Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Ο Δίκαιος Μελ­χι­σε­δέκ και το Μυ­στή­ριο της Ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού - «Ώμοσεν ο Κύριος και δεν θέλει μεταμεληθή, συ είσαι ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψαλμός 110: 4 ή 109 :4 κατά τους Εβδομήκοντα).

Ο Δίκαιος Μελ­χι­σε­δέκ και το Μυ­στή­ριο της Ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού - «Ώμοσεν ο Κύριος και δεν θέλει μεταμεληθή, συ είσαι ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψαλμός 110: 4 ή 109 :4 κατά τους Εβδομήκοντα).


ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ

Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή αυ­τή έ­χει εκπονήσει ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς και α­πο­τε­λεί έκδοση του Κέντρου Με­λε­τών της Ιε­ράς Μονής Κύκ­κου. Οι δια­στά­σεις του βι­βλί­ου εί­ναι 17 ε­πί 24 εκατοστά. Εί­ναι δε­μέ­νο με δέρ­μα κα­φέ χρώ­μα­τος, και κα­λύ­πτε­ται α­πό ε­ξώ­φυλ­λο. Συ­νο­λι­κά εί­ναι γραμ­μέ­νο σε 260 σε­λί­δες. Η γλώσ­σα, στην ο­ποί­α εί­ναι γραμμέ­νη η δια­τρι­βή, εί­ναι μια α­πλή καθαρεύ­ου­σα.

Ευ­θύς εξ αρ­χής α­πό τον τίτ­λο, τον ο­ποί­ο έχει ε­πι­λέ­ξει ο συγ­γρα­φέ­ας, καθ’ υ­πό­δει­ξιν του κα­θη­γη­τή κ. Γ. Γα­λί­τη, δη­λώ­νε­ται ό­τι τα δύ­ο κε­ντρι­κά πρό­σω­πα της δια­τρι­βής εί­ναι ο ιε­ρέ­ας της Πα­λαι­άς Διαθήκης, Μελ­χι­σε­δέκ, και ο Μέ­γας Αρ­χιε­ρέ­ας της Και­νής Δια­θή­κης Ιη­σούς Χρι­στός. Το θέ­μα επομέ­νως εί­ναι και­νο­δια­θη­κι­κό.

Στον πρό­λο­γό του ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει τον λό­γο της α­νά­θε­σης της με­λέ­της στο πρόσω­πό του α­πό τον κα­θη­γη­τή κύ­ριο Γ. Γαλί­τη. Ευ­χα­ρι­στεί ε­πί­σης τους κα­θη­γη­τές, κα­θώς και τα διά­φο­ρα άλ­λα πρόσω­πα, τα οποί­α συνε­τέ­λε­σαν στο να εκ­δο­θεί η παρούσα μελέ­τη.
Στην ει­σα­γω­γή ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς επισημαί­νει τη σπου­δαι­ό­τη­τα της προς Εβραί­ους ε­πι­στο­λής, ό­χι μό­νο για την περιεκτι­κό­τη­τά της, αλ­λά πιο πο­λύ για το με­στό θε­ο­λο­γι­κών νο­η­μά­των του χαρακτήρα της. Πολ­λοί, α­κό­μα και στην αρχαί­α Εκ­κλη­σί­α, αμ­φι­σβή­τη­σαν τον Απόστο­λο Παύ­λο, ως συγ­γρα­φέ­α της προς Εβραί­ους ε­πι­στο­λής. Ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς δεν πραγ­μα­τεύ­ε­ται αυ­τό το θέ­μα, αλ­λά θεωρεί ότι, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας, ο α­πό­στο­λος Παύ­λος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας της επιστολής. Οι πα­ρα­λή­πτες εί­ναι μάλ­λον μια ο­μά­δα χρι­στια­νών Ιουδαίων, στους ο­ποί­ους ο συγγραφέας της ε­πι­στο­λής, α­πό­στο­λος Παύ­λος, συ­γκρί­νει το θεί­ο με­γα­λεί­ο του Ι­η­σού Χρι­στού με όλους τους προ­φή­τες, αγ­γέ­λους, δι­καί­ους κα­θώς και με τον Μελ­χι­σε­δέκ. Ε­πί­σης ο συγγραφέας της προς Εβραίους ε­πι­στο­λής δια­κρί­νει την α­νε­πάρ­κεια της ιε­ρω­σύ­νης της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, η ο­ποί­α ήταν «παιδαγω­γός εις Χρι­στόν», σε σχέ­ση με την τελειότη­τα της ιε­ρω­σύ­νης της Και­νής Διαθήκης. Η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ερμηνεύ­ει τυ­πο­λο­γι­κά την Πα­λαι­ά Δια­θή­κη. Η Πα­λαι­ά και Και­νή Δια­θή­κη αποτε­λούν αδια­χώ­ρι­στη ε­νό­τη­τα, α­φού η Πα­λαι­ά ερμηνεύ­ε­ται μέ­σα α­πό το πρί­σμα της Και­νής Διαθή­κης. Ο 109ος ψαλ­μός ε­πί­σης αναφέρεται προ­φη­τι­κά στο πρό­σω­πο του Ιησού Χριστού: «συ ιε­ρεύς εις τον αι­ώ­να κατά την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ».

Το ζ’ κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής

Στο 7ο κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους επιστολής ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρε­ται στον Μελ­χι­σε­δέκ, ως τύ­πο και προ­τύ­πω­ση της ιερω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού. Ο Μελχισεδέκ «αντιπρο­σω­πεύ­ει τον τύ­πο της ιδα­νι­κής και τε­λεί­ας ιε­ρω­σύ­νης», και γι’αυτό γί­νε­ται η σύ­γκρι­ση αυ­τή, ού­τως ώστε να κα­τα­δει­χθεί η τε­λειό­τη­τα της ιερωσύ­νης του Ι­η­σού Χριστού, ως του μό­νου α­λη­θι­νού και αιώνιου ιε­ρέ­α.

Πα­ράλ­λη­λα, ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ά­γιος Νικόδημος ο Α­γιο­ρεί­της στην ερ­μη­νεί­α του στην προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή, και πιο συγκεκριμέ­να στο ζ’ κε­φά­λαι­ο της προς Εβραί­ους ε­πι­στο­λής, ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος «α­πο­δεί­χνει ό­τι η νο­μι­κή Αρ­χιε­ρω­σύ­νη μετε­τέ­θη α­πό του Α­α­ρών εις τον Χριστόν, του ο­ποί­ου τύ­πος ή­τον ο Μελ­χι­σε­δέκ, ό­στις δεν ή­τον α­πό την φυ­λήν του Λευ­ί». Το έβδομο κε­φά­λαι­ο της προς Εβραίους επιστολής μπο­ρεί να χω­ρι­στή σε τρί­α μέ­ρη. 1ο (στιχ.1-10): Ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρε­ται στο πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, ως βα­σι­λιά και ιε­ρέ­α, κα­θώς και στη σχέ­ση του με τον πα­τριάρ­χη Αβραάμ, 2ο (στιχ. 11-22): Ε­δώ γίνε­ται έ­νας πα­ραλ­λη­λι­σμός και μια σύγκριση του Μελ­χι­σε­δέκ προς το πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού και 3ο (ζ’,23-η’,6): Ο συγγρα­φέ­ας πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο πρόσωπο του Ι­η­σού Χρι­στού, ως του αιωνίου και ου­ρα­νί­ου αρ­χιε­ρέ­α.

Η σπου­δαι­ό­τη­τα της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής εί­ναι με­γά­λη. Χω­ρίς αυ­τή θα ή­ταν δύσκο­λη η κατανόη­ση του μυ­στη­ρί­ου της ιερω­σύ­νης του Ι­η­σού. «Κα­τά την προς Εβραί­ους Ε­πι­στο­λήν ο α­λη­θής ιε­ρεύς απεκαλύ­φθη. Ο Θε­ός Λό­γος δη­λα­δή εσαρκώθη και ε­γέ­νε­το ιε­ρεύς. Η ενανθρώπη­σις του Θε­ού Λό­γου εί­ναι το θεμέ­λιον της ιε­ρω­σύ­νης Του, ε­πει­δή η ιερωσύ­νη Του πρω­τί­στως βα­σί­ζε­ται εις την ανθρωπίνην Του φύ­σιν». Η συ­νύ­παρ­ξη και της θε­ό­τη­τας και της αν­θρω­πό­τη­τας στο ίδιο πρό­σω­πο απο­τε­λούν τη μο­να­δι­κό­τη­τα του προ­σώ­που Του.

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Α’

Το ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ - Μαρ­τυ­ρί­ες πε­ρί του προ­σώ­που του Μελχισε­δέκ.

Στο Α’ κε­φά­λαι­ο ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς εξετάζει τις μαρ­τυ­ρί­ες της Πα­λαι­άς Διαθήκης, κα­θώς και τις εξω­βι­βλι­κές πη­γές, με σκο­πό να δια­μορ­φώ­σει μια γε­νι­κή ει­κό­να για το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ. Ο γε­νι­κός τίτ­λος του Α’ κε­φα­λαί­ου «Το πρό­βλη­μα της προ­σω­πι­κό­τη­τος του Μελ­χι­σε­δέκ» δεί­χνει σαφώς ό­τι υ­πάρ­χει έ­να πρό­βλη­μα αναφορικά με το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, το ο­ποί­ο και πραγματεύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας στο πρώ­το κε­φά­λαι­ο. Αρ­χι­κά πα­ρα­θέ­τει πλη­ρο­φο­ρί­ες της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης πε­ρί του Μελ­χι­σε­δέκ. Ε­πί­σης α­πα­ριθ­μεί κά­ποιες ε­ξω­βι­βλι­κές α­να­φο­ρές στον Μελ­χι­σε­δέκ, καθώς και την ιε­ρω­σύ­νη του. Τέ­λος υπάρχουν και κά­ποια άλ­λα κεί­με­να, τα οποία μι­λούν για τον Μελ­χι­σε­δέκ, τα ο­ποί­α και πραγ­μα­τεύ­ε­ται.

Δι­ή­γη­ση της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης

Το βι­βλί­ο της Πα­λαι­άς δια­θή­κης, που α­να­φέ­ρει για το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, εί­ναι η Γέ­νεσις, στο ιδ’ κε­φά­λαι­ο, στί­χοι 17-20. Παρα­θέ­του­με το κεί­με­νο αυ­τού­σιο:
«Έξηλθε δε βα­σι­λεύς Σο­δό­μων εις συνάντησιν αυ­τώ, με­τά το υ­πο­στρέ­ψαι αυτόν α­πό της κο­πής του Χο­δολ­λο­γο­μόρ και των βασιλέ­ων των μετ’ αυτού, εις την κοιλάδα του Σα­βύ (τού­το ην το πε­δί­ον των βασιλέων). Και Μελχισεδέκ βασιλεύς Σα­λήμ ε­ξή­νε­γκεν άρ­τους και οίνον ην δε ιε­ρεύς του Θε­ού του υ­ψί­στου. Και η­υ­λό­γη­σε­ τον Άβραμ και είπεν ευλογημέ­νος Ά­βραμ τω Θεώ τω υ­ψί­στω, ος έ­κτι­σε τον ου­ρα­νόν και την γην. Και ευλογητός ο Θε­ός ο ύ­ψι­στος, ος πα­ρέ­δω­κε τους ε­χθρούς σου υ­πο­χει­ρί­ους σοι. Και έδωκεν αυ­τώ Άβραμ δε­κά­την α­πό πά­ντων».

Οι ψαλ­μοί του Δαυ­ίδ προ­φη­τεύ­ουν πε­ρί του Μεσ­σί­α.

Ο προ­φη­τά­ναξ Δαυ­ίδ, προ­φη­τεύ­ο­ντας για τον Μεσ­σί­α, α­να­φέ­ρει τα ε­ξής χαρακτηριστι­κά: «ώ­μο­σε Κύ­ριος και ού μεταμεληθήσεται συ ιε­ρεύς εις τον αι­ώ­να κα­τα την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ» δη­λα­δή: «ο Κύριος ωρ­κί­στη­κε, και δεν πρό­κει­ται να αλλά­ξη γνώ­μην. Σύ (ο Μεσ­σί­ας), εί­σαι αρχιερεύς εις τους αι­ώ­νας των αι­ώ­νων, κατά την τά­ξιν του Μελ­χι­σε­δέκ». Ε­δώ ο ψαλμω­δός ε­ξαί­ρει την ιε­ρω­σύ­νη του προσώπου του Μελ­χι­σε­δέκ, τον οποίο και πα­ρου­σιά­ζει στους Ισ­ρα­η­λί­τες ως παράδειγμα προς μίμηση. Ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο ιε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, ερ­μη­νεύ­ο­ντας το χωρί­ο, ο Θε­ός δεν ορ­κί­ζε­ται, αλ­λά «το πάντως ε­σό­με­νον λέ­γει», δη­λα­δή αυ­τό, που πρό­κει­ται να γί­νει. Ο Θε­ο­δώρη­τος ε­πί­σης, ερμηνεύοντας το ψαλ­μι­κό χω­ρί­ο, α­να­φέ­ρει ό­τι «ο Μελ­χι­σε­δέκ ούκ Ιου­δαί­ων μό­νον, αλλά ε­θνών ιε­ρεύς∙ Ού­τω και, ο δε­σπό­της Χριστός, ούχ υ­πέρ Ιου­δαί­ων μό­νον, αλ­λα και υ­πέρ πά­ντων αν­θρώ­πων εαυ­τόν προσενήνοχε τω Θε­ώ· ευ­ρί­σκο­μεν δε τον Μελ­χι­σε­δέκ και ιε­ρέ­α ό­ντα και βα­σι­λέ­α».

Ε­ξω­βι­βλι­κές α­να­φο­ρές για τον Μελ­χι­σε­δέκ

Ως ε­ξω­βι­βλι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, που αναφέρονται στο πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ και της ιε­ρω­σύ­νης του, ο συγ­γρα­φέ­ας αναφέ­ρει τον Φί­λω­να Ιου­δαί­ο, την ιου­δαϊ­κή πα­ρά­δο­ση και Ραβ­βι­νι­κή ερ­μη­νεί­α, τους Σαμα­ρεί­τες, τα νε­ο­ευ­ρε­θέ­ντα κεί­με­να του Κουμ­ράν σε μια σπη­λιά κο­ντά στη Νε­κρά Θά­λασ­σα και άλ­λα. Οι ε­ξω­βι­βλι­κές ό­μως πηγές σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν μπο­ρούν να δώ­σουν λύ­ση στο πρό­βλη­μα της προσωπικότη­τας και της ιερω­σύ­νης του Μελ­χι­σε­δέκ. Κά­ποιοι ε­πί­σης ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ά­γιος Επι­φά­νιος, θεωρούσαν ό­τι ο Μελχισε­δέκ ή­ταν ο ί­διος ο υ­ιός του Θε­ού, των ο­ποί­ων τις αι­ρε­τι­κές δοξασίες­ ο ά­γιος πο­λε­μεί. Ο Ιέ­ραξ ε­πί­σης ο Αι­γύ­πτιος, πά­λιν κα­τά τον Ά­γιο Ε­πι­φά­νιο, θε­ω­ρού­σε ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ ή­ταν το ά­γιο Πνεύ­μα. Κά­ποιοι άλ­λοι τέ­λος αι­ρε­τι­κοί, αναφέ­ρει ο ά­γιος Κύριλ­λος Αλεξαν­δρεί­ας, πί­στευ­αν ό­τι ο Μελχι­σε­δέκ ή­ταν μια δύ­να­μη πε­ρι­φα­νής και ε­ξαί­ρε­τος, α­πό το πλή­θος των αγ­γέ­λων.

Συ­μπέ­ρα­σμα

Α­πό τα πιο πά­νω μπο­ρού­με να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ υ­πήρ­ξε ι­στο­ρι­κό πρόσω­πο, που ή­ταν ταυ­τό­χρο­να και βασιλέας και ιε­ρέ­ας. Στο βι­βλί­ο της Γενέσεως πα­ρου­σιά­ζε­ται ως βα­σι­λεύς της Σα­λήμ (=Ιε­ρου­σα­λήμ), συγ­χρό­νως δε και ιερεύς του Ελ­γιόν (δη­λα­δή του Θε­ού του Υψί­στου) μό­νο στην περί­πτω­ση, που συναντά και ευ­λο­γεί τον Α­βρα­άμ. Ο τελευταί­ος εί­χε, σύμ­φω­να με τη δι­ή­γη­ση της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, ε­πι­τε­θεί κα­τά του βασιλέ­α του Ε­λάμ και των συμ­μά­χων του, τους ο­ποί­ους και είχε κα­τα­τρο­πώ­σει. Η τυπο­λο­γι­κή τέ­λος ση­μα­σί­α του Μελ­χι­σε­δέκ, ως τύ­που και προ­τύ­πω­σης του Ιησού Χριστού, ε­πι­σκιά­ζει την ι­στο­ρι­κή ση­μα­σί­α του Μελ­χι­σε­δέκ, ως ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, αφού πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πά­τωρ, α­μή­τωρ και α­γε­νε­α­λό­γη­τος.

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Β’

Ο Μελ­χι­σε­δέκ τύ­πος του Ι­η­σού Χρι­στού - Η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή.

Στο Β’ κε­φά­λαι­ο ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ρευ­νά το μυ­στή­ριο του προ­σώ­που του Μελ­χι­σε­δέκ και της ιερωσύνης του, σύμ­φω­να με την προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή, κα­θώς ε­πί­σης και την τυ­πο­λο­γι­κή σχέ­ση του Μελ­χι­σε­δέκ προς το πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού, ως του αιωνί­ου αρ­χιε­ρέ­α. Ο τίτ­λος του κεφαλαίου, «Ο Μελ­χι­σε­δέκ ως τύ­πος του Χρι­στού κα­τά την προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λήν», μαρ­τυ­ρεί ότι ο συγ­γρα­φέ­ας πρό­κει­ται να α­να­λύ­σει το κείμε­νο του 7ου κε­φα­λαί­ου της προς Εβραίους ε­πι­στο­λής, προ­κει­μέ­νου να αποδεί­ξει ό­τι ο ιε­ρεύς και βα­σι­λεύς Μελχισε­δέκ προ­ε­τύ­πω­νε τον Ι­η­σού Χρι­στό.

Το ό­νο­μα και η πό­λη

Το ό­νο­μα Μελ­χι­σε­δέκ εί­ναι σύν­θε­το, και προ­έρ­χε­ται α­πό το MLK (Malki), δη­λα­δή βασι­λιάς, και SDQ (Sedek), που ση­μαί­νει όρθιος· ε­πο­μέ­νως η λέ­ξη Μελ­χι­σε­δέκ σημαίνει βα­σι­λιάς δι­και­ο­σύ­νης. Ο βα­σι­λιάς της δι­και­ο­σύ­νης ό­μως εί­ναι ο ί­διος ο Κύ­ριός μας, Ι­η­σούς Χρι­στός. Σ’ αυ­τόν α­να­φέ­ρε­ται και ο ψαλ­μω­δός, ό­ταν α­παγ­γέλ­λει: «α­λή­θεια (δη­λα­δή η Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος) εκ της γης ανέ­τει­λεν και δικαι­ο­σύ­νη (δη­λα­δή ο Μεσσίας Χρι­στός) εκ του ου­ρα­νού διέκυψεν». Ο Μελ­χι­σε­δέκ ε­πί­σης ονομάζεται «βασι­λεύς Σα­λήμ», δη­λα­δή βα­σι­λιάς της ειρή­νης· και ό­ντως ο Χρι­στός ήρ­θε στη γη, για να φέ­ρει, ό­χι μια ψεύ­τι­κη ει­ρή­νη, που προ­σπα­θούν να δώ­σουν κά­θε φο­ρά οι επίγειοι κο­σμο­κρά­το­ρες, αλ­λά την πραγματι­κή ει­ρή­νη και συν­διαλ­λα­γή του αν­θρώ­που με τον Θε­ό, με τον ε­αυ­τό του και με τον συ­νάν­θρω­πό του.

Α­πά­τωρ, α­μή­τωρ, α­γε­νε­α­λό­γη­τος

Ο Μελ­χι­σε­δέκ ε­πί­σης ο­νο­μά­ζε­ται στην προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ως «α­πά­τωρ, α­μή­τωρ, αγενεαλόγητος» (Ε­βρ. ζ’, 3). Πράγ­μα­τι, ο Κύριος εί­ναι α­πά­τωρ κα­τά την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, δη­λα­δή χω­ρίς πατέρα, α­φού, ό­πως απαγ­γέλ­λου­με και στο «Σύμ­βο­λο της Πίστεως», ε­σαρ­κώ­θη και ενηνθρώπη­σε εκ Πνεύμα­τος Α­γί­ου και Μα­ρί­ας της Παρθένου. Η Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος δεν συνέλα­βε τον Χρι­στό με τους φυ­σιο­λογικούς ό­ρους της αν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως, δηλαδή με τη συ­νερ­γα­σί­α αν­δρός, αλλά υπερφυώς, όπως λέ­γει και η υ­μνο­λο­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, χω­ρίς αν­δρι­κό σπέρ­μα. Ο Δε­σπό­της Χριστός ε­πί­σης εί­ναι α­μή­τωρ κατά τη Θεί­α Του φύ­ση, α­φού ε­γεν­νή­θη μόνο εκ του Πατρός «προ πάντων των αιώνων». Εί­ναι τέ­λος α­γε­νε­α­λό­γη­τος κα­τά τη θεί­α φύ­ση Του, α­φού δεν υ­πάρ­χουν «πρόγο­νοι» στον Χρι­στό ως Θε­ό. «Την γενεαν αυτού τις διηγή­σε­ται», α­να­φω­νεί ο προ­φή­της Η­σαί­ας, εννοώντας τη θεί­α Του φύ­ση, α­φού ως άνθρω­πος προ­έρ­χε­ται εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ.

Συ­μπέ­ρα­σμα

Η φυ­λή, α­πό την ο­ποί­α προ­έρ­χε­ται ο Χριστός, εί­ναι η του Ιού­δα· αυ­τή δεν ή­ταν, όπως η φυ­λή του Λευ­ί, ιε­ρα­τι­κή φυ­λή. Το ίδιο συμ­βαί­νει και με τον τύ­πο του Ι­η­σού Χρι­στού Μελ­χι­σε­δέκ, ο ο­ποί­ος δεν γενεαλογεί­ται α­πό τη φυ­λή του Λευ­ί.

Ο Μελ­χι­σε­δέκ δεν εί­χε χρι­σθή με έ­λαι­ο, όπως ο Α­α­ρών· η ιε­ρω­σύ­νη του ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, το ο­ποί­ο είναι αι­ώ­νιο. Το ί­διο και ο Κύ­ριος, ο Ο­ποί­ος ε­πί­σης δεν έ­χει δια­δό­χους, κα­θώς και ο Μελ­χι­σε­δέκ. Η ιερω­σύ­νη του Μελ­χι­σε­δέκ εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό τη Λευ­ϊτι­κή· το ί­διο συμ­βαί­νει και στο πρό­σω­πο του Ιησού Χρι­στού. Η ιε­ρω­σύ­νη Του εί­ναι κα­τά πο­λύ α­νώ­τε­ρη και α­σύ­γκρι­τη α­πό τη νομική.

Ο Ι­η­σούς Χρι­στός, ό­πως και ο Μελ­χι­σε­δέκ, εί­ναι ιε­ρέ­ας, ό­χι μό­νο των Ιου­δαί­ων, αλ­λά και των εθνών. Έ­χει έλ­θει στον κό­σμο, για να κα­λέ­σει σε έ­να δεί­πνο μυ­στι­κό ο­λό­κλη­ρη την αν­θρω­πό­τη­τα, και ό­χι μό­νο τους Ιουδαίους. Στο δεί­πνο αυ­τό ο Κύ­ριος εί­ναι και ο θύ­της, αλ­λά και το θύ­μα. Ό­πως αναφέρε­ται στο βι­βλί­ο της Γε­νέ­σε­ως, ο Μελχι­σε­δέκ προ­σέ­φε­ρε ως θυ­σί­α «άρ­τους και οίνον» (Γεν. ιδ’, 18). Η προ­σφο­ρά αυ­τή του Μελχισεδέκ, ε­κτός του ό­τι εί­ναι προτύπω­ση του Σώ­μα­τος και του Αίμα­τος του Ιησού Χριστού, «στη­ρί­ζει και αυ­τόν και τους άνδρες του με­τά την τα­λαι­πω­ρί­αν».

Ο Μελ­χι­σε­δέκ προ­σφέ­ρει άρ­τους και οί­νον προς ε­νί­σχυ­σιν του κου­ρα­σμέ­νου στρα­τού του Α­βρα­άμ. Ο άρ­τος και οί­νος εί­ναι προ­τύ­πω­ση της α­ναι­μά­κτου θυ­σί­ας του Χρι­στού, της θεί­ας ευ­χα­ρι­στί­ας. «Το βέ­βαι­ον ό­μως είναι ό­τι η Α­γί­α Γρα­φή, α­να­φε­ρο­μέ­νη εις τον Μελ­χι­σε­δέκ, ο­μι­λεί ρη­τώς πε­ρί προτυπώ­σε­ως ιερω­σύ­νης, ου­χί ό­μως πε­ρί προ­τυ­πώ­σε­ως της θυ­σί­ας ταύ­της».

Τέ­λος η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ε­ξαί­ρει το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, και ό­χι το έρ­γο του, διό­τι ο ιερεύς Μελ­χι­σε­δέκ προ­τυ­πώ­νει τον Ι­η­σού Χρι­στό, ο ο­ποί­ος εί­ναι η αυτοαλήθεια, η αυ­το­ζω­ή, η πη­γή όλων των κα­λών και η αυ­τοτε­λειό­της. Η προς Εβραίους ε­πι­στο­λή τε­λι­κά έ­χει κε­ντρι­κό πρό­σω­πο τον Ι­η­σού Χρι­στό, και ό­χι τον ιερέα Μελ­χι­σε­δέκ.

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Γ’

Ι­η­σούς Χρι­στός, ο τέ­λειος αρ­χιε­ρεύς - Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Κυ­ρί­ου.

Στο Γ’ κε­φά­λαι­ο ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς ασχολεί­ται με το μυ­στή­ριο της ιε­ρω­σύ­νης του Ιη­σού Χρι­στού, δη­λα­δή την εν Χρι­στώ τε­λεί­ω­ση της ιε­ρω­σύ­νης κα­τά την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ. Κύ­ριο κε­ντρι­κό πρόσωπο του κε­φα­λαί­ου εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός, και ό­χι ο Μελ­χι­σε­δέκ. Ο Κύ­ριος εί­ναι ο τέ­λειος αρχιερέ­ας, ό­πως αυ­τό φαί­νε­ται μέ­σα στην Και­νή Δια­θή­κη. Η ιε­ρω­σύ­νη του Χρι­στού όμως, όπως ανα­φέ­ρει Γρηγό­ριος ο Θεολόγος, σχετίζε­ται με την αν­θρώ­πι­νη, και ό­χι με τη θεί­α Του φύ­ση, η ο­ποί­α είναι αμετά­βλη­τος και α­ναλ­λοί­ω­τος και υ­πε­ρά­νω του πά­θους. Ο σαρ­κω­μέ­νος Χρι­στός προσαγο­ρεύεται από τον Θε­ό ιε­ρέ­ας κα­τά την τάξιν Μελ­χι­σε­δέκ. Η ε­ναν­θρώ­πη­σή Του «α­πο­τε­λεί νέ­α ο­ντο­λο­γι­κή πραγμα­τι­κό­τη­τα, ου­σια­στι­κή και α­λη­θή Έ­νω­ση Θε­ού και ανθρώ­που». Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Θε­ού Λόγου α­πο­τε­λεί το υ­πό­βα­θρο και θε­μέ­λιο της ιερωσύ­νης του Χρι­στού. Δια της σαρ­κώ­σε­ως ει­σά­γε­ται «ο πρω­τό­το­κος εις την οικουμένην» (Ε­βρ. α’, 5).

Η κλή­ση του Ι­η­σού Χρι­στού στο αρχιερατικό α­ξί­ω­μα.

Το ε’ κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής α­να­φέ­ρε­ται στην κλή­ση του Ι­η­σού Χρι­στού, ως ανθρώπου, α­πό τον Θε­ό Πα­τέ­ρα στο αρχιε­ρα­τι­κό α­ξί­ω­μα· «ού­τω και ο Χρι­στος ούχ Εαυ­τόν ε­δό­ξα­σε γενηθή­ναι αρ­χιε­ρέ­α, αλ­λ ο λα­λή­σας προς αυ­τόν υιός μου ει ση, εγώ σή­με­ρον γε­γέν­νη­κά σε» (Ε­βρ. ε’, 5). Ο Χρι­στός δεν ε­δό­ξα­σε μό­νος Του τον ε­αυ­τό Του εις το να γί­νει αρ­χιε­ρεύς, αλ­λά τον εδόξα­σε ο Θε­ός οποί­ος μί­λη­σε προς αυ­τόν και του εί­πε· Υ­ιός μου εί­σαι ε­σύ· Ε­γώ σε γέννη­σα σή­με­ρα, ό­ταν σου έ­δω­σα την ανθρώ­πι­νη φύ­ση. Η ιε­ρω­σύ­νη του Χρι­στού εί­ναι έρ­γο της ε­λεύ­θε­ρης θέ­λη­σης και αγάπης του Θε­ού, και ως αρ­χή της θεωρείται η σάρ­κω­ση του δευ­τέ­ρου Προσώπου της Αγί­ας Τριά­δος, δηλαδή του Θε­ού Λό­γου. Η εγ­γύ­η­ση της αι­ω­νιό­τη­τας της ιε­ρω­σύ­νης του Χρι­στού εί­ναι η τά­ξη Μελχι­σε­δέκ.

Ο Χρι­στός θύ­της και θύ­μα

Ο Ι­η­σούς Χρι­στός στην προς Ε­βραί­ους επιστο­λή πα­ρου­σιά­ζε­ται ως αρ­χιε­ρέ­ας, ο οποί­ος προ­σφέ­ρει θυ­σί­α στον Θε­ό Πα­τέ­ρα. Το ί­διο έ­κα­νε και ο αρ­χιε­ρέ­ας στην Πα­λαι­ά Δια­θή­κη. Ο ί­διος ο Χρι­στός, έχο­ντας δύ­ο φύσεις, τη θεί­α και την αν­θρώ­πι­νη, ενωμένες α­συγ­χύ­τως, α­τρέ­πτως, αναλλοιώτως στο ίδιο θε­αν­θρώ­πι­νο πρόσωπο, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και ο θύ­της και το θύ­μα. Αυ­τός εί­ναι ο μέ­γας αρχιερεύς, α­πό τον ο­ποί­ο πη­γά­ζει και το ιε­ρα­τι­κό α­ξί­ω­μα, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να θυ­σιά­ζει και τον ί­διο τον ε­αυ­τό Του ως άν­θρω­πο πά­νω στον Σταυ­ρό. Η θυ­σί­α του Χρι­στού πά­νω στον Σταυ­ρό ήταν και εί­ναι α­να­γκαί­α για τη συνδιαλλαγή και κα­ταλ­λα­γή του αν­θρώ­που με τον Θε­ό. Ο σταυ­ρι­κός θά­να­τος του Λόγου, που έ­λα­βε σάρ­κα, εί­ναι το αποκορύφω­μα της συ­νε­χούς αυτοπροσφοράς Του. Κά­θε φο­ρά, που τελείται το μυστήριο της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας, ο Χρι­στός θυ­σιά­ζει, ως μέ­γας αρ­χιε­ρεύς, δια των χειρών του ε­πι­γεί­ου ιε­ρέ­ως, τον ί­διο τον εαυ­τό του, ως άν­θρω­πο.

Tου Χρι­στό­δου­λου Βα­σι­λειά­δη, Θε­ο­λό­γου Μουσικο­λό­γου.

Πηγή: http://www.vatopedi.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου