στο χέρι του το κόκκινο νήμα και τον ονόμασαν Ζαρά (Γένεση κεφ. 38).

Αργότερα, όταν στη Χαναάν έπεσε πείνα, ο Ιούδας συνόδευσε τα αδέρφια του στην Αίγυπτο για να αγοράσουν σιτάρι. Άρχοντας στην Αίγυπτο εκείνη την εποχή ήταν ο Ιωσήφ και αυτός προσωπικά πουλούσε το σιτάρι σε όλους τους ξένους. Όταν έφτασαν οι γιοι του Ιακώβ στην Αίγυπτο δεν τον αναγνώρισαν και τον προσκύνησαν, σκύβοντας ως τη γη. Εκείνος τους αναγνώρισε, δεν τους φανερώθηκε και τούς μίλησε σκληρά. Στη συνέχεια τους κατηγόρησε ότι μπήκαν ως κατάσκοποι στην Αίγυπτο. Τους έβαλε λοιπόν στη φυλακή όλους μαζί για τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα ο Ιωσήφ  πήρε απ' ανάμεσα τους το Συμεών και τον αλυσόδεσε μπροστά στα μάτια τους, τους έδωσε σιτάρι και τους ζήτησε να του φέρουν και το μικρότερο αδερφό τους  (Γένεση κεφ. 42,1-24).

Όταν επέστρεψαν στον πατέρα τους τον Ιακώβ, στη Χαναάν, του διηγήθηκαν όλα όσα είχαν συμβεί στην Αίγυπτο. Ο Ιακώβ βέβαια αρνήθηκε να στείλει στην Αίγυπτο τον Βενιαμίν (Γένεση 42,25-38).

Η πείνα όμως δυνάμωνε στη χώρα κι όταν στην οικογένεια του Ιακώβ σώθηκε όλο το σιτάρι που είχαν φέρει από την Αίγυπτο, ο Ιακώβ είπε στους γιούς του να ξαναπάνε πάλι στην Αίγυπτο. Ο Ιούδας όμως του απάντησε, ότι δεν μπορούν να πάνε αν δεν έχουν μαζί τον μικρότερο αδερφό τους. Ο Ιακώβ παρά τις αντιρρήσεις του, πείστηκε από τις εγγυήσεις του Ιούδα, ότι θα είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια του Βενιαμίν.

Οι γιοί του Ιακώβ έφτασαν στην Αίγυπτο και παρουσιάστηκαν στον Ιωσήφ. Όταν ο Ιωσήφ είδε ότι είχαν μαζί τους το Βενιαμίν, τους οδήγησε στο σπίτι του και τους φιλοξένησε.

Τότε τους έφερε και το Συμεών. Τ'αδέρφια του Ιωσήφ κάθισαν απέναντι του κατά σειρά ηλικίας, από τον μεγαλύτερο ως τον μικρότερο. Και έκπληκτοι κοίταζαν ο ένας τον άλλο. Ο Ιωσήφ διέταξε να τους προσφέρουν από τα φαγητά που είχε στο δικό του τραπέζι. Ήπιαν μαζί του και μέθυσαν (Γένεση κεφ. 43).

Ο Ιωσήφ γέμισε τα σακιά των αδερφών του με τρόφιμα και έβαλε χρήματα στο σακί του καθενός. Στο άνοιγμα του σακιού του Βενιαμίν, μαζί με τα χρήματα έβαλε και το ποτήρι μου το ασημένιο. Το πρωί μόλις χάραξε, τους άφησαν να φύγουν. Όταν βγήκαν από την πόλη, αλλά πριν απομακρυνθούν, ο Ιωσήφ έστειλε απόσπασμα να πάει να τους προλάβει και να τους κατηγορήσει ότι πήραν το ποτήρι του. Οι άντρες του Ιωσήφ τους πρόλαβαν και άρχισαν την έρευνα ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο και τέλειωσε με τον νεότερο. Το ποτήρι βρέθηκε στο σακί του Βενιαμίν. Τότε τα αδέρφια του έσκισαν τα ρούχα τους, ξαναφόρτωσαν τα ζώα τους και γύρισαν πίσω στην πόλη (Γένεση κεφ. 44,1-13).

Ο Ιωσήφ ήταν ακόμα στο σπίτι του, όταν έφτασαν εκεί τ' αδέρφια του. Και έπεσαν μπροστά του στο έδαφος. Τότε ο Ιωσήφ τους είπε πως ο άνθρωπος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι, αυτός θα γίνει δούλος του. Τότε ο Ιούδας τον πλησίασε και του είπε: «Παρακαλώ, κύριε μου. Επίτρεψε στο δούλο σου να σου μιλήσει ελεύθερα, χωρίς να οργιστείς εναντίον μου γιατί εσύ είσαι σαν Φαραώ. Έχουμε ένα γέροντα πατέρα και ένα μικρό αδερφό, που ο πατέρας μας τον απέκτησε στα γηρατειά του. Ο αδερφός αυτού του μικρού πέθανε. Αυτός έμεινε ο μόνος από την ίδια μάνα, και ο πατέρας μας τον αγαπάει. Τώρα, λοιπόν, αν γυρίσω πίσω στον πατέρα μου και δεν είναι μαζί μας αυτό το παιδί, η ζωή του είναι τόσο δεμένη με τη ζωή του πατέρα του, ώστε εκείνος, μόλις δει ότι το παιδί δεν υπάρχει, θα πεθάνει. Κι εμείς οι δούλοι σου θα γίνουμε αιτία να κατεβούν τα άσπρα μαλλιά του πατέρα μας με θλίψη στον άδη. Ο δούλος σου έχω εγγυηθεί στον πατέρα μου για το παιδί, ότι αν δεν του το φέρω πίσω, θα είμαι ισόβια ένοχος απέναντι του. Τώρα λοιπόν, επίτρεψε να παραμείνει ο δούλος σου αντί για το παιδί δούλος στον κύριο μου, και το παιδί ας γυρίσει πίσω με τους αδερφούς του. Πώς μπορώ να γυρίσω πίσω στον πατέρα μου, χωρίς να είναι μαζί μου και το παιδί; Καλύτερα να μη δω τη δυστυχία που θα τον βρει»  (Γένεση κεφ. 44,14-34). Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί και τους φανερώθηκε, ξεσπώντας σ' ένα δυνατό κλάμα. Μετά φίλησε όλους τους αδερφούς του κλαίγοντας (Γένεση κεφ. 45,1-15).

Όταν ο Ιακώβ πήγε στην Αίγυπτο να συναντήσει τον Ιωσήφ, ο Ιακώβ έστειλε τον Ιούδα να προπορευτεί πριν από αυτόν (Γένεση 46,28). Όταν ο Ιούδας εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο είχε τρεις γιους, τον Σηλώμ, τον Φαρές και τον Ζαρά (Γένεση 46,9. Αριθμοί 26,15-16. Α' Παραλειπομένων 2,4).

Όταν ο Ιακώβ, λίγο πριν το θάνατό του, είχε καλέσει τα παιδιά του για να τους ευλογήσει και να τους αναγγείλει τι θα συνέβαινε στο μέλλον, προφήτευσε τη θέση που θα είχε ο Ιούδας απέναντι στ' αδέρφια του, λέγοντας πως η φυλή Ιούδα θα κρατούσε την πρώτη θέση απέναντι στις άλλες φυλές, από τις οποίες θα υμνηθεί και θα εγκωμιαστεί. Ακόμη ο Ιακώβ τον χαρακτήρισε γέννημα λιονταριού για τον χαρακτήρα του και προφήτευσε ακόμη ότι από τους απογόνους του θα προέλθει ο Μεσσίας, ο οποίος θα είναι η ελπίδα και η προσδοκία όλων των λαών (Γένεση 49,8-12). Ο Μωυσής λίγο πριν πεθάνει, είπε προφητικά για τη φυλή Ιούδα, ας ενταχθεί και η φυλή αυτή στο λαό του Θεού και ότι οι άντρες της φυλής αυτής θα διοικούν το λαό και ο Κύριος θα είναι βοηθός του ενάντια στους εχθρούς του (Δευτερονόμιο 33,7).

Μετά τον θάνατο του Ιακώβ, ο Ιούδας μαζί με τ' αδέρφια του, φοβήθηκαν μήπως ο Ιωσήφ τους φερθεί εχθρικά και τους ανταποδώσει το κακό που του είχαν κάνει. Γι' αυτό πήγαν στον Ιωσήφ, έπεσαν μπροστά του και τον παρακάλεσαν να τους συγχωρήσει. Του υπενθύμισαν το μήνυμα του πατέρα τους να συγχωρήσει την αμαρτία των αδερφών του και την ανομία τους για το μεγάλο κακό που του έκαναν. Όταν ο Ιωσήφ άκουσε αυτά τα λόγια έκλαψε και τους καθησύχασε (Γένεση 50,15-21).

Ο Ιούδας πέθανε στην Αίγυπτο. Το όνομά του αναφέρεται στους γενεαλογικούς πίνακες στο βιβλίο των Παραλειπομένων (Α' Παραλειπομένων 2,1-2). Ακόμη αναφέρεται και στο γενεαλογικό δέντρο του Ιησού (Λουκάς 3,33). Ο Ιούδας εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως (Κυριακή των Προπατόρων).

Οι απόγονοι του Ιούδα κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο αποτέλεσαν τη φυλή Ιούδαν, η οποία απαριθμούσε 74.600 άντρες (Αριθμοί 1,24-25. 2,9). Λίγο πριν την είσοδο των Ισραηλιτών στη γη Χαναάν, στην πεδιάδα Μωάβ, η φυλή απαριθμούσε 76.500 άντρες (Αριθμοί 26,18).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ- ΙΟΥΔΑΙΑ.

Η Ιουδαία είναι αρχαία γεωγραφική περιοχή της Παλαιστίνης. Χωριζόταν στην Ιουδαία δυτικά του Ιορδάνη και στην Ιουδαία ανατολικά του Ιορδάνη. Η Ιουδαία δυτικά του Ιορδάνη περιλάμβανε την περιοχή του αρχαίου Ισραηλίτικου βασιλείου του Ιούδα. Η Ιουδαία ανατολικά του Ιορδάνη συμπεριλάμβανε τις περιφέρειες Γαυλωνίτιδα, Βαταναία, Αυρανίτιδα και Τραχωνίτιδα. Κατά την περίοδο πριν τη βαβυλωνιακή εξορία, η περιοχή αυτή προσδιοριζόταν με το όνομα Βασάν.

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ.

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ.

Το βασίλειο του Ιούδα, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, περιλάμβανε, εκτός από τη χώρα που κατείχε η φυλή, και το νότιο μέρος της χώρας της φυλής Βενιαμίν καθώς και ορισμένα εδάφη της φυλής Συμεών. Ως την κατάρρευσή του, το βασίλειο κυβερνούσε η δυναστεία του Δαβίδ. Απ' αυτό κατάγονταν και σ' αυτό έδρασαν οι μεγαλύτεροι από τους Προφήτες, ο Ησαΐας και ο Ιερεμίας.

Η φυλή του Ιούδα διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στη θρησκευτική ιστορία του περιούσιου λαού. Ο Ιακώβ όταν ευλόγησε τον Ιούδα, λίγο πριν το θάνατό του, προφήτευσε τη θέση που θα είχε απέναντι στ' αδέρφια του, λέγοντας πως η φυλή Ιούδα θα κρατούσε την πρώτη θέση απέναντι στις άλλες φυλές, από τις οποίες θα υμνηθεί και θα εγκωμιαστεί. Ακόμη ο Ιακώβ προφήτευσε ότι από τους απογόνους του θα προέλθει ο Μεσσίας, ο οποίος θα είναι η ελπίδα και η προσδοκία όλων των λαών (Γένεση 49,8-12). Ο Μωυσής λίγο πριν πεθάνει, είπε προφητικά για τη φυλή Ιούδα, ας ενταχθεί και η φυλή αυτή στο λαό του Θεού και ότι οι άντρες της φυλής αυτής θα διοικούν το λαό και ο Κύριος θα είναι βοηθός του ενάντια στους εχθρούς του (Δευτερονόμιο 33,7). Στο βιβλίο των Ψαλμών αναφέρεται ότι η Ιουδαία γεννήθηκε την εποχή της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, η οποία ήταν ευλογημένη από το Θεό και εξουσίαζε τις άλλες φυλές του Ισραήλ (Ψαλμοί 113,2).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ.

Οι απόγονοι του Ιούδα κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο αποτέλεσαν τη φυλή Ιούδα, η οποία απαριθμούσε 74.600 άντρες (Αριθμοί 1,24-25. 2,9). Λίγο πριν την είσοδο των Ισραηλιτών στη γη Χαναάν, στην πεδιάδα Μωάβ, η φυλή απαριθμούσε 76.500 άντρες (Αριθμοί 26,18).

Σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, η φυλή του Ιούδα στρατοπέδευσε ανατολικά της Σκηνής του Μαρτυρίου, γύρω από τη σημαία και τα εμβλήματα της φυλής τους. Αρχηγός της φυλής Ιούδα την εποχή του Μωυσή, ήταν Ναασσών, γιος του Αμιναδάβ (Αριθμοί 2,3-4). Κάτω από την αρχηγία της φυλής Ιούδα, ήταν και οι φυλές Ισσάχαρ και Ζαβουλών με συνολικό αριθμό 186.400 πολεμιστές. Πάντα κατά την αναχώρηση από κάποιο μέρος αυτές οι τρεις φυλές ξεκινούσαν πρώτες (Αριθμοί 2,9). Πάντα κατά την αναχώρηση από κάποιο μέρος, πρώτες ξεκινούσαν οι φυλές Ιούδα, Ισσάχαρ και Ζαβουλών, ακολουθούσαν δεύτερες οι φυλές Ρουβήν, Συμεών και Γαδ, μετά ακολουθούσε η φυλή Λευΐ  με τη Σκηνή του Μαρτυρίου. Κατόπιν ακολουθούσαν τρίτες οι φυλές Εφραίμ, Μανασσή και Βενιαμίν. Τέταρτες και τελευταίες ακολουθούσαν οι φυλές Δαν, Ασήρ και Νεφθαλείμ. Κατά τη σειρά που στρατοπέδευαν έτσι και βάδιζαν κατά την πορεία τους προς τη Γη της Επαγγελίας (Αριθμοί 2,17).

Όταν ο Μωυσής τελείωσε το στήσιμο της Σκηνής του Μαρτυρίου και τον καθαγιασμό της, τότε οι αρχηγοί των φυλών του Ισραήλ, έφεραν τις προσφορές τους ενώπιον του Κυρίου, τα οποία ήταν έξι σκεπαστές άμαξες και δώδεκα βόδια, μία άμαξα ανά δύο αρχηγούς και ένα βόδι από τον καθένα τους. Ο Μωυσής πήρε τις άμαξες και τα βόδια και τα παρέδωσε, σύμφωνα με εντολή του Κυρίου, στους Λευίτες για την υπηρεσία τους (Αριθμοί 7,1-6).

Την ημέρα της χρίσεως του θυσιαστηρίου, οι αρχηγοί των φυλών έφεραν επίσης προσφορές για την καθιέρωσή του. Οι αρχηγοί των φυλών τα έφερναν ένας ένας σε διαφορετικές μέρες. Ο κάθε αρχηγός, προσέφερε μια ασημένια γαβάθα βάρους 130 σίκλων (1466 γραμμάρια), μια ασημένια λεκάνη βάρους 70 σίκλων (789 γραμμάρια), με βάση τον ιερό σίκλο, και τις δυο γεμάτες σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι για την αναίμακτη προσφορά. Ακόμη προσέφερε μια χρυσή λιβανοθήκη βάρους 10 σίκλων (113 γραμμάρια), γεμάτη με θυμίαμα. Ακόμη προσέφερε ένα μοσχάρι, ένα κριάρι κι ένα αρνί ενός χρόνου για τη θυσία του ολοκαυτώματος, έναν τράγο για τη θυσία εξιλέωσης και δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους και πέντε αρνιά ενός χρόνου για την ευχαριστήρια θυσία (Αριθμοί 7,11-83).

Συνολικά συγκεντρώθηκαν δώδεκα ασημένιες γαβάθες, δώδεκα ασημένιες λεκάνες και δώδεκα χρυσές λιβανοθήκες. Κάθε ασημένια γαβάθα ζύγιζε 130 σίκλους (1466 γραμμάρια) και κάθε λεκάνη 70 σίκλους (789 γραμμάρια). Όλα αυτά τα ασημένια σκεύη ζύγιζαν 2.400 σίκλους (25 κιλά περίπου), με βάση τον ιερό σίκλο. Δώδεκα χρυσές λιβανοθήκες γεμάτα θυμίαμα, όπου η κάθε μια ζύγιζε 10 σίκλους (113 γραμμάρια). Όλο το χρυσάφι των λιβανοθηκών ήταν 120 σίκλοι (1.440 γραμμάρια).

Τα ζώα για τις θυσίες του ολοκαυτώματος ήταν συνολικά δώδεκα μοσχάρια, δώδεκα κριάρια, δώδεκα αρνιά ενός χρόνου, μαζί με τις αναίμακτες προσφορές που τα συνόδευαν, καθώς και δώδεκα τράγοι για τις θυσίες εξιλέωσης. Τέλος, τα ζώα για τις ευχαριστήριες θυσίες προς το Θεό ήταν 24 βόδια, 60 κριάρια, 60 τράγοι και 60 αρνιά ενός χρόνου (Αριθμοί 7,84-88).

Ο Μωυσής είχε δώσει ευλογίες και κατάρες στους Ισραηλίτες, για την πιστή τήρηση των εντολών του Κυρίου. Έτσι ο Μωυσής προέτρεψε τους Ισραηλίτες, όταν θα μπουν στη Χαναάν, θα περάσουν τον Ιορδάνη πρώτα οι φυλές Συμεών, Λευΐ, Ιούδα, Ισσάχαρ, Μανασσή, Εφραίμ και Βενιαμίν, και θα σταθούν στο όρος Γαριζίν, για να απαγγείλουν τις ευλογίες προς τον λαό. Και μετά θα περάσουν οι φυλές Ρουβήν, Γαδ, Ασήρ, Ζαβουλών, Δαν και Νεφθαλείμ, και θα σταθούν στο όρος Εβάλ (Γαιβάλ) για να απαγγείλουν, μέσω των Λευιτών, τις κατάρες (Δευτερονόμιο 11,26-32. 27,11-14).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ.

Κατά την είσοδο στη Χαναάν, οι άντρες της φυλής Ιούδα κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Κατέσφαξαν τους κατοίκους της και παρέδωσαν την πόλη στη φωτιά (Κριταί 1,8). Μετά από την Ιερουσαλήμ, οι άνδρες της φυλής Ιούδα, κατέβηκαν προς νότο για να πολεμήσουν τους Χαναναίους που κατοικούσαν στις ορεινές και πεδινές περιοχές.

Χτύπησαν τους Χαναναίους που κατοικούσαν στη Χεβρών, η οποία  μέχρι τότε λεγόταν Αρβόκ ή Κιριάθ-Αρβά ή Καριαθαρβοκσεφέρ (πόλη του Αρβά, ο Αρβά ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος ανάμεσα στους Ενακίτες). Ο Χάλεβ, σύμφωνα με εντολή του Ιησού του Ναυή,  κατέλαβε τη Χεβρών, η οποία ήταν η πρωτεύουσα των Ενακιτών και εξολόθρευσε τους τρεις γιούς του Ενάκ, τον Αχιμά (Αχιμάν), τον Σουσί (Σεσσί) και τον Θολαμί (Θελαμί) (Ιησούς του Ναυή 14,6-15. 15,13-14. Κριταί 1,10).

Στη συνέχεια ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες στράφηκαν εναντίον της Δαβίρ, την οποία πολιόρκησαν και κατέλαβαν, καθώς και όλες τις γύρω πόλεις. Την πόλη την κυρίεψε ο Γοθονιήλ, γιος του Κενέζ και ανιψιός του Χάλεβ. Σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, το βασιλιά της και οτιδήποτε ανέπνεε σ' αυτές (Ιησούς του Ναυή 10,38-39. 15,15-19. Κριταί 1,11-13).

Μετά τη Δαβίρ, ο Ιησούς του Ναυή πολιόρκησε και κατέλαβε με μία εκστρατεία, και όλες τις υπόλοιπες ορεινές και πεδινές περιοχές του νότου.
Σκότωσαν όλους τους βασιλιάδες και τους κατοίκους των πόλεων αυτών, όπως είχε διατάξει ο Κύριος (Ιησούς του Ναυή 10,40-42. 11,16. 12,8). Ακόμη οι άντρες των φυλών Ιούδα και Συμεών, εξολόθρευσαν τους Χαναναίους που κατοικούσαν στη Σεφέθ, η οποία από τότε ονομάστηκε Χορμά (Ανάθεμα, Καταστροφή) (Κριταί 1,17). Η φυλή Ιούδα κατέλαβε πρώτα την ορεινή περιοχή και εγκαταστάθηκε εκεί. Δεν μπόρεσε όμως να εκδιώξει τους Χαναναίους της πεδιάδας, γιατί είχαν σιδερένιες άμαξες (Κριταί 1,19).

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΙΟΥΔΑ ΚΑΙ Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΝΑΑΝ.

Ο Ιησούς του Ναυή εξαίρεσε από τη διανομή της Χαναάν τη φυλή του Ιούδα, η οποία παρέμεινε εντός των ορίων της στο Νότο (Ιησούς του Ναυή 18,5). Τα όρια της φυλής Ιούδα εκτεινόταν νοτιοδυτικά από τα σύνορα της Ιδουμαίας και την έρημο Σιν ως την Κάδης. Έτσι, τα νότια σύνορα της φυλής Ιούδα ξεκινούσαν από το νότιο άκρο της Νεκράς Θάλασσας, προχωρούσαν νότια μέχρι το όρος Ακραβίν, μετά περνούσαν από την περιοχή Σενά και έφταναν ως την Κάδης-Βαρνή. Μετά περνούσαν από την Ασωρών (Εσρών), ανέβαιναν στην Σάραδα και μετά περνούσαν δυτικά από την Κάδης. Μετά περνούσαν από την Σελμωνά, μετά από την κοιλάδα που είναι προς την Αίγυπτο και κατέληγαν στη Μεσόγειο θάλασσα.

Τα νοτιοανατολικά σύνορα της φυλής Ιούδα ξεκινούσαν από τη Νεκρά Θάλασσα μέχρι τις εκβολές του Ιορδάνη. Από κείνο το σημείο, άρχιζαν τα βόρεια σύνορα. Μετά περνούσαν από την Βαιθάραβα και ανέβαιναν ως την τοποθεσία ''Λίθος Βαιών" της φυλής Ρουβήν. Μετά περνούσαν από το φαράγγι Αχώρ, κατέβαιναν προς τα Γάλγαλα, που βρίσκονται απέναντι από την ανωφέρεια της Αδδαμίν. Στη συνέχεια περνούσαν από την πηγή του Ήλιου (πηγές Εν-Σεμές) και κατέληγαν ως την πηγή Ρωγήλ. Έπειτα ανέβαιναν προς προς το φαράγγι Ονόμ, προς τη νότια πλευρά της Ιεβούς, δηλαδή της Ιερουσαλήμ, και μετά περνούσαν από την κορυφή του βουνού που βρίσκεται στα δυτικά του φαραγγιού Ονόμ και βόρεια της γης των Ραφαΐν (Γιγάντων). Από κει τα σύνορα προχωρούσαν προς την πηγή Ναφθώ, έφταναν στο όρος Εφρών και κατόπιν συνέχιζαν προς την πόλη Βαάλ, δηλαδή την Κιριάθ-Ιαρίμ. Από την Βαάλ τα σύνορα προχωρούσαν δυτικά και μετά νότια προς το όρος Ασσάρ, μετά βόρεια προς την πόλη Ιαρίν (Χασλών), μετά προς την Πόλη του Ήλιου (Βαιθ-Σεμές) και προχωρούσαν προς νότο από τη βόρεια πλευρά της Ακκαρών (Εκρών), περνούσαν από την Σοκχώθ (Σικρών), μετά πήγαιναν νότια, περνούσαν από τη Λεβνά και κατέληγαν στη Μεσόγειο θάλασσα, η οποία αποτελούσε και τα δυτικά όρια της φυλής Ιούδα (Ιησούς του Ναυή 15,1-12).

Οι κυριότερες πόλεις της φυλής Ιούδα ήταν η Χεβρών, η Δαβίρ, η Λαχίς, η Ιεριμούθ, η Οδολλάμ, η Λεβνά, η Μακηδά, η Εφραθά (Βηθλεέμ), η Κιριάθ-Ιαρίμ, η Γάδηρα, η Θεκωέ, η Αζηκά, η Βαισούρ, η Γεδδώρ, η Ζιφ, η Θαμναθά, η Κάδης, η Κάρμηλος, η Κεϊλά (Ιησούς του Ναυή 15,20-63).

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΙΟΥΔΑ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΧΑΝΑΝΑΙΩΝ.

Μετά το θάνατο του Ιησού του Ναυή, οι φυλές του Ιούδα και του Συμεών, με τη βοήθεια του Κυρίου, εκστράτευσαν εναντίον των Χαναναίων και των Φερεζαίων, που είχαν απομείνει στα εδάφη τους.

Στη μάχη που έγινε στην πόλη Βεζέκ, οι Ισραηλίτες των φυλών Ιούδα και Συμεών, κατατρόπωσαν τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους. Σκότωσαν 10.000 από αυτούς και αιχμαλώτισαν το βασιλιά Αδωνιβεζέκ, ο οποίος είχε τραπεί σε φυγή, αλλά τον καταδίωξαν οι Ισραηλίτες και τον συνέλαβαν. Έπειτα του έκοψαν τα μεγάλα δάχτυλα χεριών και των ποδιών του. Είπε τότε ο Αδωνιβεζέκ: «Εγώ έκοψα τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών εβδομήντα βασιλέων, οι οποίοι και μάζευαν τα ψίχουλα που έπεφταν κάτω από το τραπέζι μου. Ότι έκανα εναντίον εκείνων, ο Θεός μου το ανταπέδωσε». Οι Ισραηλίτες τον οδήγησαν στην Ιερουσαλήμ, όπου και πέθανε εκεί (Κριταί 1,1-7).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΚΡΙΤΩΝ.

Η διαθήκη του Σινά καθιστούσε τις δώδεκα φυλές, λαό του Θεού, κληρονόμο των θεϊκών επαγγελιών. Οι Ισραηλίτες, την περίοδο των Κριτών, άρχισαν να ξεχνούν τις παραδόσεις τους και τον Κύριο. Λάτρεψαν τον Βάαλ, την Αστάρτη και άλλες θεότητες (Κριτές 10,6). Γι' αυτό ο Κύριος οργίστηκε εναντίον τους και τους παρέδωσε σε διάφορους λαούς, που κατοικούσαν στη Χαναάν. Την περίοδο του Ιεφθάε οι Αμμωνίτες πέρασαν τον Ιορδάνη, πολέμησαν εναντίον των φυλών Ιούδα, Βενιαμίν και Εφραίμ και τους νίκησαν (Κριτές 10,7-9).

Όταν ο Σαμψών έκαψε τα σπαρτά των Φιλισταίων, στην περιοχή της Θαμναθά, και τους χτύπησε αλύπητα με μεγάλη σφαγή, πήγε έπειτα και κάθησε σ' ένα σπήλαιο στο βράχο Ητάμ (Κριταί 15,6-8).

Οι Φιλισταίοι πήγαν με τη σειρά τους στην περιοχή της φυλής Ιούδα και άρχιζαν να καταστρέφουν τα σπαρτά των Ισραηλιτών στην περιοχή της Λεχί. Όταν οι άντρες της φυλής Ιούδα έμαθαν το λόγο που οι Φιλισταίοι ήρθαν στην περιοχή τους, πήγαν και βρήκαν το Σαμψών στη σπηλιά και αφού ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του, τον έδεσαν για να τον παραδώσουν στους Φιλισταίους (Κριταί 15,9-13). Όταν οι Φιλισταίοι είδαν δεμένο τον Σαμψών όρμησαν με αλαλαγμούς χαράς εναντίον του. Τότε ο Σαμψών έσπασε τα σχοινιά που έδεναν τα μπράτσα του σαν κλωστές και με το σαγόνι ενός σκοτωμένου γαϊδουριού σκότωσε χίλιους Φιλισταίους (Κριταί 15,14-17).

Ένας Λευίτης είχε πάρει για παλλακίδα του μια γυναίκα από τη Βηθλεέμ, της φυλής Ιούδα. Αλλά επειδή τσακώθηκαν, η παλλακίδα του τον άφησε και γύρισε στο πατρικό της σπίτι, στη Βηθλεέμ. Ο Λευίτης πήγε στο σπίτι του πεθερού του, όπου τον καλοδέχτηκαν και μετά από πέντε μέρες πήρε τη γυναίκα του κι έφυγε. Κατά το δρόμο της επιστροφής διανυκτέρευσαν στη Γαβαά, που ανήκει στη φυλή Βενιαμίν. Εκεί κανείς δεν τους φιλοξένησε, παρά μόνο ένας γέροντας που καταγόταν από τη φυλή Εφραίμ, αλλά ζούσε στη Γαβαά (Κριταί 19,1-21).

Οι άντρες της πόλης όμως, άνθρωποι ανήθικοι και διεφθαρμένοι, περικύκλωσαν το σπίτι, χτυπούσαν την πόρτα και φώναζαν στον οικοδεσπότη να τους δώσει τον άνθρωπο που μπήκε στο σπίτι του για να ασελγήσουν πάνω του. Ο οικοδεσπότης βγήκε και τους είπε να μην κάνουν αυτό το κακό. Τους πρότεινε την κόρη του που ήταν παρθένα και την παλλακίδα του επισκέπτη του. Αυτοί όμως δεν ήθελαν ν' ακούσουν. Τότε πήρε ο Λευίτης την παλλακίδα του και την έβγαλε έξω από το σπίτι. Εκείνοι τη βίασαν και ασέλγησαν πάνω της όλη τη νύχτα, ώσπου το πρωί ο άντρας της τη βρήκε νεκρή στο κατώφλι του σπιτιού. Ο Λευίτης φόρτωσε το σώμα της σ' ένα γαϊδούρι κι έφυγε για τον τόπο του. Όταν έφτασε στο σπίτι του, πήρε ένα μαχαίρι και διαμέλισε τη νεκρή γυναίκα σε δώδεκα κομμάτια και τα έστειλε σε όλες τις φυλές του Ισραήλ (Κριταί 19,22-30).

Όλοι οι Ισραηλίτες, όταν άκουσαν για το ανοσιούργημα αυτό, συγκεντρώθηκαν στη Μασσηφά (Μισπά), για να συζητήσουν το γεγονός, ενώπιον του Κυρίου. Εκεί ο Λευίτης τους διηγήθηκε το γεγονός με κάθε λεπτομέρεια. Οι φυλές των Ισραηλιτών αποφάσισαν ομόφωνα, να τιμωρήσουν παραδειγματικά τους ενόχους αυτού του αποτρόπαιου εγκλήματος. Έστειλαν αγγελιοφόρους στη φυλή Βενιαμίν και τους ζήτησαν να παραδώσουν τους διεστραμμένους κατοίκους της Γαβαά, για να τους σκοτώσουνε και να εξαλείψουν το κακό από τον ισραηλιτικό λαό (Κριταί 20,1-13).

Οι Βενιαμινίτες όμως αρνήθηκαν και συγκεντρώθηκαν στη Γαβαά για να πολεμήσουν εναντίον των άλλων Ισραηλιτών. Οι άνδρες της φυλής Βενιαμίν ήταν 26.000 πολεμιστές και 700 ήταν οι άνδρες της Γαβαά, οι οποίοι ήταν ικανοί πολεμιστές και χρησιμοποιούσαν με καταπληκτική δεξιότητα τη σφενδόνη, ώστε πετύχαιναν ακόμη και μία τρίχα από μεγάλη απόσταση. Οι Ισραηλίτες ήταν 400.000 άνδρες, καλά οπλισμένοι και πολύ ικανοί στον πόλεμο (Κριταί 20,13-17).

Οι Ισραηλίτες συγκεντρώθηκαν στη Βαιθήλ και σύμφωνα με εντολή του Κυρίου, η φυλή του Ιούδα θα ηγούνταν της εκστρατείας. Οι Ισραηλίτες στρατοπέδευσαν απέναντι από την πόλη Γαβαά. Στην πρώτη μάχη η φυλή Βενιαμίν νίκησε, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 22.000 Ισραηλίτες (Κριταί 20,18-21).

Μετά τη μάχη αυτή οι Ισραηλίτες πήγαν στη Βαιθήλ, εκεί που ήταν η Σκηνή του Μαρτυρίου και η Κιβωτός της Διαθήκης και έκλαψαν ενώπιον του Κυρίου μέχρι το βράδυ. Οι Ισραηλίτες ρώτησαν τον Κύριο, εάν έπρεπε να συνεχίσουν τον πόλεμο και πήραν θετική απάντηση. Κατά τη δεύτερη μάχη η φυλή Βενιαμίν πάλι νίκησε, αφήνοντας αυτή τη φορά στο πεδίο της μάχης 18.000 Ισραηλίτες, ικανότατους πολεμιστές (Κριταί 20,22-25).

Μετά από τη μάχη οι Ισραηλίτες ξαναπήγαν στη Βαιθήλ και έκλαψαν ενώπιον του Κυρίου. Νήστεψαν μέχρι το βράδυ και πρόσφεραν θυσίες στον Κύριο. Κατά τις ημέρες εκείνες αρχιερέας ήταν ο Φινεές, γιος του Ελεάζαρ. Οι Ισραηλίτες ρώτησαν ξανά τον Κύριο, εάν έπρεπε να συνεχίσουν τον πόλεμο και ο Κύριος τους απάντησε, ότι την επόμενη φορά θα τους παραδώσει στα χέρια τους (Κριταί 20,26-29).

Κατά την τρίτη μάχη ο στρατός των Ισραηλιτών χωρίστηκε στα δύο. Το ένα μέρος είχε στήσει ενέδρα γύρω από τη Γαβαά, ενώ το άλλο βάδισε κατά της πόλης. Οι άνδρες της φυλής Βενιαμίν άρχισαν να καταδιώκουν τους Ισραηλίτες, οι οποίοι άρχισαν να υποχωρούν, ώστε ν' αναγκάσουν τους Βενιαμινίτες να τους ακολουθήσουν. Τότε όρμισαν από την ενέδρα 10.000 εκλεκτοί Ισραηλίτες, οι οποίοι μπήκαν στη Γαβαά, βάλανε φωτιά στην πόλη και σκότωσαν όλους τους κατοίκους της. Στο μεταξύ οι Βενιαμινίτες που καταδίωκαν τους Ισραηλίτες, κατά την καταδίωξη είχαν σκοτώσει 30 πολεμιστές. Όταν οι άνδρες της φυλής Βενιαμίν είδαν τις φωτιές από την πόλη, κατάλαβαν ότι αυτή είχε καταληφθεί. Τότε οι Ισραηλίτες σταμάτησαν να υποχωρούν και άρχισαν να χτυπούν τους άνδρες της φυλής Βενιαμίν, οι οποίοι άρχισαν να υποχωρούν προς την έρημο. Οι Ισραηλίτες τους χτυπούσαν από παντού και τους καταδίωξαν. Κατά τη μάχη αυτή σκοτώθηκαν από τους Βενιαμινίτες 18.000 πολεμιστές. Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή προς την έρημο. Αλλά κι εκεί οι Ισραηλίτες τους χτύπησαν και σκότωσαν άλλους 5.000 Βενιαμινίτες. Κάποιους τους καταδίωξαν μέχρι τη Γεδά και σκότωσαν άλλους 2.000 άνδρες. Συνολικά την ημέρα εκείνη σκοτώθηκαν 25.100 άνδρες της φυλής Βενιαμίν. Όλοι τους ήταν ικανοί και εμπειροπόλεμοι πολεμιστές. Οι υπόλοιποι 600 άνδρες κατέφυγαν στο βράχο Ρεμμών. Τέλος οι Ισραηλίτες πέρασαν απ' όλες τις πόλεις της φυλής Βενιαμίν κι απ' όπου περνούσαν σκότωναν ότι έβρισκαν μπροστά τους, ανθρώπους και ζώα, κι ύστερα έβαζαν φωτιά στις πόλεις (Κριταί 20,30-48).

Οι Ισραηλίτες μετά τη νίκη τους πήγαν στη Βαιθήλ, πρόσφεραν θυσίες στον Κύριο και θρηνούσαν μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης για το κακό που βρήκε το λαό τους. Λυπήθηκαν για το κακό που βρήκε τη φυλή Βενιαμίν και αποφάσισαν να ξαναδημιουργήσουν τη φυλή από την αρχή (Κριταί 21,2-7).

Από την Εφραθά (Βηθλεέμ) της φυλής Ιούδα καταγόταν ο Ελιμέλεχ και η Νωεμίν, η οποία υπήρξε πεθερά της Ρουθ (Ρουθ 1,4). Επειδή είχε πέσει πείνα στη χώρα, ο Ελιμέλεχ πήγε να μείνει προσωρινά στη Μωάβ μαζί με τη γυναίκα του τη Νωεμίν και τους δύο γιους του, τον Μααλών και τον Χελαιών. Ο Ελιμέλεχ με τους δύο γιους του πέθαναν στη Μωάβ και η Νωεμίν μαζί με τη νύφη της τη Ρουθ εγκαταστάθηκαν ξανά στη Βηθλεέμ, όπου η Ρουθ παντρεύτηκε το Βοόζ και απόκτησαν τον Ωβήδ, που ήταν ο πατέρας του Ιεσσαί και παππούς του Δαβίδ (Ρουθ κεφ. 1-4).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ.

Όταν ο Σαούλ εκστράτευσε εναντίον των Αμμωνιτών, συγκέντρωσε 600.000 άντρες απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ. Μόνο από τη φυλή του Ιούδα πήγαν 70.000 άνδρες (Α' Βασιλειών 11,8). Αργότερα όταν ο Σαούλ εκστράτευσε εναντίον των Αμαληκιτών, συγκέντρωσε στα Γάλγαλα 400.000 άνδρες απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ. Απ'αυτούς οι 30.000 ήταν από τη φυλή του Ιούδα (Α' Βασιλειών 15,4).

Την εποχή του Σαούλ και του Δαβίδ, οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν το στρατό τους για πόλεμο με τους Ισραηλίτες και στρατοπέδευσαν στην Εφερμέμ, που βρίσκεται στην περιοχή της φυλής Ιούδα, μεταξύ Σοκχώθ και Αζηκά. Οι Φιλισταίοι παρατάχθηκαν στην πλαγιά ενός βουνού και οι Ισραηλίτες στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι ανάμεσα τους ήταν η κοιλάδα (Α' Βασιλειών 17,1-3).

Τότε βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων, ένας δυνατός πολεμιστής, που ονομαζόταν Γολιάθ, από τη Γεθ, που το ύψος του ήταν περίπου 2,5 μέτρα. Ο Γολιάθ για 40 μέρες προκαλούσε τους Ισραηλίτες για να μονομαχήσει με κάποιον από αυτούς (Α' Βασιλειών 17,4-11). Κάποια μέρα ένας νεαρός ο Δαβίδ, έτυχε να βρίσκεται στο στρατόπεδο που βρίσκονταν και τ' αδέρφια του και άκουσε τον γίγαντα, να μιλάει υβριστικά και εμπαικτικά εναντίον των Ισραηλιτών. Έτσι πήρε την άδεια από το Σαούλ ν' αναμετρηθεί μαζί του. Πήρε μόνο το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια και τα έβαλε στο σακούλι που είχε μαζί του, πήρε τη σφεντόνα του και πήγε στο πεδίο της μάχης για να συναντήσει το Φιλισταίο. Στη μονομαχία του Δαβίδ με το Γολιάθ, ο Δαβίδ πήρε από το σακούλι του ένα λιθάρι και μ' αυτό τρύπησε την περικεφαλαία και χώθηκε στο μέτωπο του Γολιάθ, ο οποίος πληγώθηκε θανάσιμα κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη. Έπειτα ο Δαβίδ τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του Φιλισταίου και τον αποτέλειωσε, κόβοντάς του το κεφάλι. Οι Φιλισταίοι, όταν είδαν ότι σκοτώθηκε ο ακατανίκητος ήρωάς τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Τότε οι Ισραηλίτες καταδίωξαν τους Φιλισταίους κι όλη η περιοχή γέμισε με νεκρούς και τραυματίες των Φιλισταίων(Α' Βασιλειών 17,19-54).

Στις ερήμους της φυλής Ιούδα κατέφυγε ο Δαβίδ αρκετές φορές, για ν' αποφύγει την οργή του Σαούλ (Α' Βασιλειών κεφ. 23-26). Όταν ο Δαβίδ, κατέφυγε στη Σικελάγ (Σικλάγ) τον ακολούθησαν αρκετοί από διάφορες φυλές του Ισραήλ, κυρίως από τις φυλές Βενιαμίν, Ιούδα, Γαδ και Μανασσή (Α' Παραλειπομένων 12,17).

Μετά το θάνατο του Σαούλ, ο Δαβίδ με τους άνδρες του εγκαταστάθηκαν στη Χεβρών και στις γύρω πόλεις. Εκεί οι άνδρες του Ιούδα έχρισαν το Δαβίδ βασιλιά της φυλής Ιούδα (Β' Βασιλειών 2,1-3). Στη Χεβρών, καθημερινά πήγαιναν πολεμιστές απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, οι οποίοι ενώθηκαν με το στρατό του Δαβίδ και αποδέχτηκαν το βασιλικό του αξίωμα. Από τη φυλή του Ιούδα ήταν 6.800 άνδρες, ετοιμοπόλεμοι και οπλισμένοι με ασπίδες και δόρατα (Α' Παραλειπομένων 12,24-25).

Ο Αβεννήρ, μετά το θάνατο του Σαούλ, πήρε τον Ιεβοσθέ, γιο του Σαούλ, και τον ανακήρυξε βασιλιά στον Ισραήλ στη Μαναέμ. Μετά οΑβεννήρ, με το στρατό του Ιεβοσθέ, εκστράτευσε εναντίον του Δαβίδ και κατευθύνθηκε από τη Μαναέμ στη Γαβαών. Ο στρατός του Δαβίδ, με στρατηγό τον Ιωάβ, γιο της Σαρουΐας, παρατάχτηκε απέναντί του για μάχη. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν κοντά σε μια πηγή στη Γαβαών και στρατοπέδευσαν οι μεν από τη μια πλευρά της πηγής και οι δε απ' την άλλη. Εκείνη την ημέρα ξέσπασε σκληρή μάχη και νικήθηκε ο Αβεννήρ από τους άντρες του Δαβίδ (Β' Βασιλειών 2,8-31).

Ο Αβεσσαλώμ, ένας από τους γιους του Δαβίδ, ξεκίνησε από τη Χεβρών την εξέγερση κατά του πατέρα του. Από τη Χεβρών ο Αβεσσαλώμ έστειλε ανθρώπους σ' όλες τις φυλές του Ισραήλ και τους μήνυσε για τις προθέσεις του, οι οποίοι και ενίσχυσαν τη συνωμοσία κατά του βασιλιά Δαβίδ (Β' Βασιλειών 15,7-12). Μετά την εξέγερση του Αβεσσαλώμ, ο Δαβίδ έφυγε από την Ιερουσαλήμ. Έτσι ο Αβεσσαλώμ μαζί με τους στασιαστές μπήκαν στην πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ (Β' Βασιλειών 16,15). Ο Δαβίδ πέρασε τον Ιορδάνη και κατέφυγε στη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ). Λίγες μέρες αργότερα ο Αβεσσαλώμ πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη για ν' αντιμετωπίσει τον πατέρα του, μαζί με όλο τον ισραηλιτικό στρατό και στρατοπέδευσε στη Γαλαάδ (Β' Βασιλειών 17,24-26). Η μάχη έγινε στο δάσος του Εφραίμ. Εκεί ο στρατός του Αβεσσαλώμ νικήθηκε από τα στρατεύματα του Δαβίδ κι έπαθε την ημέρα εκείνη μεγάλη καταστροφή, με 20.000 νεκρούς. Ο Αβεσσαλώμ στην προσπάθειά του να διαφύγει μπήκε στο δάσος, αλλά τα μεγάλα του μαλλιά πιάστηκαν από τα κλαδιά μιας μεγάλης βελανιδιάς και κρεμόταν εκεί μετέωρος (Β' Βασιλειών 18,6-9). Τότε οι στρατιώτες του Δαβίδ τον χτύπησαν με τα όπλα τους και τον αποτελείωσαν (Β' Βασιλειών 18,10-16).

Ο Δαβίδ μετά τη νίκη του επί του Αβεσσαλώμ, έστειλε μήνυμα στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα, ότι τους θεωρεί αδέρφια του, παρά την προσήλωσή τους στον Αβεσσαλώμ. Τα λόγια του βασιλιά Δαβίδ άρεσαν στους άνδρες της φυλής Ιούδα, οι οποίοι με ομόφωνη συμφωνία δήλωναν την αφοσίωσή τους στο βασιλιά και του έστειλαν μήνυμα, με το οποίο τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Έτσι ο Δαβίδ άφησε τη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ), όπου βρισκόταν και πήρε το δρόμο της επιστροφής προς την Ιερουσαλήμ. Όταν έφτασε στον Ιορδάνη, εκεί στα Γάλγαλα, τον υποδέχτηκαν οι άντρες της φυλής Ιούδα και τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι (Β' Βασιλειών 19,9-15).

Όταν ο Δαβίδ περνούσε τον Ιορδάνη, οι Ισραηλίτες από τις δέκα βόρειες φυλές, παρουσιάστηκαν ενώπιον του βασιλιά και ζήτησαν το λόγο από τη φυλή Ιούδα, που δεν τους κάλεσαν και εκείνους στην υποδοχή του βασιλιά. Οι άνδρες από τη φυλή Ιούδα τους απάντησαν με γλώσσα σκληρότερη από κείνη των Ισραηλιτών και τους είπαν, ότι ο βασιλιάς είναι από τη φυλή τους και έχουν περισσότερα δικαιώματα από εκείνους (Β' Βασιλειών 19,41-43).

Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Σαβεέ επαναστάτησε κατά του Δαβίδ, έπεισε τους Ισραηλίτες των άλλων φυλών, πως δεν είχαν καμία κληρονομική συγγένεια με το Δαβίδ και τους παρακίνησε σε ανταρσία. Μόνο οι άνδρες της φυλής Ιούδα, έμειναν πιστοί στο βασιλιά Δαβίδ (Β' Βασιλειών 20,1-2). Έτσι μετά την ανταρσία του Σαβεέ, ο Δαβίδ συγκέντρωσε το στρατό του, που αποτελούνταν από άνδρες της φυλής Ιούδα, και τον έθεσε κάτω από την αρχηγία του Αμεσσαΐ (Αμεσσά) και του έδωσε τη διαταγή να καταδιώξουν το Σαβεέ (Β' Βασιλειών 20,4-7).

Στα τέλη της βασιλείας του Δαβίδ, ο αρχιστράτηγος Ιωάβ μαζί με άλλους αξιωματούχους, απέγραψαν το λαό, όπως ζήτησε ο Δαβίδ. Έτσι πέρασαν τον Ιορδάνη κι άρχισαν από την Αροήρ. Μετά συνέχισαν στη Γαλαάδ, στη Θαβασών, στη Δανιδάν και Ουδάν, και έφτασαν μέχρι τη Σιδώνα. Μετά πέρασαν από την Τύρο, απ' όλες τις πόλεις των Ευαίων και των Χαναναίων, και αφού πέρασαν απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, έφτασαν μέχρι νότια του Ιούδα, στη Βηρσαβεέ. Έτσι κατά την απογραφή του λαού, βρέθηκαν 800.000 μάχιμοι άνδρες από τις άλλες φυλές του Ισραήλ και 500.000 άνδρες από τη φυλή του Ιούδα  (Β' Βασιλειών 24,5-9), ενώ σύμφωνα με το βιβλίο των Παραλειπομένων Α' κατά την καταμέτρηση βρέθηκαν 1.100.000 άνδρες ικανοί να κρατήσουν όπλο, ενώ οι άνδρες της φυλής Ιούδα ήταν 470.000 άνδρες (Α' Παραλειπομένων 21,5-6).

Μετά όμως την έκπτωση των φυλών του βορρά στο θρησκευτικό συγκρητισμό η διαθήκη του Σινά εκφράστηκε στη διαθήκη του Θεού με το Δαβίδ και τους απογόνους του και περιορίστηκε στη φυλή του Ιούδα που πήρε αποκλειστικά το όνομα Ισραήλ (εκλεκτός). Η φυλή του Ιούδα δεν ήταν δυνατό να αφανιστεί, γιατί από τους απογόνους του Δαβίδ θα προερχόταν ο Μεσσίας. Η απιστία κατά τα προφητικά κηρύγματα θα τιμωρηθεί αυστηρά αλλά πάντοτε θα παραμείνει ένα "κατάλοιπο". Απ' αυτό θα προέλθει ο νέος Ισραήλ, που θα εκπληρώσει τους όρους της διαθήκης του Σινά και θ' αφομοιωθεί στη βασιλεία του Μεσσία.

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ.

Η φυλή Ιούδα αναφέρεται και στους Ψαλμούς (Ψαλμοί 59,9). Στο βιβλίο των Ψαλμών αναφέρεται επίσης, ότι ο Κύριος δεν εξέλεξε την φυλή Εφραίμ, αλλά τη φυλή Ιούδα και το όρος Σιών (Ψαλμός 77,67-68). Σε άλλο Ψαλμό αναφέρεται ότι από τον Ιούδα προέρχονται οι βασιλείς του Ισραήλ (Ψαλμός 107,9).

Ο Νασίφ ήταν ένας από τους δώδεκα διοικητές επαρχιών, που είχε ορίσει ο Σολομώντας, για να εφοδιάζουν με τρόφιμα το βασιλιά και τον οίκο του. Ο Νασίφ είχε στη δικαιοδοσία του την Ιουδαία (Γ' Βασιλειών 4,18).

Όταν ο Σολομών οχύρωσε την Πόλη Δαβίδ, κάποια μέρα ο Ιεροβοάμ είχε βγει από την Ιερουσαλήμ. Εκεί τον συνάντησε στο δρόμο ο προφήτης Αχιά ο Σηλωνίτης, ο οποίος τον έβγαλε από το δρόμο του και πήραν το δρόμο προς την πεδιάδα. Τότε ο Αχιά πήρε το καινούριο ρούχο που φορούσε, το έσχισε σε 12 κομμάτια και είπε στον Ιεροβοάμ να πάρει τα δέκα κομμάτια, γιατί ο Κύριος αποφάσισε να διασπάσει τη βασιλεία του Σολομώντα και θα δώσει στον Ιεροβοάμ την αρχηγία των 10 φυλών, επειδή ο Σολομώντας λάτρεψε άλλες θεότητες. Μόνο δύο φυλές θα μείνουν στο Σολομώντα κι αυτό για χάρη του Δαβίδ και της Ιερουσαλήμ, της ιερής πόλης του Θεού (Γ' Βασιλέων 11,27-39).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ.

Με το θάνατο του Σολομώντα το 931 π.Χ. και την άνοδο στο θρόνο του γιου του Ροβοάμ τερματίζεται οριστικά και η ύπαρξη ενός ισχυρού και ενωμένου εβραϊκού βασιλείου.

Ο Ροβοάμ μετά το θάνατο του πατέρα του  πήγε στη Συχέμ, προκειμένου οι βόρειες φυλές να τον ανακηρύξουν βασιλιά. Στη συγκέντρωση βρισκόταν και ο Ιεροβοάμ, ο οποίος είχε επιστρέψει από την Αίγυπτο. Οι εκπρόσωποι των δέκα βόρειων φυλών είπαν στο Ροβοάμ, ότι εάν τους ελαφρύνει από το ζυγό της σκληρής δουλείας που τους είχε επιφορτίσει ο πατέρας του, τότε θα τον αναγνωρίσουν ως βασιλιά και θα τον υπηρετήσουν.

Ο Ροβοάμ όμως απέρριψε την πρόταση των βόρειων φυλών και δεν έκανε δεκτά τα αιτήματα του λαού. Όταν οι Ισραηλίτες του βορρά είδαν ότι ο βασιλιάς δεν τους άκουσε, αποφάσισαν να διακόψουν τις σχέσεις τους με τους απογόνους του Δαβίδ και να μην αναγνωρίσουν τη διαδοχή τους στο βασιλικό θρόνο. Έτσι οι φυλές του βορείου Ισραήλ αποσχίστηκαν από το βασιλικό οίκο του Δαβίδ και ανακήρυξαν τον Ιεροβοάμ ως βασιλιά του Ισραήλ, δηλαδή των δέκα βόρειων φυλών. Κανένας δεν ακολούθησε τους απογόνους του Δαβίδ, παρά μόνο οι φυλές του Ιούδα και του Βενιαμίν (Γ' Βασιλέων 12,1-20. 12,24ξ-υ. Β' Παραλειπομένων 10,1-19).

Έτσι το βασίλειο χωρίστηκε στα δύο. Στο Βόρειο που ονομάστηκε Βασίλειο του Ισραήλ με τις δέκα βόρειες φυλές, με πρωτεύουσα τη Συχέμ και με βασιλιά τον Ιεροβοάμ Α' και στο Νότιο με τις υπόλοιπες δύο φυλές που ονομάστηκε Βασίλειο του Ιούδα, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ και με βασιλιά το γιο του Σολομώντα Ροβοάμ. Η ιστορία της περιόδου αυτής αρχίζει και για τα δύο βασίλεια από τη διάσπαση του ενιαίου βασιλείου το 930 π.Χ. και τερματίζεται για τον Ισραήλ με την κατάλυσή του από τον Ασσύριο μονάρχη Σαργών Β' το 722 π.Χ. και για τον Ιούδα με την κατάληψη και καταστροφή της Ιερουσαλήμ απ' το Βαβυλώνιο ηγεμόνα Ναβουχοδονόσορα Β' το 586 π.Χ. Έτσι το Βόρειο βασίλειο επέζησε διακόσια περίπου χρόνια και το Νότιο περίπου τριακόσια πενήντα.

Μετά την απόσχιση των βόρειων φυλών, ο Ροβοάμ συγκέντρωσε στην Ιερουσαλήμ από τις φυλές Ιούδα και Βενιαμίν 180.000 άνδρες, για να πολεμήσει με τις βόρειες φυλές και να τους υποτάξει στη βασιλεία του. Έπειτα όμως από παρέμβαση του Κυρίου ο εμφύλιος πόλεμος ματαιώθηκε (Γ' Βασιλέων 12,21-24. 12,24φ-ψ. Β' Παραλειπομένων 11,1-4).

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΡΟΒΟΑΜ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΒΙΑ.

Ο Ροβοάμ διαδέχτηκε τον πατέρα του (Γ' Βασιλέων 11,42-44. Β' Παραλειπομένων 9,30-31) σε ηλικία 41 ετών και βασίλευσε για 17 έτη στην Ιερουσαλήμ (Γ' Βασιλέων 14,21. Β' Παραλειπομένων 12,13). Ο Ροβοάμ εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ. Στα χρόνια της βασιλείας του ανοικοδόμησε και οχύρωσε πολλές πόλεις στο βασίλειο του Ιούδα. Τις πόλεις αυτές ο Ροβοάμ τις οχύρωσε με τείχη, γέμισε τις αποθήκες τους με τρόφιμα και τις εφοδίασε με ασπίδες και δόρατα, έτσι ώστε να είναι πολύ ισχυρές (Β' Παραλειπομένων 11,5-12).

Το πέμπτο έτος της βασιλείας του Ροβοάμ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου Σισάκ (Σουσακίμ) επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ με 1200 πολεμικά άρματα και 60.000 ιππείς. Ο ίδιος ήταν επικεφαλής ενός αναρίθμητου στρατού που τον αποτελούσαν Λίβυοι, Αιθίοπες και Τρωγλοδύτες. Αφού κυρίεψε τις οχυρωμένες πόλεις του Ιούδα, ο Σισάκ (Σουσακίμ), με παραχώρηση του Κυρίου, μπήκε νικητής στην Ιερουσαλήμ και άρπαξε τους θησαυρούς του Ναού και του βασιλικού ανακτόρου και τους πήγε στην Αίγυπτο (Β' Βασιλειών 8,7. Γ' Βασιλέων 14,25-28. Α' Παραλειπομένων 18,7. Β' Παραλειπομένων 12,2-11).

Ο εμφύλιος πόλεμος που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στο Ροβοάμ και στον Ιεροβοάμ, συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Αβιά. Κάποτε ο Αβιά παρατάχθηκε εναντίον του Ιεροβοάμ με 400.000 άντρες και ο Ιεροβοάμ αντιπαρατάχθηκε με 800.000 άντρες. Ο Ιεροβοάμ χτύπησε τον Αβιά από πίσω, ενώ ο υπόλοιπος στρατός του πολεμούσε από μπροστά. Όταν οι άνδρες του Ιούδα γύρισαν και είδαν ότι τους χτυπούσαν από μπροστά κι από πίσω, επικαλέστηκαν τον Κύριο. Τότε ο Κύριος χτύπησε τον Ιεροβοάμ και τους Ισραηλίτες μπροστά από τον Αβιά και το στρατό του Ιούδα.

Οι Ισραηλίτες τράπηκαν σε φυγή κι έτσι ο Θεός τους παρέδωσε στα χέρια των Ιουδαίων. Οι Ιουδαίοι τους χτύπησαν και τους επέφεραν μεγάλη καταστροφή, ώστε έπεσαν στο πεδίο της μάχης 500.000 Ισραηλίτες. Ο Αβιά καταδίωξε τον Ιεροβοάμ και πήρε απ' αυτόν τις πόλεις Βαιθήλ, Ισανά και Εφρών. Σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Αβιά, ο Ιεροβοάμ δεν απόκτησε ποτέ πια την αρχική του δύναμη. Τελικά ο Κύριος τον χτύπησε και πέθανε. Αντίθετα, ο Αβιά γινόταν ολοένα και πιο ισχυρός (Β' Παραλειπομένων 13,3-21).

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΣΑ.

Ο Ασά βασίλεψε για 41 χρόνια στην Ιερουσαλήμ (Γ' Βασιλέων 15,8-10. Β' Παραλειπομένων 14,1). Ο Ασά καταδίωξε την ειδωλολατρία από το βασίλειο του Ιούδα και κατέστρεψε τα είδωλα. Πρόσταξε το λαό να λατρεύουν τον Κύριο, τον Θεό των προγόνων τους, και να εφαρμόζουν το Νόμο και τις εντολές του. Κι επειδή κατήργησε απ' όλες τις πόλεις του Ιούδα τους ιερούς τόπους και τα θυσιαστήρια, το βασίλειο είχε ειρήνη για πολλά χρόνια που ήταν βασιλιάς ο Ασά (Γ' Βασιλέων 15,11-15. Β' Παραλειπομένων 14,1-5. 15,16-17).

Εναντίον του Ασά εκστράτευσε ο Ζαρέ από την Αιθιοπία με ένα εκατομμύριο στρατό και 300 πολεμικές άμαξες, κι έφτασε έως τη Μαρισά. Τότε ο Ασά βγήκε να τον αντικρούσει και παρατάχθηκε σε μάχη στην κοιλάδα που βρίσκεται βόρεια της Μαρισά. Ο Ασά, με τη βοήθεια του Κυρίου, χτύπησε τους Αιθίοπες και τους καταδίωξε μέχρι τη Γεδώρ (Γέραρα). Σκοτώθηκαν τόσοι πολλοί Αιθίοπες, ώστε ήταν αδύνατο πια οι υπόλοιποι ν' ανασυγκροτηθούν. Στη συνέχεια ο Ασά χτύπησε όλες τις πόλεις γύρω από τη Γεδώρ (Γέραρα)και στη συνέχεια χτύπησαν τους Αλιμαζονείς, μια νομαδική φυλή, που κατοικούσε στην περιοχή, παίρνοντας πολλά λάφυρα (Β' Παραλειπομένων 14,9-15. 16,8).

Κατά το 38ο έτος της βασιλείας του Ασά, ο Βαασά, βασιλιάς του Ισραήλ, εκστράτευσε  εναντίον του βασιλείου του Ιούδα, καταλαμβάνοντας και οχυρώνοντας τη Ραμά. Τότε ο Ασά πήρε όλο το ασήμι και το χρυσάφι που υπήρχε στα θησαυροφυλάκια του ναού του Κυρίου και του βασιλικού ανακτόρου και έκλεισε συμφωνία με το βασιλιά της Συρίας, έτσι ώστε να διαλύσει τη συμμαχία του με το Βαασά, για ν' αποσύρει το στρατό του από την περιοχή του Ιούδα. Ο βασιλιάς της Συρίας χτύπησε τις πόλεις του Ισραήλ και ο Βαασά σταμάτησε να οχυρώνει τη Ραμά και επέστρεψε στην πατρίδα του (Γ' Βασιλέων 15,16-22. Β' Παραλειπομένων 16,1-6).

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ.

Ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στο θρόνο του βασιλείου του Ιούδα, μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά το 11ο έτος της βασιλείας του Αμβρί στο Ισραήλ. Ήταν τότε 35 ετών και βασίλεψε για 25 έτη στην Ιερουσαλήμ (Γ' Βασιλειών 16,28α. 22,42. Β' Παραλειπομένων 17,1. 20,31). Το δεύτερο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στον Ιούδα, ανέβηκε στο θρόνο του βασιλείου του Ισραήλ ο Αχαάβ (Γ' Βασιλειών 16,29) ή κατά άλλη διήγηση ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στο θρόνο κατά το τέταρτο έτος της βασιλείας του Αχαάβ (Γ' Βασιλειών 22,41-42). Το 17ο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στο θρόνο του Ισραήλ ανέβηκε ο Οχοζίας, ο οποίος βασίλευσε για 2 χρόνια (Γ' Βασιλειών 22,52) και το 18ο έτος της βασιλείας του ανέβηκε ο αδερφός του Οχοζία, ο Ιωράμ (Δ' Βασιλειών 1,18α).

Ο Ιωσαφάτ ακολούθησε το δρόμο του ευσεβούς πατέρα του, του Ασά, και δεν εξέκλινε από τον δρόμο του Θεού, αλλά έπραττε πάντοτε το σωστό ενώπιον του Κυρίου. Γι' αυτό ο Κύριος ήταν μαζί του. Όλος ο λαός στο βασίλειο του Ιούδα του προσέφερε δώρα κι έτσι ο Ιωσαφάτ απέκτησε πλούτο και δόξα. Κατέστρεψε πολλούς ειδωλολατρικούς ιερούς τόπους που βρίσκονταν στις υψηλές τοποθεσίες και στα άλση. Όμως δεν μπόρεσε να εξαλείψει τελείως την ειδωλολατρία, αλλά σε κάποιες υψηλές τοποθεσίες προσφέρονταν ακόμη θυσίες και θυμιάματα σε ειδωλολατρικούς θεούς, γιατί ο λαός δεν είχε τελείως την καρδιά του στον Κύριο (Γ' Βασιλειών 16,28β. 22,43-44. Β' Παραλειπομένων 17,3-6. 20,32-33). Ο Ιωσαφάτ εξαφάνισε από τη χώρα τα υπολείμματα της διαφθοράς, που είχαν απομείνει από τη βασιλεία του πατέρα του (Γ' Βασιλειών 22,47). Ακόμη και τις ιερόδουλες γυναίκες που απέκτησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο πατέρας του, ο Ασά, τις έδιωξε από τη χώρα (Γ' Βασιλειών 16,28δ). Κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του έστειλε αξιωματούχους, μαζί με Λευίτες και ιερείς, για να διδάξουν στο λαό το Νόμο του Θεού. Αυτοί περιόδευσαν σε όλο το βασίλειο του Ιούδα έχοντας μαζί τους το βιβλίο του Νόμου του Κυρίου και δίδαξαν σε όλο το λαό (Β' Παραλειπομένων 17,7-9).

Μια μέρα ο Ιωσαφάτ βγήκε από την Ιερουσαλήμ και περιόδευσε στη χώρα. Μίλησε στο λαό για τον Κύριο και τους οδήγησε στο σωστό δρόμο. Διόρισε δικαστές σε όλες τις πόλεις του Ιούδα και τους είπε να μην αδικούν, να μην παίρνουν δώρα και να μην κρίνουν ανθρώπινα, αλλά πάντα με φόβο Θεού. Και στην Ιερουσαλήμ δημιούργησε δικαστήριο που αποτελούνταν από ιερείς, Λευίτες και τους γεροντότερους του λαού, έτσι ώστε να κρίνουν με βάση τη δικαιοσύνη του Κυρίου. Και όρισε ως αρχηγό του δικαστηρίου τον αρχιερέα Αμαρία και βοηθό του τον Ζαβδία, γιο του Ισμαήλ, ώστε να καθοδηγούν το δικαστήριο μα βάση το Νόμο του Θεού (Β' Παραλειπομένων 19,4-11).

Σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Ιωσαφάτ το βασίλειο του Ιούδα υπερίσχυσε του βασιλείου του Ισραήλ. Τοποθέτησε στρατιωτική δύναμη σε όλες τις οχυρές πόλεις του Ιούδα και διόρισε διοικητές σε όλες τις πόλεις του Ιούδα και του Εφραίμ, που είχε καταλάβει ο πατέρας του ο Ασά (Β' Παραλειπομένων 17,1-2). Ο στρατός του αποτελούνταν από άνδρες δυνατούς και έμπειρους στον πόλεμο (Β' Παραλειπομένων 17,13-19). Όλα τα βασίλεια που ήταν γύρω από το βασίλειο του Ιούδα, δεν τόλμησαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ. Μάλιστα οι Φιλισταίοι πρόσφεραν πολλά δώρα και ασήμι στον Ιωσαφάτ. Οι Άραβες του έφεραν 7.700 κριάρια από τα κοπάδια τους. Έτσι ο Ιωσαφάτ γινόταν ολοένα και ισχυρότερος. Έκαμε πολλά έργα και έχτισε στο βασίλειο του Ιούδα συνοικισμούς και πόλεις οχυρωμένες (Β' Παραλειπομένων 17,10-13).

Η πόλη Ρεμμάθ (Ραμώθ) της Γαλαάδ την εποχή του βασιλιά Αχαάβ είχε καταλειφθεί από τους Σύριους. Ο Αχαάβ, ο βασιλιάς του Ισραήλ, συμφώνησε με τον Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, να πολεμήσουν μαζί στη Γαλαάδ για να πάρουν πίσω τη Ρεμμάθ (Ραμώθ) από τους Σύριους. Στην εκστρατεία του Αχαάβ συνέβαλαν και οι ψευδοπροφήτες του με τις ευνοϊκές τους προβλέψεις, παρά τις αντίθετες προβλέψεις του προφήτη Μιχαία (Γ' Βασιλέων 22,1-28).

Έτσι ο Αχαάβ, βασιλιάς του Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, βασιλιάς του Ιούδα, πήγαν στη Γαλαάδ για να πάρουν από τους Σύριους τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Αχαάβ είπε στον Ιωσαφάτ, ότι θα πάρει τη στολή ενός στρατιώτη και θα πάει να πολεμήσει ως ένας απλός στρατιώτης και πρότεινε στον Ιωσαφάτ να φορέσει τη δική του βασιλική στολή. Έτσι ο Αχαάβ μπήκε στη μάχη ντυμένος ως απλός στρατιώτης. Ο βασιλιάς των Συρίων είχε δώσει στους 32 αρχηγούς των πολεμικών αρμάτων του ρητή διαταγή να μη χτυπήσουν κανέναν, ούτε απλό στρατιώτη ούτε αξιωματικό, παρά μόνο το βασιλιά του Ισραήλ.

Οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν τον Ιωσαφάτ θεώρησαν πως αυτός ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ κι έτρεξαν καταπάνω του να τον χτυπήσουν. Αλλά ο Ιωσαφάτ έβγαλε μια πολεμική κραυγή και οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν ότι δεν ήταν αυτός ο βασιλιάς του Ισραήλ, σταμάτησαν να τον καταδιώκουν. Αλλά ένας από αυτούς τέντωσε το τόξο και το βέλος τυχαία χτύπησε τον Αχαάβ και τον σκότωσε. Έτσι με το θάνατο του Αχαάβ σταμάτησε ο πόλεμος εναντίον των Συρίων (Γ' Βασιλέων 22,29-37).

Κάποτε οι Μωαβίτες, οι Αμμωνίτες, οι Εδωμίτες και οι Μιναίοι εξεστράτευσαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ. Αγγελιαφόροι πληροφόρησαν τον Ιωσαφάτ ότι ήρθε μεγάλος στρατός πέρα από την Νεκρά Θάλασσα και βρίσκονται ήδη στην Ασασάν Θαμάρ (Εγγαδί). Ο Ιωσαφάτ φοβήθηκε, έστρεψε το πρόσωπό του στον Κύριο και ζήτησε την βοήθειά του. Στο μεταξύ κήρυξε νηστεία σε όλο το βασίλειο του Ιούδα. Έτσι όλοι οι Ιουδαίοι συγκεντρώθηκαν απ' όλες τις πόλεις του Ιούδα, για να ζητήσουν με θερμή προσευχή τη βοήθεια του Κυρίου.

Ο Ιωσαφάτ σηκώθηκε όρθιος ανάμεσα στη συγκέντρωση του λαού που έγινε στην αυλή του Ναού στην Ιερουσαλήμ και προσευχήθηκε στον Κύριο (Β' Παραλειπομένων 20,1-13). Κάποια στιγμή κατέβηκε το Πνεύμα του Κυρίου στον Οζιήλ, γιο του Ζαχαρία, που ήταν απόγονος του Ασάφ, και είπε να μην φοβηθούν το μεγάλο στρατό γιατί ο Κύριος θα είναι μαζί τους (Β' Παραλειπομένων 20,14-19).

Το επόμενο πρωϊνό ο Ιωσαφάτ όρισε ψαλμωδούς να προπορεύονται του στρατού και να δοξολογούν τον Κύριο. Όταν ο στρατός του Ιωσαφάτ έφτασε στο πεδίο της μάχης και οι ψαλμωδοί δοξολογούσαν τον Κύριο, ο Κύριος έκανε ώστε οι Αμμωνίτες και οι Μωαβίτες να μάχονται εναντίον των Εδωμιτών. Κι έτσι πολέμησαν ο ένας εναντίον του άλλου και αλληλοεξοντώθηκαν. Όταν οι Αμμωνίτες και οι Μωαβίτες νίκησαν τους Εδωμίτες, τότε πολέμησαν μεταξύ τους. Ο στρατός του Ιωσαφάτ είχε ανεβεί σε κάποιο ύψωμα της ερήμου και παρατηρούσαν το στρατό των εχθρών που πολεμούσαν μεταξύ τους και αλληλοεξοντώθηκαν σχεδόν όλοι. Τότε ο Ιωσαφάτ με το στρατό πήγαν για να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών τους. Πήραν πολλά ζώα και πολύτιμα σκεύη. Για τρεις ημέρες μάζευαν τα λάφυρα των εχθρών γιατί ήταν πολλά. Μετά την εξόντωση των εχθρών, ο Ιωσαφάτ με το στρατό του πήγαν στο Ναό του Κυρίου κι εκεί ύμνησαν και δοξολόγησαν το Θεό για τη σωτηρία τους. Οι κάτοικοι των άλλων βασιλείων τρόμαξαν, όταν πληροφορήθηκαν ότι ο ίδιος ο Κύριος πολέμησε εναντίον των εχθρών του Ισραηλιτικού λαού. Έτσι ειρήνευσε η βασιλεία του Ιωσαφάτ, διότι ο Κύριος τον περιφρούρησε και τον γλύτωσε από τους εχθρούς του (Β' Παραλειπομένων 20,20-30).

Η Μωάβ στα τέλη της βασιλείας του Ιωσαφάτ ήταν υποτελής στο βασίλειο του Ισραήλ. Ο Μωσά (Μεσά), βασιλιάς της Μωάβ, είχε πολλά κοπάδια. Εξαιτίας μιας αποτυχημένης επανάστασής του πλήρωνε κάθε χρόνο στο βασιλιά του Ισραήλ 100.000 αρνιά και 100.000 κριάρια ακούρευτα. Όταν όμως πέθανε ο Αχαάβ, ο Μωσά αρνήθηκε να πληρώσει το φόρο στο νέο βασιλιά. Ο Ιωράμ έστειλε ανθρώπους στον Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, και του ζήτησε να τον βοηθήσει στον πόλεμο κατά της Μωάβ. Ο Ιωσαφάτ δέχτηκε. Έτσι ο Ιωράμ και ο Ιωσαφάτ, μαζί με τον βασιλιά της Εδώμ προχώρησαν για να πολεμήσουν τους Μωαβίτες. Μετά από 7 ημέρες πορεία, εκεί που έφτασαν δεν υπήρχε νερό για το στρατό και για τα ζώα τους. Τότε οι τρεις βασιλιάδες ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον προφήτη Ελισαίο για να πάρουν τη γνώμη του.

Ο Ελισαίος για χάρη του Ιωσαφάτ του είπε ν' ανοίξουν μέσα στον ξηροπόταμο λάκκους και με τη βοήθεια του Θεού θα γεμίσει με νερό. Και ο Κύριος θα παραδώσει τη χώρα των Μωαβιτών στην εξουσία τους και θα καταστρέψουν τη Μωάβ (Δ' Βασιλειών 3,4-19).

Πράγματι το επόμενο πρωϊνό, όταν προσφέρθηκε η θυσία στον Κύριο, η περιοχή γέμισε με νερό. Στο μεταξύ, όταν οι Μωαβίτες πληροφορήθηκαν ότι οι τρεις βασιλιάδες εκστράτευσαν εναντίον τους, φοβήθηκαν και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Παρατάχτηκαν στα σύνορα της χώρας τους. Το πρωΐ όταν είδαν τον ήλιο να πέφτει πάνω στα νερά, τα είδαν να είναι κόκκινα σαν το αίμα. Νόμισαν πως οι τρεις βασιλιάδες πολέμησαν μεταξύ τους και αλληλοεξοντώθηκαν. Έτσι ξεκίνησαν για να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών. Οι Μωαβίτες όρμησαν στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών και των Ιδουμαίων, αλλά οι Ισραηλίτες και οι Ιδουμαίοι τους νίκησαν και τους έτρεψαν σε φυγή. Έπειτα μπήκαν στη χώρα των Μωαβιτών και κατέστρεψαν όλες τις πόλεις. Προκάλεσαν τέτοια καταστροφή, ώστε δεν έμειναν παρά μόνο οι πέτρες από τις κατεστραμένες πόλεις. Οι Ισραηλίτες που χειρίζονταν τις σφενδόνες, περικύκλωσαν την πρωτεύουσα της Μωάβ και την κατέλαβαν. Όταν ο βασιλιάς της Μωάβ είδε ότι έχασε τον πόλεμο, πήρε μαζί του 700 άνδρες και προσπάθησε να επιτεθεί στους Ιδουμαίους, αλλά δεν το κατόρθωσε. Τότε πήρε τον πρωτότοκο γιο του και τον προσέφερε θυσία ολοκαυτώματος πάνω στα τείχη της πόλεως. Οι Ισραηλίτες, όταν είδαν αυτή την τραγική θυσία, συγκλονίστηκαν και αποχώρησαν από την Μωάβ (Δ' Βασιλειών 3,20-27).

Η ΦΥΛΗ ΙΟΥΔΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ.

Από τη φυλή του Ιούδα είναι εκείνοι, που επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία, οικοδομούν το Ναό, ξαναρχίζουν τη λατρεία και ανανεώνουν τη διαθήκη. Η νέα κοινότητα που σχηματίστηκε απ' αυτούς, είναι ο εκλεκτός Ισραήλ, πρόδρομος του νέου Ισραήλ. Ο Ναός είναι μοναδικός τόπος λατρείας του Θεού. Η καταστροφή του Ναού το 70 μ.Χ., ήταν σημείο ότι η αρχαία διαθήκη είχε λήξει και ο Μεσσίας είχε ήδη έρθει. Η φυλή του Ιούδα έχασε το πρωτείο της, γιατί με το Χριστό δεν υπάρχουν ούτε Ιουδαίοι, ούτε εθνικοί, αλλά μια νέα ανθρωπότητα, η Χριστιανική Εκκλησία.

Η Ιουδαία από το 6 μ.Χ. έγινε Ρωμαϊκή επαρχία. Την διοίκηση είχε ο Ρωμαίος επίτροπος με έδρα του το μεσογειακό λιμάνι της Καισάρειας. Ο πιο γνωστός απεσταλμένος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Από το 41 ως το 44 μ.Χ. η Ιουδαία ήταν τμήμα του βασιλείου του Ηρώδη Αγρίππα Α', εγγονού του Ηρώδη.

Πηγή: http://www.orthodoxoiorizontes.mysch.gr/Agiologia/Palaia_Diathikh/Patriarxes/Patriarxhs_Ioudas.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου