Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Άγιος και Δίκαιος Βασιλιάς Δαυΐδ, ο Προφητάναξ - Μέρος 3ο. Ημέρα Μνήμης: Κυριακή των Προπατόρων.

Άγιος και Δίκαιος Βασιλιάς Δαυΐδ, ο Προφητάναξ - Μέρος 3ο. Ημέρα Μνήμης: Κυριακή των Προπατόρων.


Μνήμη Δαυΐδ Βασιλέως, υἱοῦ Ἰεσσαί.
Ἐγὼ τὶ φήσω, μαρτυροῦντος Κυρίου,
Τὸν Δαυΐδ εὗρον, ὡς ἐμαυτοῦ καρδίαν;

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Τότε σηκώθηκε ο Δαβίδ και κάθισε στην πύλη της πόλης. Όταν αναγγέλθηκε στο στρατό ότι ο βασιλιάς καθόταν στην πύλη, συγκεντρώθηκαν όλοι οι στρατιώτες μπροστά στον βασιλιά. Στο μεταξύ οι στρατιώτες του Αβεσσαλώμ, είχαν φύγει και είχαν γυρίσει καθένας στο σπίτι του. Σ' όλες τις φυλές του Ισραήλ γίνονταν έντονες συζητήσεις ανάμεσα στο λαό, για να επαναφέρουν ως βασιλιά τους το Δαβίδ. Αυτά που έλεγαν οι Ισραηλίτες, έφτασαν και στο βασιλιά Δαβίδ. Έστειλε μήνυμα, λοιπόν, στο Σαδώκ και στον Αβιάθαρ, τους αρχιερείς, να πουν στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα, ότι ο βασιλιάς τους θεωρεί αδέρφια του, παρά την προσήλωσή τους στον Αβεσσαλώμ. Και στον Αμεσσά, που ήταν ο αρχιστράτηγος του Αβεσσαλώμ, έστειλε μήνυμα, ότι τον προορίζει για τη θέση του Ιωάβ.

Τα λόγια του βασιλιά Δαβίδ άρεσαν στους άνδρες της φυλής Ιούδα, οι οποίοι με ομόφωνη συμφωνία δήλωναν την αφοσίωσή τους στο βασιλιά και του έστειλαν μήνυμα, με το οποίο τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Έτσι ο Δαβίδ άφησε τη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ), όπου βρισκόταν κι έφτασε στον Ιορδάνη. Εκεί στα Γάλγαλα, τον υποδέχτηκαν οι άντρες της φυλής Ιούδα και τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι (Β' Βασιλειών 19,8-15).

Τότε έτρεξε κι ο Σεμεΐ, γιος του Γηρά, που καταγόταν από τη Βαουρίμ, να πάει κι αυτός, μαζί μ' έναν άνδρα από τη φυλή Ιούδα, για να προϋπαντήσει το βασιλιά Δαβίδ. Μαζί του ήταν και 1.000 άνδρες από τη φυλή Βενιαμίν. Εκεί πήγαν επίσης και ο Σιβά, ο υπηρέτης της οικογένειας του Σαούλ, με τους δεκαπέντε γιους του και τους είκοσι υπηρέτες του. Αυτοί όλοι πήγαν στον Ιορδάνη για να προϋπαντήσουν το βασιλιά και να τον βοηθήσουν να περάσει τον Ιορδάνη.


Όταν ο Δαβίδ πέρασε τον Ιορδάνη, ο Σεμεΐ προσκύνησε το βασιλιά και ζήτησε συγχώρεση για τη συμπεριφορά που έδειξε, όταν ο Δαβίδ εγκατέλειπε την Ιερουσαλήμ. Τότε ο Αβεσσά, αδερφός του Ιωάβ, πήρε το λόγο και ζήτησε να θανατωθεί ο Σεμεΐ, επειδή καταράστηκε τον εκλεκτό του Κυρίου. Αλλά ο Δαβίδ επιτίμησε τον Αβεσσά και τον Ιωάβ, και τους είπε, ότι κατά την ημέρα αυτή που ξαναγίνεται βασιλιάς στον Ισραήλ, κανείς δεν πρέπει να θανατωθεί. Μετά γύρισε και υποσχέθηκε στο Σεμεΐ, ότι δεν πρόκειται να θανατωθεί (Β' Βασιλειών 19,16-23. Γ' Βασιλειών 2,8. 2,35ν).

Ο Βαρζελλί ο Γαλααδίτης, κατέβηκε από την Ρωγελλίμ και πέρασε μαζί με το βασιλιά τον Ιορδάνη, για να τον αποχαιρετήσει εκεί. Ο Βερζελλί ήταν πολύ πλούσιος και πολύ ηλικιωμένος, 80 χρονών. Αυτός φρόντιζε για τη διατροφή του βασιλιά, για όσο διάστημα εκείνος βρισκόταν στη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ).  Ο Δαβίδ είπε στο Βερζελλί να πάει μαζί του στην Ιερουσαλήμ και θα τον φροντίσει τώρα που βρισκόταν στα γηρατειά του.

Εκείνος όμως απάντησε στο Δαβίδ, ότι είναι πολύ γέρος για να ζήσει στην Ιερουσαλήμ και γι' αυτό δεν μπορεί πια να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής και τις γιορτές του παλατιού. Έτσι ζήτησε από το βασιλιά να του επιτρέψει να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στην πατρίδα του και να ταφεί, κοντά στον τάφο των γονέων του. Στο τέλος του ζήτησε αντί γι' αυτόν να πάρει μαζί του στην Ιερουσαλήμ το γιο του τον Χαμαάμ. Ο Δαβίδ ικανοποίησε τα αιτήματα του Βερζελλί και του υποσχέθηκε, πως θα πάρει μαζί του στην Ιερουσαλήμ το γιο του, τον Χαμαάμ, και θα κάνει γι' αυτόν ότι του ζητήσει (Β' Βασιλειών 19,31-38).

Έτσι όλος ο στρατός και ο λαός πέρασε τον Ιορδάνη. Αμέσως μετά ο Δαβίδ αποχαιρέτησε το Βερζελλί και τον ευλόγησε. Ο Βερζελλί επέστρεψε στην πατρίδα του, ενώ ο Χαμαάμ, ο γιος του, ακολούθησε το Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ. Ο Δαβίδ, αφού πέρασε τον Ιορδάνη, έφτασε στα Γάλγαλα. Τον συνόδευαν οι άνδρες της φυλής Ιούδα και αρκετοί από τις άλλες φυλές. Τότε οι Ισραηλίτες από τις δέκα βόρειες φυλές, παρουσιάστηκαν ενώπιον του βασιλιά και ζήτησαν το λόγο από τη φυλή Ιούδα, που δεν τους κάλεσαν και εκείνους στην υποδοχή του βασιλιά. Οι άνδρες από τη φυλή Ιούδα τους απάντησαν με γλώσσα σκληρότερη από κείνη των Ισραηλιτών και τους είπαν, ότι ο βασιλιάς είναι από τη φυλή τους και έχουν περισσότερα δικαιώματα από εκείνους (Β' Βασιλειών 19,39-43).

Όταν ο Δαβίδ έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, ο Μεμφιβοσθέ, εγγονός του Σαούλ, πήγε κι αυτός για να προϋπαντήσει το βασιλιά. Αυτός για να δείξει το πένθος του, από την ημέρα που ο Δαβίδ είχε φύγει από την Ιερουσαλήμ, δεν έπλυνε τα πόδια του, ούτε έκοψε τα νύχια του, ούτε περιποιήθηκε το μουστάκι του, ούτε έπλυνε τα ρούχα του. Όταν τον είδε ο Δαβίδ, τον ρώτησε γιατί δεν τον ακολούθησε, όταν εγκατέλειψε την Ιερουσαλήμ. Εκείνος απάντησε, ότι εξαπατήθηκε από τον υπηρέτη του και ότι του είχε ζητήσει να του σαμαρώσει το γαϊδούρι του για να τον ακολουθήσει, επειδή είναι ανάπηρος στα πόδια, αλλά εκείνος αντί γι' αυτό τον συκοφάντησε στον βασιλιά. Στη συνέχεια ο Μεμφιβοσθέ ευχαρίστησε το βασιλιά, που αντί να τον θανατώσει τον έβαλε να καθίσει στο βασιλικό τραπέζι. Ο Δαβίδ του απάντησε, να μην αναλίσκεται σε πολλά λόγια, αλλά εκείνος και ο Σιβά θα μοιραστούν τα κτήματα και την περιουσία του Σαούλ. Τότε ο Μεμφιβοσθέ αποκρίθηκε στο βασιλιά, ότι τα κτήματα ας τα πάρει όλα ο Σιβά, αρκεί που ο βασιλιάς επέστρεψε σώος και νικητής στην Ιερουσαλήμ (Β' Βασιλειών 19,24-30).

Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΣΑΒΕΕ

Στα Γάλγαλα ζούσε κάποιος παράνομος και κακοήθης άνθρωπος από τη φυλή Βενιαμίν, που ονομαζόταν Σαβεέ και ήταν γιος του Βοχορί. Αυτός μια μέρα σάλπισε με τη σάλπιγγα και είπε προς τους Ισραηλίτες, πως δεν έχουν καμία κληρονομική συγγένεια με το Δαβίδ και τους παρακίνησε σε ανταρσία. Έτσι όλες οι Ισραηλιτικές φυλές επαναστάτησαν κατά του Δαβίδ και ακολούθησαν το Σαβεέ. Μόνο οι άνδρες της φυλής Ιούδα, έμειναν πιστοί στο βασιλιά τους (Β' Βασιλειών 20,1-2). Όταν ο Δαβίδ επέστρεψε στο παλάτι του στην Ιερουσαλήμ, πήρε τις δέκα παλλακίδες, που τις είχε αφήσει όταν έφυγε, και τις εγκατέστησε σ' ένα άλλο σπίτι. Ο Δαβίδ φρόντιζε για τη διατροφή τους, αλλά δεν είχε πια σχέσεις μαζί τους. Έμειναν έτσι ως το θάνατό τους, σαν ζωντοχήρες (Β' Βασιλειών 20,3).

Στη συνέχεια ο Δαβίδ ζήτησε από τον Αμεσσαΐ (Αμεσσά) να συγκεντρώσει μέσα σε τρεις μέρες όλους τους άνδρες της φυλής Ιούδα.  Ο Αμεσσαΐ εκτέλεσε τη διαταγή, αλλά καθυστέρησε όμως περισσότερο από το χρόνο που του είχε ορίσει ο Δαβίδ. Όταν επέστρεψε, ο Δαβίδ τους είπε ότι ο Σαβεέ ετοιμάζεται για ανταρσία και θα προξενήσει μεγαλύτερα κακά απ' ότι ο Αβεσσαλώμ. Έτσι έδωσε διαταγή στον Αμεσσαΐ να καταδιώξει τον Σαβεέ. Ο στρατός του αρχιστράτηγου Ιωάβ, οι σωματοφύλακες του Δαβίδ, ο Χερεθί και ο Φελεθί, από τη βασιλική φρουρά, καθώς και όλοι οι ανδρείοι και επίλεκτοι πολεμιστές, ακολούθησαν τον Αμεσσαΐ και βγήκαν από την Ιερουσαλήμ για να καταδιώξουν το Σαβεέ (Β' Βασιλειών 20,4-7).

Όταν ο στρατός του Δαβίδ έφτασε στη Γαβαών, κοντά στο μεγάλο βράχο, τους συνάντησε εκεί ο Αμεσσαΐ. Ο Ιωάβ φορούσε το στρατιωτικό του μανδύα και στη μέση του ήταν η θήκη με το σπαθί του. Καθώς προχώρησε, όμως, το σπαθί του έπεσε από τη θήκη. Ο Ιωάβ χαιρέτησε τον Αμεσσαΐ και με το δεξί του χέρι έπιασε το γένι του Αμεσσαΐ για να τον φιλήσει. Ο Αμεσσαΐ δεν πρόσεξε το μαχαίρι, που κρατούσε ο Ιωάβ στο αριστερό του χέρι. Έτσι ο Ιωάβ τον χτύπησε στην κοιλιά και ο Αμεσσαΐ πέθανε αμέσως, χωρίς δεύτερο χτύπημα (Β' Βασιλειών 20,8-10). Μετά τη δολοφονία του Αμεσσαΐ, ο Ιωάβ κι ο αδερφός του ο Αβεσσά (Αβεσσαΐ) προχώρησαν για να καταδιώξουν το Σαβεέ. Το πτώμα του Αμεσσαΐ όμως, βρισκόταν στη μέση του δρόμου, βουτηγμένο στο αίμα. Ο Ιωάβ είχε βάλει κοντά στο πτώμα, έναν από τους άντρες του να παρακινεί τους στρατιώτες να προσπεράσουν το πτώμα και ν' ακολουθήσουν τον Ιωάβ. Επειδή όμως παρατήρησε, ότι όσοι περνούσαν από κει κοντοστέκονταν, γι' αυτό μετέφερε το πτώμα του Αμεσσαΐ έξω απ' το δρόμο, σε κάποιο χωράφι, και το σκέπασε μ' ένα ρούχο. Μετά απ' αυτό όλοι ακολούθησαν τον Ιωάβ, στην καταδίωξη του Σαβεέ (Β' Βασιλειών 20,11-13).

Ο Ιωάβ πέρασε από όλες τις φυλές του Ισραήλ ως την πόλη Αβέλ Βαιθμαχά στο βορρά. Στην πόλη Χαρρί συγκεντρώθηκαν και άλλοι Ισραηλίτες, που ήταν πιστοί στον Ιωάβ και τον ακολούθησαν. Έτσι ο στρατός του Ιωάβ πολιόρκησε τον Σαβεέ στην πόλη Αβέλ Βαιθμαχά. Κατασκεύασαν γύρω της ανάχωμα που έφτανε σε ύψος τα τείχη της πόλεως. Μετά ο στρατιώτες του Ιωάβ προσπάθησαν να καταστρέψουν τα τείχη της πόλεως. Τότε μια γυναίκα συνετή ζήτησε από τους στρατιώτες να φωνάξουν τον Ιωάβ. Όταν ο Ιωάβ έφτασε κοντά της, εκείνη του είπε, ότι από παλιά η Αβέλ ήταν πόλη της φυλής Δαν. Σ' αυτή πήγαιναν πολλοί για να πάρουν χρήσιμες συμβουλές για τις υποθέσεις τους. Είναι μια από τις πιο ειρηνικές και πιστές πόλεις του Ισραήλ. Και στο τέλος του είπε, ότι επιδιώκει να καταστρέψει μια από τις σπουδαιότερες πόλεις του Ισραήλ, η οποία είναι ιδιοκτησία του Κυρίου. Ο Ιωάβ της απάντησε, ότι δεν είχε καμία πρόθεση να καταστρέψει την πόλη και της είπε, ότι θα λύσει την πολιορκία, εάν του παραδώσουν τον Σαβεέ, ο οποίος επαναστάτησε κατά του βασιλιά Δαβίδ. Η γυναίκα είπε στον Ιωάβ, ότι θα του ρίξουν το κεφάλι του Σαβεέ από το τείχος (Β' Βασιλειών 20,14-21). Η γυναίκα επέστρεψε στην πόλη και μίλησε στους κατοίκους με σύνεση και σοφία. Οι κάτοικοι της πόλης πείστηκαν από τα λόγια της, φόνευσαν το Σαβεέ, του έκοψαν το κεφάλι και το έριξαν στον Ιωάβ. Τότε ο Ιωάβ σάλπισε με τη σάλπιγγα και έλυσε την πολιορκία της πόλης. Ο Ιωάβ επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ και οι στρατιώτες στις κατοικίες τους (Β' Βασιλειών 20,22-26).

Η ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ

Μετά από την ανταρσία του Αβεσσαλώμ και του Σαβεέ, έπεσε πείνα στη χώρα που κράτησε τρία χρόνια. Ο Δαβίδ παρακάλεσε τον Κύριο για να μάθει την αιτία αυτής της συμφοράς. Ο Κύριος του απάντησε, ότι αυτή η συμφορά επήλθε εξαιτίας των φόνων που έκανε ο Σαούλ και οι δικοί του, όταν έδωσε διαταγή να θανατωθούν κάτοικοι της Γαβαών. Οι Γαβαωνίτες δεν ήταν Ισραηλίτες, αλλά υπολείμματα των Αμορραίων και των Χορραίων. Κατά την είσοδο των Ισραηλιτών στη Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή και οι Ισραηλίτες τους είχαν υποσχεθεί με όρκο να τους αφήσουν να ζήσουν, αλλά ο Σαούλ, από υπερβολικό ζήλο για το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα, είχε επιδιώξει κάποτε να τους εξοντώσει (Β' Βασιλειών 21,1-2).

Κάλεσε, λοιπόν, ο βασιλιάς Δαβίδ τους Γαβαωνίτες και τους ρώτησε τι να κάνει για αυτούς, ώστε να εξιλεωθούν οι Ισραηλίτες απέναντί τους και να σταματήσουν να καταριούνται το λαό του Κυρίου. Οι Γαβαωνίτες του απάντησαν, ότι η διαφορά τους με το Σαούλ και τους απογόνους του, δεν ήταν μια υπόθεση που κανονίζεται με ασήμι και χρυσάφι. Ούτε είχαν την αξίωση να θανατωθούν κάποιοι από τους Ισραηλίτες. Ο Δαβίδ επέμενε, οπότε οι Γαβαωνίτες του απάντησαν ότι, επειδή ο Σαούλ προσπάθησε να τους εξοντώσει και να τους εξαφανίσει από την περιοχή του Ισραήλ, ζήτησαν λοιπόν από το βασιλιά Δαβίδ να τους παραδώσουν εφτά άντρες από τους απογόνους του Σαούλ για να τους κρεμάσουν ενώπιον του Κυρίου, στη Γαβαών (Β' Βασιλειών 21,3-6).

Ο Δαβίδ υποσχέθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Ο Δαβίδ όμως εξαίρεσε το Μεμφιβοσθέ, γιο του Ιωνάθαν και εγγονό του Σαούλ, επειδή μαζί με τον Ιωνάθαν είχαν δώσει όρκο, στο όνομα του Κυρίου. Έτσι πήρε λοιπόν τους δύο γιους της Ρεσφά, τον Ερμωνί και τον Μεμφιβοσθέ, που τους είχε κάνει με το Σαούλ, καθώς και τους πέντε γιους της Μιχόλ, κόρης του Σαούλ, που τους είχε κάνει με τον Εσδριήλ, γιο του Βερζελλί του Μουλαθίτη, και τους παρέδωσε στους Γαβαωνίτες. Εκείνοι τους κρέμασαν στο βουνό, κοντά στη Γαβαών, ενώπιον του Κυρίου, τις πρώτες μέρες του θερισμού των κριθαριών (Β' Βασιλειών 21,6-9).

Η Ρεσφά, κόρη του Αϊά, συντετριμμένη από το πένθος, πήρε ένα σάκκο, τον άπλωσε σ' ένα βράχο και τον έκανε σκηνή για τον εαυτό της. Έμεινε εκεί από την αρχή του θερισμού, μέχρις ότου έπεσε βροχή από τον ουρανό πάνω στους νεκρούς. Σε όλη αυτή την περίοδο, μέρα και νύχτα, δεν άφηνε τα όρνεα, ούτε τα θηρία της γης, να πλησιάσουν στα πτώματα των κρεμασμένων παιδιών της (Β' Βασιλειών 21,10). Όταν αναγγέλθηκε στο Δαβίδ αυτό που έκανε η Ρεσφά, η παλλακίδα του Σαούλ, κατεπλάγησαν από τη στοργή και την αφοσίωση προς τα παιδιά της. Ο Δαβίδ τότε διέταξε τον Δαν, γιο του Ιωά, που ήταν απόγονος των γιγάντων να κατεβάσει και να παραλάβει τα κρεμασμένα πτώματα. Μετά ο Δαβίδ πήρε τα οστά του Σαούλ και του Ιωνάθαν, από τους κατοίκους της Ιαβίς, στη Γαλαάδ, και, μαζί με τα οστά αυτών που είχαν κρεμαστεί, τα έθαψαν στην περιοχή της φυλής Βενιαμίν, στον τάφο του Κις, πατέρα του Σαούλ. Κι αφού έγιναν όλα, όπως διέταξε ο βασιλιάς Δαβίδ, ο Κύριος άκουσε την προσευχή του Δαβίδ και απάλλαξε τη χώρα από το λιμό (Β' Βασιλειών 21,11-14).

ΝΙΚΗΦΟΡΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

Μετά τα γεγονότα αυτά έγινε νέος πόλεμος μεταξύ των Φιλισταίων και των Ισραηλιτών. Στον πόλεμο αυτό πήρε μέρος κι ο Δαβίδ, ο οποίος λόγω της μεγάλης του ηλικίας κουράστηκε. Μεταξύ των Φιλισταίων ήταν και ο Ιεσβί, ένας από τους απογόνους των γιγάντων. Το ακόντιο του ζύγιζε πάνω από 300 σίκλους χαλκού (3500 γραμμάρια περίπου). Ήταν ζωσμένος μ' ένα ρόπαλο και μ' αυτό όρμησε αποφασισμένος να σκοτώσει το Δαβίδ. Αλλά ο Αβεσσά έσπευσε και βοήθησε το Δαβίδ. Χτύπησε τον Ιεσβί και τον σκότωσε. Τότε οι στρατιώτες του Δαβίδ για να προφυλάξουν το βασιλιά τους του ζήτησαν να μην ξαναπάρει μέρος σε πόλεμο μαζί τους (Β' Βασιλειών 21,15-17).

Μετά τη μάχη αυτή, έγινε μια καινούρια στην περιοχή της Γεθ, στη Γαζέρ, μεταξύ των Ισραηλιτών και των Φιλισταίων. Εκεί ο Σεβοχά (Σοβοχαΐ) από την Αστατώθ (Ουσά), σκότωσε το γίγαντα Σεφ (Σαφού). Σε μια άλλη μάχη στην περιοχή της Γοβ, ο Ελεανάν (Ελλανάν), γιος του Αριωργίμ (Ιαΐρ) από την Βηθλεέμ, σκότωσε το Λαχμί, αδερφό του γίγαντα Γολιάθ από τη Γεθ, που το ξύλο της λόγχης του ήταν σαν το αντί του αργαλειού. Σε μια άλλη μάχη πάλι στην περιοχή της Γεθ, ήταν ένας γίγαντας φαλακρός, ο οποίος είχε έξι δάκτυλα στα χέρια και στα πόδια (συνολικά είχε 24 δάκτυλα). Αυτός έβριζε συνέχεια τους Ισραηλίτες, αλλά ο Ιωνάθαν, γιος του Σαμμαά (Σεμεΐ) και ανηψιός του Δαβίδ, τον σκότωσε. Και οι τέσσερις αυτοί πολεμιστές ήταν οι τελευταίοι απόγονοι των γιγάντων, από τον οίκο του Ραφά στη Γεθ, και σκοτώθηκαν από το Δαβίδ και τους στρατιώτες του (Β' Βασιλειών 21,18-22. Α' Παραλειπομένων 20,4-8).

Ο Ελεανάν ήταν μαζί με το Δαβίδ στη Σερράν, όταν οι Φιλισταίοι χλεύαζαν και προκαλούσαν τους Ισραηλίτες σε μονομαχία. Κάποια στιγμή ο Ελεανάν χτύπησε τους Φιλισταίους, μέχρις ότου κουράστηκε το χέρι του και κόλλησε η παλάμη του στη λαβή του ξίφους του. Έτσι ο Κύριος πραγματοποίησε την ημέρα εκείνη μεγάλη νίκη για τους Ισραηλίτες, οι οποίοι όσοι ήταν πίσω του λαφυραγωγούσαν και απογύμνωναν τους νεκρούς (Β' Βασιλειών 23,9-10).

Ο ΔΑΒΙΔ ΚΑΝΕΙ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μια μέρα ο Δαβίδ παρασύρθηκε σε μια πράξη, που ήταν ενάντια στο νόμο του Κυρίου. Έδωσε διαταγή στον αρχιστράτηγο Ιωάβ, να περάσει απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ για ν' απογράψει τον Ισραηλιτικό λαό και να δει πόσος ήταν ο στρατός του. Ο Ιωάβ του υπενθύμισε, ότι μια τέτοια πράξη είναι αντίθετη στο θέλημα του Θεού, αλλά ο Δαβίδ επέμενε (Β' Βασιλειών 24,1-4. Α' Παραλειπομένων 21,1-4). Η απογραφή ήταν ένας τρόπος για να γίνει γνωστή η στρατιωτική δύναμη του βασιλείου. Επειδή, όμως, οι Ισραηλίτες ήταν βασίλειο του Θεού δεν έπρεπε να στηρίζει τη δύναμή του στον αριθμό των πολεμιστών του, αλλά στη δύναμη του Θεού.

Έτσι λοιπόν ο Ιωάβ και οι αξιωματούχοι του Δαβίδ πέρασαν τον Ιορδάνη κι άρχισαν από την Αροήρ. Μετά συνέχισαν στη Γαλαάδ, στη Θαβασών, στη Δανιδάν και Ουδάν, και έφτασαν μέχρι τη Σιδώνα. Μετά πέρασαν από την Τύρο, απ' όλες τις πόλεις των Ευαίων και των Χαναναίων, και αφού πέρασαν απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, έφτασαν νότια του Ιούδα, στη Βηρσαβεέ. Αφού περιόδευσαν όλη τη χώρα, μετά από εννέα μήνες και είκοσι μέρες, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιωάβ παρέδωσε στο βασιλιά Δαβίδ τον αριθμό της απογραφής του λαού. Ήταν 800.000 μάχιμοι άνδρες από τις άλλες φυλές του Ισραήλ και 500.000 άνδρες από τη φυλή του Ιούδα (Β' Βασιλειών 24,5-9). Σύμφωνα με το βιβλίο των Παραλειπομένων Α' κατά την καταμέτρηση βρέθηκαν 1.100.000 άνδρες ικανοί να κρατήσουν όπλο, ενώ οι άνδρες της φυλής Ιούδα ήταν 470.000 άνδρες. Μόνο τους Λευίτες και τους άνδρες της φυλής Βενιαμίν δεν κατέγραψε μεταξύ των άλλων φυλών ο Ιωάβ, διότι έτσι ήταν η διαταγή του Δαβίδ (Α' Παραλειπομένων 21,5-6).

Ο Δαβίδ δεν έκανε αρίθμηση των Ισραηλιτών, οι οποίοι ήταν κάτω από 20 ετών, διότι ο Κύριος του είχε υποσχεθεί, ότι θα πλήθυνε τους Ισραηλίτες όπως τ' άστρα τ' ουρανού. Όταν ο Ιωάβ έκανε την απογραφή του Ισραηλιτικού λαού, δεν την τελείωσε, γιατί είχε ήδη ξεσπάσει η οργή του Κυρίου εναντίον των Ισραηλιτών, γι' αυτό και δεν καταγράφτηκε ο αριθμός της απογραφής σε βιβλίο επί των ημερών του Δαβίδ (Α' Παραλειπομένων 27,23-24).

Ο Δαβίδ όμως αισθάνθηκε τύψεις μετά την καταμέτρηση του λαού και ζήτησε συγχώρεση από τον Κύριο. Την άλλη μέρα το πρωΐ, ο Κύριος είπε στον προφήτη Γαδ, να πάει στο Δαβίδ και να του προτείνει να διαλέξει μεταξύ τριών ποινών: Να πέσει πείνα για τρία χρόνια στη χώρα του, να φύγει για τρεις μήνες καταδιωγμένος από τους εχθρούς του, οι οποίοι για το διάστημα αυτό θα εξολοθρεύουν το λαό ή να πέσει θανατικό από τον άγγελο Κυρίου για τρεις μέρες στη χώρα;
Ο προφήτης Γαδ πήγε στο Δαβίδ και του είπε το θέλημα του Κυρίου. Ο Δαβίδ βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και προτίμησε να πέσει από τα χέρια του Κυρίου, που είναι πολυεύσπλαχνος, γι' αυτό προτίμησε το θανατικό από τον άγγελο Κυρίου. Έτσι ο Κύριος έστειλε τον άγγελο Κυρίου να εξολοθρεύσει τους Ισραηλίτες, κατά την εποχή του θερισμού των σιτηρών. Πέθαναν τότε 70.000 άνδρες από τη Δαν έως τη Βηρσαβεέ. Όταν όμως ο άγγελος του Κυρίου έφτασε πάνω από την Ιερουσαλήμ και σκόρπιζε τον όλεθρο, ο Κύριος ανακάλεσε την απόφασή του και είπε στον άγγελο να σταματήσει το θανατικό. Εκείνη τη στιγμή ο άγγελος του Κυρίου στεκόταν στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου (Β' Βασιλειών 24,10-16. Α' Παραλειπομένων 21,7-15).

Ο Δαβίδ, όταν είδε τον άγγελο να βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης, να έχει τη ρομφαία του στραμένη προς την Ιερουσαλήμ και να στέλνει το θανατικό στο λαό, τότε μαζί με τους πρεσβυτέρους του λαού, φόρεσαν σάκκους ως ένδειξη μετάνοιας και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Ο Δαβίδ είπε προς τον Κύριο, ότι εκείνος αμάρτησε και εκείνος ήταν ο ένοχος, ενώ ο λαός δεν αμάρτησε. Γι' αυτό λοιπόν ζήτησε από τον Κύριο να τιμωρήσει τον ίδιο και την οικογένειά του.

Ο άγγελος Κυρίου πήγε στον προφήτη Γαδ και του είπε να πει στο Δαβίδ, να πάει στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου και να χτίσει εκεί ένα θυσιαστήριο για τον Κύριο. Πήγε, λοιπόν, ο Δαβίδ στο αλώνι του Ορνά για να πράξει ότι του ζήτησε ο Κύριος (Β' Βασιλειών 24,17-19. Α' Παραλειπομένων 21,16-19).

Ο Ορνά κατά την ημέρα εκείνη, ήταν στο αλώνι του και αλώνιζε σιτάρι. Είδε το βασιλιά να έρχεται από μακριά με τους αξιωματούχους του. Οι τέσσερις γιοι του όταν είδαν το βασιλιά, φοβήθηκαν και κρύφτηκαν. Όταν ο Δαβίδ έφτασε στο αλώνι του, ο Ορνά προσκύνησε το βασιλιά και του είπε για ποιο λόγο ήρθε. Ο Δαβίδ του απάντησε, ότι θέλει ν' αγοράσει το αλώνι του για να χτίσει ένα θυσιαστήριο στον Κύριο και να σταματήσει το θανατικό που είχε ξεσπάσει στο λαό.

Ο Ορνά πρόσφερε στο βασιλιά Δαβίδ το αλώνι του, καθώς και τα βόδια του για το ολοκαύτωμα, το άροτρο ως ξύλα για την πυρά και το σιτάρι του ως αναίμακτη θυσία για τον Κύριο. Ακόμη ευχήθηκε ο Κύριος να κάνει δεκτή αυτή την προσφορά. Αλλά ο Δαβίδ αρνήθηκε την προσφορά του Ορνά και του ζήτησε οπωσδήποτε να αγοράσει αυτό το αλώνι με χρήματα. Έτσι αγόρασε ο Δαβίδ το αλώνι και τα βόδια του Ορνά για 50 ασημένιους σίκλους ή για 600 χρυσούς σίκλους κατά το βιβλίο των Παραλειπομένων. Έχτισε εκεί θυσιαστήριο για τον Κύριο και πρόσφερε πάνω σ' αυτό ολοκαυτώματα. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του Δαβίδ και έστειλε από τον ουρανό φωτιά και έκαψε τα ολοκαυτώματα. Αμέσως μετά έδωσε εντολή στον άγγελο και σταμάτησε το θανατικό που είχε ξεσπάσει στο λαό. Όταν ο Δαβίδ είδε ότι ο Κύριος άκουσε την προσευχή του, πρόσφερε και άλλες θυσίες ειρηνικές (Β' Βασιλειών 24,20-25. Α' Παραλειπομένων 21,20-28).

Αργότερα ο Σολομώντας, όταν έγινε βασιλιάς, μεγάλωσε αυτό το θυσιαστήριο γιατί ήταν μικρό (Β' Βασιλειών 24,25). Κατά την εποχή εκείνη, επειδή η Σκηνή του Μαρτυρίου και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, που είχαν κατασκευαστεί στην έρημο από τον Μωυσή, βρίσκονταν σ' ένα ύψωμα στη Βαμά, κοντά στη Γαβαών, ο Δαβίδ δεν μπορούσε να πάει στο μέρος εκείνο και να ζητήσει με θυσίες το έλεος του Κυρίου, γιατί φοβόταν την απειλητική ρομφαία του αγγέλου (Α' Παραλειπομένων 21,29-30).

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Ο Δαβίδ διάλεξε το αλώνι του Ορνά, ως τον τόπο που θα χτιζόταν ο Ναός του Κυρίου. Στο μέρος αυτό θα βρισκόταν και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, όπου θα γινόντουσαν οι θυσίες στον Κύριο. Ο Δαβίδ διέταξε να συγκεντρωθούν όλοι οι ξένοι, που κατοικούσαν στη χώρα του Ισραήλ και ήταν προσήλυτοι στην ισραηλιτική πίστη, και όρισε από αυτούς λατόμους, για να λαξεύσουν τις πέτρες για το χτίσιμο του Ναού του Κυρίου. Ετοίμασε ακόμα πολύ σίδερο για να φτιαχτούν τα καρφιά που χρειάζονταν για τα θυρόφυλλα των πυλών. Συγκέντρωσε ακόμη πάρα πολύ χαλκό, τόσον που δεν μπορούσε να ζυγιστεί. Συγκέντρωσε ξύλα κέδρων τόσα, ώστε ήταν αδύνατο να αριθμηθούν. Αυτά ήταν άφθονα και τα έφεραν οι Σιδώνιοι και οι Τύριοι από τα πλούσια δάση τους (Α' Παραλειπομένων 22,1-4. Β' Παραλειπομένων 3,1). Όταν ο Δαβίδ έκανε όλες αυτές τις ετοιμασίες ήταν σε γεροντική ηλικία και ο γιος του, ο Σολομών, ήταν ακόμη παιδί. Ο Ναός που θα χτιζόταν προς δόξαν του Κυρίου, θα ήταν μεγαλοπρεπής και ξακουστός σ' όλη τη γη. Για τον Ναό αυτόν ο γιος του θα αποκτούσε όνομα και δόξα σ' όλες τις χώρες (Α' Παραλειπομένων 22,5).

Ο Δαβίδ λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε το γιο του, το Σολομώντα, όλους τους άρχοντες και τους αξιωματούχους του βασιλείου, καθώς και τους αρχηγούς του στρατού. Αφού στάθηκε στο μέσο της συγκέντρωσης τους είπε, ότι κάποτε είχε την επιθυμία να χτίσει ένα ναό προς τιμήν του Κυρίου, όπου εκεί μέσα να τοποθετήσει την Κιβωτό της Διαθήκης. Αλλά ο Κύριος του μίλησε και δεν του επέτρεψε να το κάνει, γιατί είχε χύσει πολύ αίμα στη διάρκεια των πολέμων που διεξήγαγε. Γι' αυτό, λοιπόν, ο Κύριος απ' όλους τους γιους του, διάλεξε τον Σολομώντα για να τον διαδεχτεί στο θρόνο του Ισραηλιτικού λαού. Αυτόν όρισε ο Κύριος να χτίσει το Ναό στ' όνομά του, γιατί είναι άνθρωπος της ειρήνης και για όλο το διάστημα της βασιλείας του, ο Κύριος θα του εξασφαλίσει ειρήνη με όλους τους λαούς και θα κάνει το θρόνο του ακλόνητο για πάντα. Στη συνέχεια ο Δαβίδ ζήτησε απ' όλους τους άρχοντες και τους αξιωματούχους, καθώς και από τους αρχηγούς του στρατού, να τηρούν όλες τις εντολές του Κυρίου και να παραδώσουν τη χώρα ως κληρονομιά στους απογόνους τους (Α' Παραλειπομένων 22,6-10. 28,1-8. Γ' Βασιλέων 8,17-19. Β' Παραλειπομένων 6,7-9). Μετά ο Δαβίδ στράφηκε στο Σολομώντα και του έδωσε την εντολή να είναι πιστός και αφοσιωμένος στο Θεό, να τηρεί και να εφαρμόζει το νόμο του Κυρίου και ποτέ να μην τον εγκαταλείψει για να μην τον εγκαταλείψει κι αυτόν ο Κύριος. Του ευχήθηκε να του δώσει ο Κύριος, σοφία και σύνεση, ώστε να γίνει ισχυρός ηγέτης. Του είπε να είναι θαρραλέος και δυνατός, να μη φοβάται και να μη δειλιάζει. Ακόμη του είπε ότι αυτόν διάλεξε ο Κύριος για να χτίσει το Ναό προς τιμήν του.

Έπειτα ο Δαβίδ έδωσε στο Σολομώντα το σχέδιο του Ναού και των γύρω απ' αυτόν κτιρίων. Όλα τα σχέδια για τα θησαυροφυλάκια, τα υπερώα, τις εσωτερικές αίθουσες, για το χώρο όπου θα ήταν τα Άγια των Αγίων και θα φυλασσόταν η Κιβωτός της Διαθήκης, για τις αυλές του Ναού, για τα καταλύματα των ιερέων και των Λευιτών. Του έδωσε ακόμη τα σχέδια για όλα τα ιερά σκεύη του Ναού και όριζαν το βάρος όλων των χρυσών και των ασημένιων αντικειμένων. Του είπε ότι έχει συγκεντρώσει όλα τα υλικά που χρειάζονται για το Ναό του Κυρίου: 100.000 τάλαντα χρυσού, 1.000.000 τάλαντα ασήμι, καθώς επίσης χαλκό και σίδερο ανυπολόγιστο. Έχει ετοιμάσει ακόμη τα ξύλα και τις πέτρες που χρειάζονται. Θα έχει στη διάθεσή του πάρα πολλούς εργάτες, οικοδόμους, λατόμους, ξυλουργούς και κάθε είδους τεχνίτες για κάθε εργασία. Του είπε να προχωρήσει το έργο και ο Κύριος θα είναι μαζί του έως ότου αποπερατώσει όλες τις εργασίες του Ναού. Στη συνέχεια ο Δαβίδ έδωσε εντολή σε όλους τους άρχοντες και τους αξιωματούχους του βασιλείου να βοηθήσουν το γιο του, το Σολομώντα (Α' Παραλειπομένων 22,11-19. 28,9-21).

Ο Δαβίδ απευθυνόμενος πάλι στους άρχοντες και τους αξιωματούχους του βασιλείου, καθώς και τους αρχηγούς του στρατού, τους είπε ότι, η ανοικοδόμηση του Ναού του Κυρίου είναι ένα έργο μεγάλο και δύσκολο. Τους είπε ότι έχει ετοιμάσει όλα τα υλικά για την κατασκευή του, χρυσό, ασήμι, χαλκό, σίδηρο, ξύλα, εκλεκτές πέτρες, πολύτιμους λίθους και μάρμαρο από την Πάρο. Τους είπε, ότι έχει αφιερώσει από την περιουσία του αρκετό χρυσό και ασήμι για την οικοδόμηση του Ναού. Προσφέρει, λοιπόν, 3.000 χρυσά τάλαντα από την Σουφίρ και 7.000 ασημένια τάλαντα για την κατασκευή των χρυσών και ασημένιων αντικειμένων του Ναού. Μετά ο Δαβίδ τους πρότεινε, εάν μπορούσαν κι αυτοί να συνεισφέρουν για την οικοδόμηση του Ναού (Α' Παραλειπομένων 29,1-5).

Έτσι όλοι οι άρχοντες και οι αξιωματούχοι, οι αρχηγοί των πατριών και οι αρχηγοί του στρατού, προθυμοποιήθηκαν και προσέφεραν για την οικοδόμηση του Ναού 5.000 χρυσά τάλαντα, 10.000 χρυσά νομίσματα, 10.000 ασημένια τάλαντα, 18.000 τάλαντα χαλκού και 100.000 τάλαντα σιδήρου. Όσοι είχαν στην κατοχή τους πολύτιμους λίθους τους πρόσφεραν για το θησαυροφυλάκιο του Ναού του Κυρίου, το οποίο βρισκόταν υπό την εποπτεία του Ιεϊήλ του Γεθσωνίτη. Ο βασιλιάς Δαβίδ, όπως και ο λαός, ευχαριστήθηκαν από αυτήν την ολοπρόθυμη την προσφορά (Α' Παραλειπομένων 29,6-9).
Τότε ο Δαβίδ δόξασε τον Κύριο ενώπιον όλης της συγκέντρωσης. Αμέσως μετά όλοι οι συγκεντρωμένοι έπεσαν στα γόνατα, προσκύνησαν και δόξασαν τον Κύριο (Α' Παραλειπομένων 29,10-20).

Ο ΣΟΛΟΜΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

Όταν πια ο Δαβίδ είχε γεράσει αρκετά, όρισε ως διάδοχό του το γιο του, το Σολομώντα (Α' Παραλειπομένων 23,1). Την επόμενη ημέρα από την συγκέντρωση ο Δαβίδ προσέφερε θυσία στον Κύριο. Πρόσφερε ως ολοκαύτωμα 1.000 μοσχάρια, 1.000 κριάρια, 1.000 αρνιά, σπονδές οίνου κι άλλες ειρηνικές θυσίες για όλο τον ισραηλιτικό λαό. Οι Ισραηλίτες έφαγαν και ήπιαν την ημέρα εκείνη ενώπιον του Κυρίου. Τότε για δεύτερη φορά ανακήρυξαν το Σολομώντα ως διάδοχο του Δαβίδ και τον έχρισαν βασιλιά του Ισραήλ. Κατά την ημέρα αυτή χρίστηκε και ο Σαδώκ ως αρχιερέας. Έπειτα κάθισε ο Σολομών στο θρόνο του πατέρα του και όλοι τον αναγνώρισαν ως βασιλιά και τον προσκύνησαν (Α' Παραλειπομένων 29,21-24). Ο Κύριος είχε υποσχεθεί στο Δαβίδ, ότι από τους απογόνους του θ' ανεβάζει διαδόχους στο θρόνο του Ισραήλ, εφόσον οι απόγονοί του τηρήσουν τη διαθήκη του και τις εντολές του (Α' Παραλειπομένων 22,10. 28,6-7. Ψαλμοί 131,10-12).

Ο ΔΑΒΙΔ ΑΠΟΓΡΑΦΕΙ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΛΕΥΙΤΕΣ

Μετά την ανακήρυξη του Σολομώντα ως βασιλιά, ο Δαβίδ συγκέντρωσε όλους τους άρχοντες του βασιλείου, τους ιερείς και τους Λευίτες, και έκανε αρίθμηση των Λευιτών από 30 ετών και άνω. Από την απογραφή που έγινε, ο αριθμός των Λευιτών ανερχόταν σε 38.000 άνδρες. Ο Δαβίδ όρισε από αυτούς 24.000 Λευίτες να επιβλέπουν τα έργα της ανοικοδόμησης του Ναού του Κυρίου. Ακόμη όρισε ως γραμματείς και δικαστές 6.000 Λευίτες, ως θυρωρούς στο Ναό 4.000 και ως ψαλμωδούς και μουσικούς άλλους 4.000 Λευίτες, για να υμνούν τον Κύριο. Ο Δαβίδ ακόμη διαίρεσε τους Λευίτες σε τάξεις, ανάλογα με τον αριθμό των πατριών των απογόνων του Λευΐ, του Γεδσών, του Καάθ και του Μεραρί (Α' Παραλειπομένων 23,1-6). Ο Δαβίδ όρισε λοιπόν τους Λευίτες να εκτελούν έργα στο ναό του Κυρίου. Διότι είπε ο Δαβίδ, ότι οι Λευίτες δεν είχαν πλέον την υποχρέωση να κουβαλούν τη Σκηνή του Μαρτυρίου και τα ιερά σκεύη της, αφού είχε γίνει μόνιμη εγκατάσταση της στην Ιερουσαλήμ. Έτσι λοιπόν τους όρισε να βοηθούν τους ιερείς στα καθήκοντά τους, να υπηρετούν στο Ναό του Κυρίου, να βοηθούν στην τέλεση των θυσιών και να καθαρίζουν τα ιερά σκεύη. Ακόμη είχαν ως υπηρεσία να ψάλλουν ύμνους προς τον Κύριο, πρωΐ και βράδυ (Α' Παραλειπομένων 23,24-32).

Ο Δαβίδ, με τη βοήθεια του Σαδώκ του αρχιερέα και του γιου του Αχιμέλεχ, διαίρεσε τους απογόνους του Ελεάζαρ και του Ιθάμαρ, αναλόγως με την υπηρεσία τους και τις πατριαρχικές οικογένειες στις οποίες ανήκαν. Κατά την απογραφή βρέθηκαν περισσότεροι άρχοντες μεταξύ των απογόνων του Ελεάζαρ παρά του Ιθάμαρ. Έτσι ο Δαβίδ διαίρεσε τους απογόνους του Ελεάζαρ σε 16 πατριαρχικές οικογένειες και τους απογόνους του Ιθάμαρ σε οκτώ πατριαρχικές οικογένειες. Επειδή, όμως, υπήρχαν και απόγονοι του Ελεάζαρ και απόγονοι του Ιθάμαρ, που ήταν προϊστάμενοι του Ναού και του θυσιαστηρίου, η κατανομή τους σε ομάδες έγινε με κλήρωση. Αυτούς τους κατέγραψε ο Λευίτης γραμματέας Σαμαΐας, γιος του Ναθαναήλ, ενώπιον του βασιλιά, των άλλων αρχόντων, του αρχιερέα Σαδώκ και του γιου του Αχιμέλεχ, του γιου του Αβιάθαρ και ενώπιον των αρχηγών των ιερατικών και Λευιτικών οικογενειών. Κατά την κλήρωση κληρωνόταν δύο οικογένειες από τους απογόνους του Ελεάζαρ και μία οικογένεια από τους απογόνους του Ιθάμαρ (Α' Παραλειπομένων 24,1-6). Κλήρωση έγινε και σε άλλες λευιτικές οικογένειες (Α' Παραλειπομένων 24,31).

Στη συνέχεια ο Δαβίδ και οι στρατιωτικοί του άρχοντες εγκατέστησαν τους γιους του Ασάφ, του Αϊμάν και του Ιδιθούν, να υμνούν και να δοξάζουν το Θεό με τη βοήθεια μουσικών οργάνων, κάτω από την επιστασία των πατέρων τους. Όλοι όσοι ορίστηκαν να υμνούν και να δοξάζουν τον Κύριο με μουσικά όργανα, με κινύρες, νάβλες και κύμβαλα, ήταν 288, μαζί με τους μαθητευόμενους. Έβαλαν κι αυτοί κλήρο, τόσο οι διδάσκαλοι όσο και οι μαθητευόμενοι, για να ασκούν την υπηρεσία τους στο Ναό (Α' Παραλειπομένων 25,1. 25,6-8). Ως θυρωροί, στην υπηρεσία του Ναού, τοποθετήθηκαν όλοι οι απόγονοι του Μοσελλεμία, συνολικά 62 άνδρες, καθώς και ο Οσά μαζί με τους γιους του και τ' αδέλφια του, συνολικά 13 άνδρες. Μετά έβαλαν κλήρο για κάθε πύλη του Ναού. Καθημερινά ήταν 6 Λευίτες στην ανατολική θύρα, 4 στη βόρεια, 4 στη νότια και 2 στον οίκο των συγκεντρώσεων, και στη δυτική πλευρά ήταν 4 προς την δρόμο της αναβάσεως και 2 στην οδό των συνεχόμενων δωματίων (Α' Παραλειπομένων 26,1-19). Στη συνέχεια ορίστηκαν οι Λευίτες, που είχαν ως καθήκον την επίβλεψη και φύλαξη των θησαυρών του Ναού και των ιερών αντικειμένων. Στους θησαυρούς του Ναού υπήρχαν και τα αφιερώματα, που είχαν πάρει ως λάφυρα από τις πόλεις που είχαν κατακτήσει. Υπήρχαν επίσης τα αφιερώματα του Σαμουήλ, του Σαούλ, του Αβεννήρ και του Ιωάβ (Α' Παραλειπομένων 26,20-28). Κατά το τεσσαρακοστό έτος της βασιλείας του Δαβίδ, υπήρχε στην Ιαζήρ, στην περιοχή της Γαλαάδ, ένας άνδρας γενναίος και πολύ δυνατός. Αυτός μαζί με τους αδελφούς του, οι οποίοι ήταν κι αυτοί δυνατοί,  ήταν άρχοντες πατριαρχικών οικογενειών. Αυτούς τους διόρισε ο Δαβίδ ως αρχηγούς των φυλών Ρουβήν, Γαδ και μισή Μανασσή, για όλες τις υποθέσεις των φυλών αυτών απέναντι στο βασιλιά. Όλοι αυτοί μαζί με τους απογόνους τους, ήταν συνολικά 2.700 άνδρες (Α' Παραλειπομένων 26,31-32).

Ο ΣΦΕΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΩΝΙΑ - Η ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ ΩΣ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Λίγο καιρό αργότερα ο Δαβίδ είχε πια γεράσει πολύ. Όσο και να τον σκέπαζαν με ρούχα, δεν μπορούσε να ζεσταθεί. Γι' αυτό οι δούλοι του βρήκαν μια νέα κοπέλα να τον περιποιείται και να κοιμάται μαζί του για να τον ζεσταίνει. Αναζήτησαν, λοιπόν, στην περιοχή του Ισραήλ μια νέα κοπέλα και βρήκαν την Αβισάγ τη Σωμανίτιδα, η οποία ήταν πολύ όμορφη. Την έφεραν στο βασιλιά κι αυτή τον ζέσταινε και τον υπηρετούσε. Αλλά δεν υπήρξαν σαρκικές σχέσεις μεταξύ του Δαβίδ και της Αβισάγ (Γ' Βασιλειών 1,1-4).

Στο μεταξύ ο Αδωνίας, γιος του Δαβίδ από την Αγγίθ, ήταν πολύ φιλόδοξος και σφετερίστηκε το θρόνο από τον αδερφό του. Ο Δαβίδ τον είχε αποκτήσει μετά τον Αβεσσαλώμ και δεν του είχε χαλάσει ποτέ το χατήρι. Ο Αδωνίας κατασκεύασε για το σκοπό αυτό πολεμικά άρματα και προσέλαβε ιππείς. Είχε ως σωματοφύλακες 50 άντρες, οι οποίοι πήγαιναν μπροστά απ' αυτόν (Γ' Βασιλειών 1,5-6). Ο Αδωνίας ήρθε σε συνεννόηση με τον Ιωάβ, τον αρχιστράτηγο του Δαβίδ, και με τον αρχιερέα Αβιάθαρ, οι οποίοι και τον ακολούθησαν. Ο αρχιερέας Σαδώκ, ο Βαναίας, γιος του Ιωδαέ, ο προφήτης Νάθαν, ο Σεμεΐ, ο Ρησί και άλλοι ισχυροί άνδρες πήραν το μέρος του Σολομώντα και δεν ακολούθησαν τον Αδωνία. Ο Αδωνίας διοργάνωσε μεγάλη γιορτή. Πήγε στον βράχο Ζωελεθί, κοντά στην πηγή Ρωγήλ, και θυσίασε πρόβατα, μοσχάρια και αμνούς. Στη γιορτή προσκάλεσε όλους τους αδερφούς του, γιους του βασιλιά, καθώς και όλους τους άντρες από την φυλή Ιούδα, που ήταν στην υπηρεσία του βασιλιά. Δεν προσκάλεσε όμως τον προφήτη Νάθαν, ούτε το Σολομώντα, ούτε το Βαναία και τους άλλους εμπειροπόλεμους και ανδρείους του βασιλιά (Γ' Βασιλειών 1,7-10. 1,19. 1,25-26).

Πήγε τότε ο προφήτης Νάθαν στη Βηρσαβεέ, μητέρα του Σολομώντα, και της είπε, ότι για να σώσει τη ζωή της και τη ζωή του γιου της, του Σολομώντα, να πάει στο βασιλιά Δαβίδ, επειδή δεν είχε ιδέα για τις κινήσεις του Αδωνία, και να του πει πως υποσχέθηκε να παραδώσει τη βασιλεία του στο γιο της το Σολομώντα. Και μετά να τον ρωτήσει, γιατί αφού έδωσε την υπόσχεσή του, έγινε βασιλιάς ο Αδωνίας; Ο προφήτης Νάθαν της είπε, ότι την ώρα που θα μιλάει με το βασιλιά, θα έρθει και εκείνος για να επιβεβαιώσει τα λόγια της. Έτσι, η Βηρσαβεέ παρουσιάστηκε στο βασιλιά, στο δωμάτιό του, επειδή ήταν πολύ γέρος και τον υπηρετούσε η Αβισάγ η Σωμανίτισσα. Η Βηρσαβεέ έσκυψε και προσκύνησε το βασιλιά. Μετά του θύμισε την υπόσχεσή του για το Σολομώντα και του ανήγγειλε τα σχέδια του Αδωνία για το θρόνο. Του είπε ακόμη για τη γιορτή που έκανε ο Αδωνίας και ποιους κάλεσε σ' αυτή. Την ώρα που μιλούσε η Βηρσαβεέ, ήρθε και ο προφήτης Νάθαν, ο οποίος επιβεβαίωσε τα λόγια της (Γ' Βασιλειών 1,11-27). Τότε ο Δαβίδ διέταξε να φέρουν μέσα στο δωμάτιό του τη Βηρσαβεέ, η οποία είχε αποχωρήσει προσωρινά. Έτσι ο Δαβίδ ενώπιον του προφήτη Νάθαν και της Βηρσαβεέ επιβεβαίωσε εκ νέου την υπόσχεσή του, για την διαδοχή της βασιλείας από τον γιο του, το Σολομώντα. Η Βηρσαβεέ προσκύνησε το Δαβίδ και αποχώρησε (Γ' Βασιλειών 1,28-31).

Αμέσως μετά ο Δαβίδ κάλεσε να παρουσιαστούν μπροστά του ο αρχιερέας Σαδώκ, ο προφήτης Νάθαν και ο Βαναίας, γιος του Ιωδαέ και αξιωματικός του στρατού του. Όταν αυτοί παρουσιάστηκαν μπροστά του, τους διέταξε να πάρουν το Σολομώντα και τους αξιωματούχους του και να πάνε στη Γιών, κι εκεί να χρίσουν το Σολομώντα βασιλιά του Ισραήλ. Ο Βαναίας, αξιωματικός του Δαβίδ, υποσχέθηκε να πραγματοποιηθεί η διαταγή του βασιλιά και ευχήθηκε ο Κύριος να είναι μαζί με το Σολομώντα, όπως ήταν και με τον βασιλιά Δαβίδ. Έτσι ο αρχιερέας Σαδώκ, ο προφήτης Νάθαν και ο Βαναίας, γιος του Ιωδαέ, μαζί με όλη βασιλική φρουρά, που αποτελούνταν από τους Χερεθί και Φελεθί, οδήγησαν το Σολομώντα στη Γιών, τον ανέβασαν πάνω σ' ένα μουλάρι και ο αρχιερέας Σαδώκ πήρε ιερό λάδι από τη Σκηνή του Μαρτυρίου και τον έχρισε βασιλιά του Ισραήλ. Κατόπιν σάλπισε με τη σάλπιγγα και όλος ο παριστάμενος λαός αναγνώρισε τον Σολομώντα ως βασιλέα και τον ακολούθησε. Αμέσως μετά έγινε μεγάλη γιορτή και όλος ο λαός χόρευε και διασκέδαζε ζητωκραυγάζοντας (Γ' Βασιλειών 1,32-40. 1,44-45).

Κατά το τέλος της γιορτής, όταν άκουσε ο Αδωνίας και ο Ιωάβ, και όσοι τους ακολουθούσαν, τη φασαρία και τον ήχο που έκαναν οι σάλπιγγες, ρώτησαν να μάθουν τι γίνεται. Τότε ο Ιωνάθαν, γιος του αρχιερέα Αβιάθαρ, πήγε στον Αδωνία και του ανέφερε, όλα όσα συνέβησαν στη χρίση του Σολομώντα, ως βασιλέα του Ισραήλ. Μετά τη χρίση του ο Σολομώντας κάθησε στο βασιλικό θρόνο και ακολούθησε μεγάλη γιορτή στο παλάτι. Ο Δαβίδ ευχαριστήθηκε και αμέσως δοξολόγησε και προσκύνησε από το κρεβάτι του τον Κύριο (Γ' Βασιλειών 1,41-48). Μετά από αυτά τα γεγονότα όσοι ακολούθησαν τον Αδωνία φοβήθηκαν και αποχώρησαν. Ο ίδιος ο Αδωνίας φοβήθηκε το Σολομώντα και πήγε στο παλάτι και προσκύνησε το νέο βασιλιά (Γ' Βασιλειών 1,49-53).

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΣΤΟ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

Όταν ο Δαβίδ αισθάνθηκε πως πλησίαζε ο καιρός να πεθάνει, έδωσε στο γιο του, το Σολομώντα, τις τελευταίες οδηγίες. Του είπε να τηρεί όλες τις εντολές του Κυρίου, που είναι γραμμένες στο Νόμο του Μωυσή, και να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Μόνο έτσι θα πετυχαίνει σε οτιδήποτε κι αν επιχειρεί και ο Κύριος θα πραγματοποιήσει την υπόσχεση που του έδωσε, ότι εάν οι απόγονοί του εφαρμόζουν το θέλημα του, τότε στο θρόνο του θα βασιλεύει πάντοτε ένας δικός του απόγονος. Στη συνέχεια του ζήτησε να εκδικηθεί τον Ιωάβ, τον αρχιστράτηγο του στρατού του, για τη δολοφονία του Αβεννήρ, αρχιστράτηγο του Σαούλ, και του Αμεσσαΐ, αρχιστράτηγο του Αβεσσαλώμ, επειδή τους σκότωσε σε καιρό ειρήνης για θανάτους που είχαν γίνει σε καιρό πολέμου. Ακόμη του ζήτησε να θανατώσει τον Σεμεΐ, συγγενή του Σαούλ, για τις κατάρες που του απηύθυνε κατά την εξέγερση του Αβεσσαλώμ. Απεναντίας στους γιους του Βερζελλί από τη Γαλαάδ, του ζήτησε να συμπεριφερθεί με καλοσύνη και να τους επιτρέψει να τρώνε στο τραπέζι του, γιατί κι αυτοί, όπως και ο πατέρας τους, τον βοήθησαν όταν έφευγε για να γλιτώσει από την καταδίωξη του Αβεσσαλώμ (Γ' Βασιλειών 2,1-9. 2,35λ-35ξ).

Μετά τις οδηγίες που έδωσε ο Δαβίδ στο Σολομώντα, πέθανε "εν ειρήνη" σε ηλικία 70 ετών και τον έθαψαν στην Πόλη Δαβίδ. Η βασιλεία του στον Ισραήλ διήρκεσε 40 χρόνια. Εφτά χρόνια βασίλεψε στη Χεβρών και 33 χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Σολομών σε ηλικία 12 ετών και η βασιλική του εξουσία ήταν καλά στερεωμένη (Β' Βασιλειών 2,11. 5,1-5. Γ' Βασιλειών 2,10-12. Α' Παραλειπομένων 3,4. 11,1-3).

Ο ΔΑΒΙΔ ΩΣ ΨΑΛΜΩΔΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Δαβίδ διακρίθηκε επίσης ως εξαίρετος μουσικός και ως μεγάλος ποιητής. Ως ψαλμωδός και ποιητής του Ισραήλ, απολάμβανε να ψάλλει ύμνους δοξολογίας με ποικίλα θέματα (Α' Παραλειπομένων 15,27-28. 16,41-42. 23,30). Ήταν επιδέξιος κιθαρωδός (Α' Βασιλειών 16,18) και διάσημος για τις μουσικές του ικανότητες (Α' Βασιλειών 16,18). Συνέθεσε ύμνους (Β' Παραλειπομένων 7,6), κατασκεύασε και εφηύρε όργανα για λατρευτική χρήση (Νεεμίας 12,36. Αμώς 6,5. Β' Παραλειπομένων 7,6), δημιούργησε την ορχήστρα του Ναού με 4.000 μουσικά όργανα (Α' Παραλειπομένων 23,5) και οργάνωσε τη λατρεία στο Ναό (Νεεμίας 12,24-36. Α' Παραλειπομένων 15,16). Έγραψε 86 ψαλμούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα είναι μέρος της λατρείας του λαού του Θεού, δίνοντας χαρά, ειρήνη, ανακούφιση, ενθάρρυνση και ευλογίες στις καρδίες των ανθρώπων. Οι ψαλμοί του Δαβίδ είναι: 2-40, 42, 50-71, 85, 90, 92-98, 100, 102-103, 107-109, 136-144 και ο 151, ο οποίος αποτελεί προσθήκη. Απ' αυτούς σπουδαιότεροι είναι οι Ψαλμοί 3, 6, 18, 22, 23, 41, 50, 62, 103, 142 και 145.

Τα θρησκευτικά ποιήματά του, που είναι γνωστά ως "Ψαλμοί Δαβίδ" είναι αθάνατα μνημεία βαθιάς πίστης και έξοχης ποίησης. Πολλά από αυτά στάθηκαν αιώνια πρότυπα ποιητικής έκφρασης και ως σήμερα εμπνέουν ποιητές και καλλιτέχνες. Κάθε ψαλμός του Δαβίδ είναι και μια αστείρευτη βρύση, που πηγάζει από τα βάθη του ενθουσιασμού και του πόνου. Ο Μέγας Αθανάσιος ονομάζει τους ψαλμούς "Παράδεισο" και ο Μέγας Βασίλειος τους θεωρεί σαν θησαυρό κάθε αρετής. Οι χριστιανοί δίκαια θεωρούν το Δαβίδ ως τον πιο θεόπνευστο χριστολογικό ποιητή και τον ονομάζουν Προφητάνακτα.

Ο ΔΑΒΙΔ Ο ΠΡΟΠΑΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ο Δαβίδ υπηρέτησε πιστά το θέλημα του Θεού (Β' Βασιλειών 5,4. Γ' Βασιλειών 2,11. Πράξεις 13,36). Δίκαια θεωρείται ως ο σπουδαιότερος βασιλιάς του Ισραήλ και μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της Παλαιάς Διαθήκης. Ως βασιλιάς ο Δαβίδ υπήρξε προφητικός τύπος Χριστού, Του οποίου υπήρξε και πρόγονος. Γι' αυτό και ο Ιησούς Χριστός καλείται και "Υιός Δαβίδ" (Ματθαίος 9,27. 12,23. 15,22. 21,9. Μάρκος 10,47-48. 12,35. Λουκάς 18,38. 20,41). Ο άγγελος Γαβριήλ είπε στην Θεοτόκο Μαρία σχετικά με το ένδοξο παιδί που κυοφορούσε: "Aυτός θα είναι μεγάλος, και Γιος του Yψίστου θα ονομαστεί. Kαι θα του δώσει ο Kύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του προπάτορά του" (Λουκάς 1,32). Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ο Ιησούς Χριστός "παίρνοντας ανθρώπινη φύση, ήρθε στον κόσμο από το γένος του Δαβίδ" (Ρωμαίους 1,3), ενώ περιγράφεται από τον Ιωάννη: "Eγώ είμαι η ρίζα και το γένος του Δαβίδ, το αστέρι το λαμπρό, το πρωινό" (Αποκάλυψη 22,16). Η ιστορία του Δαβίδ περιγράφεται στα βιβλία Α' Βασιλειών (κεφ. 16-30), Β' Βασιλειών (κεφ. 1-24), Γ' Βασιλειών (κεφ. 1-2,12) και Α' Παραλειπομένων (κεφ. 11-29).

Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 26 Δεκεμβρίου ή την πρώτη Κυριακή μετά τις 26 Δεκεμβρίου μαζί με τον Ιωσήφ τον Μνήστωρα της Θεοτόκου Μαρίας και τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Ακόμη η μνήμη του τιμάται και την Κυριακή των Προπατόρων.

Πηγή:http://users.sch.gr/aiasgr/Agiologia/Palaia_Diathikh/Basileis/Basilias_Dabid_2.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου