Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Αυγουστίνος της Καλούνγκα. Ημέρα Μνήμης: 23 Νοεμβρίου.

Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Αυγουστίνος της Καλούνγκα. Ημέρα Μνήμης: 23 Νοεμβρίου.


Ο «μεγάλος ἐξαγνισμός», ποὺ θέσπισε ὁ Ἰωσὴφ Στάλιν καὶ οἱ στενοὶ συνεργάτες του τὰ ἔτη 1936 - 1938, ἦταν μία ἀπὸ τὶς πιὸ κτηνώδεις περιόδους τῆς ἱστορίας τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν στὸ στόχαστρο γιὰ ἐκτέλεσι ἢ ἐξορία προέρχονταν ἀπὸ διαφορετικοὺς τομεῖς τῆς κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ πιστῶν, διανοουμένων, μελῶν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος καὶ kulaks (χωρικῶν ποὺ κατεῖχαν λίγη γῆ καὶ ζῷα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησι δήμευσε. Οἱ χωρικοὶ αὐτοὶ κατόπιν ἐξωρίστηκαν σὲ ἀφιλόξενες περιοχὲς τῆς χώρας, ὅπου οἱ περισσότεροι πέθαναν). Οἱ σκοποὶ τῆς «ἐξαγνίσεως» ἐποίκιλλαν· προσπάθησαν νὰ μειώσουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ὑποψηφίων μέσα στὸ κόμμα, νὰ καταστρέψουν τὴν ἐπίδρασι τῆς Χριστιανοσύνης στὸ λαό, νὰ ἐλέγξουν τὸ σκεπτικὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ γενικὰ νὰ ἐξαφανίσουν ὁποιονδήποτε ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἀνοικοδόμησι ἑνὸς «Σοβιετικοῦ ἐργατικοῦ παραδείσου». Σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχεῖα τῶν Σοβιετικῶν, πάνω ἀπὸ ἑνάμισυ ἑκατομμύριο ἄνθρωποι φυλακίστηκαν ἀπὸ τὶς κρατικὲς ἀρχὲς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1937 καὶ 1938. Ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ φυλακίστηκαν περίπου 700.000 ἐκτελέστηκαν· κάτι ποὺ σημαίνει ὅτι περίπου χίλια ἄτομα ἐκτελοῦνταν καθημερινά. Ὀγδονταπέντε τοῖς ἑκατὸ (85%) τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου –περίπου 30.000 – ὑπῆρξαν θύματα αὐτῶν τῶν «ἐξαγνισμῶν». Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Αὐγουστῖνος Belyaev καὶ ὅσοι φυλακίστηκαν ἢ ἐκτελέστηκαν μαζί του, μπροστὰ στὶς τραγικὲς καὶ δύσκολες αὐτὲς ἐποχές, στάθηκαν ἑδραῖοι στὴν πίστι τους στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Ο νέος ἱερομάρτυρας Αὐγουστῖνος (κατὰ κόσμον Ἀλέξανδρος Ἀλεξάνδροβιτς Belyaev) γεννήθηκε στὶς 28 Φεβρουαρίου 1886 στὸ χωριὸ Kamenko. Οἱ γονεῖς του, ὁ πρωθιερέας Ἀλέξανδρος καὶ ἡ πρεσβυτέρα του Εὐδοκία, ἀπέκτησαν πέντε παιδιά, τὰ ὁποῖα ἦταν εὐσεβῆ καὶ ἀγαποῦσαν πολὺ τὸν ἐκκλησιασμό. Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν ἀκόμα ἔφηβος, ἕνας περιπλανώμενος –γνωστὸς γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ δίκαιη ζωή του –, ποὺ ἐπισκεπτόταν συχνὰ τοὺς γονεῖς του, τὸν ἀπεκάλεσε «ἱεράρχη» ἀρκετὲς φορές.

Μετὰ τὴν ἀποφοίτησί του ἀπὸ τὴν θεολογικὴ σχολὴ τῆς Kineshma τὸ 1911 στάλθηκε ὡς δάσκαλος τῆς ῥωσικῆς γλώσσης καὶ λογοτεχνίας στὴν ἀρχιεπισκοπικὴ σχολὴ θηλέων στὴν Penza. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γράφει στὸ ἡμερολόγιό του· Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ ἡ καριέρα μου ἢ μιὰ θέσι στὴν κοινωνία. Ἡ ἀγωγὴ ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας μου ἔχει ἐνσταλάξει στὴν συνείδησί μου μιὰ βαθειὰ αἴσθησι τῆς ἠθικῆς μου εὐθύνης γιὰ κάθε βῆμα ποὺ θὰ κάνω. Γι᾽ αὐτὸ ὅταν καλλιεργῶ τὸν ἑαυτό μου πνευματικά, τὸ κάνω καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους γύρω μου. Καὶ οἱ ἀπαιτήσεις ποὺ ἔχω ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ βαθμὸ τῶν ἀπαιτήσεων ποὺ ἔχω στὴν τελειοποίησι τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μου.

Τὸ 1913 ὁ Ἀλέξανδρος ἀποφασίζει νὰ παντρευτῇ τὴν Ἰουλία, κόρη τοῦ ἱερέα Ἀλεξάνδρου Lyubimov, μιὰ μαθήτριά του στὴν τελευταία τάξι τῆς σχολῆς ποὺ δίδασκε.

Πρὶν ἀπὸ τὸ γάμο ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του νὰ δῇ τοὺς γονεῖς του καὶ ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἴδιο εὐσεβῆ περιπλανώμενο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε·

- Ὤ, χαῖρε ἱεράρχα!

- Τί εἴδους ἱεράρχης εἶμαι, ἀφοῦ εἶμαι ἀρραβωνιασμένος; ρώτησε ὁ Ἀλέξανδρος.

- Ὡστόσο παραμένεις ἱεράρχης! ἐπέμενε ὁ περιπλανώμενος.

Ἀπέκτησε δύο κόρες, τὴν Ἰουλία καὶ τὴν Νίνα, τὰ ἔτη 1914 καὶ 1919 ἀντίστοιχα. Οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῆς ῾Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἄρχισαν τὸ ἔτος 1918. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔγινε νεωκόρος καὶ ἔκανε δριμυτάτη κριτικὴ ἐναντίον κάποιων σχισματικῶν ποὺ εἶχαν ὡς ἡγέτη ἕναν καθῃρημένο ἐπίσκοπο. Γιὰ τὶς δραστηριότητές του αὐτὲς ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Ἀλέξανδρος συνελήφθη στὶς ἀρχὲς τοῦ 1920 καὶ πέρασε ἑνάμισυ μῆνα στὴ φυλακή.

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1922 ἡ γυναίκα του πέθανε ἀπὸ φυματίωσι καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε μόνος μὲ τὶς δύο κόρες του (τὴ μία ἕξι χρονῶν καὶ τὴν ἄλλη ἐννέα μηνῶν βρέφος). Μιὰ νοσοκόμα, ἡ Ἀνυσία Efimovna, ἀνέλαβε νὰ βοηθήσῃ στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν του.

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1920 ὁ Ἀλέξανδρος χειροτονήθηκε ἱερεύς. Τὸ 1922 ἡ μυστικὴ ἀστυνομία τὸν φυλάκισε ξανὰ γιὰ τρεῖς μῆνες. Ὅταν ἀφέθηκε ἐλεύθερος μετακόμισε μὲ τὰ παιδιά του στὴν πόλι Kineshma, ὅπου ἄρχισε νὰ λειτουργῇ σὲ μιὰ ἐκκλησία τῆς πόλεως. Ἡ ἀνιδιοτελὴς καὶ ἀσκητικὴ ποιμαντικὴ προσφορά του σύντομα τὸν ἔκανε γνωστὸ ὄχι μόνο στὴν περιοχὴ Kineshma ἀλλὰ καὶ σ᾽ ὅλη τὴν ἐπισκοπὴ τῆς Ivanovo. Οἱ πιστοὶ ἀγάπησαν τὸν ἱερέα τους, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρινόταν σὲ κάθε αἴτησί τους γιὰ βοήθεια. Παρ᾽ ὅλη τὴν δύσκολη οἰκογενειακὴ κατάστασί του, ἔδινε πάντα ὅλο τὸν ἑαυτό του στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἁγία Ἐκκλησία του.

Ὁ π. Ἀλέξανδρος σύντομα προβιβάσθηκε στὴν θέσι τοῦ πρωθιερέως.

Ἡ ἐπαναστατικὴ κίνησι τῆς «ζωντανῆς ἐκκλησίας» ξεκίνησε τὸ 1922 καὶ μέχρι τὸ 1923 εἶχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Χάρι στὴ δυναμικὴ ὑποστήριξι τῶν ἀθεϊστικῶν ἀρχῶν, οἱ περισσότερες ἐκκλησίες τῆς ἐπισκοπῆς Ivanovo συλήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες. Ὁ ἐπίσκοπος Ivanovo Ἱερόθεος Pomerantsev κάμφθηκε καὶ ἔγινε μέλος τῆς «ζωντανῆς ἐκκλησίας», ἐνῷ ὁ ἐπίσκοπος Κineshma Βασίλειος Preobrazhensky συνελήφθη ἀπὸ τὶς ἀρχές. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1923 οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπισκοπῆς Ivanovo συναντήθηκαν στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σκέπης καὶ ὁμοφώνως ἀποφάσισαν νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν πατριάρχη Τύχωνα τὸν πρωθιερέα Ἀλέξανδρο Belyaev ὡς ἀντικαταστάτη τῆς κενῆς ἐπισκοπικῆς θέσεως μέχρι τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἐπισκόπου Βασιλείου. Ὁ πατριάρχης Τύχων ἐνέκρινε τὸ ψήφισμα καὶ τὸν Σεπτέμβριο, κατόπιν μοναχικὴς κουρᾶς μὲ τὸ ὄνομα Αὐγουστῖνος, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ivanovo.

Ὡς ἐπίσκοπος ἔδειξε ζῆλο νὰ φέρῃ εἰς πέρας ὅλες τὶς ἀρχιερατικές του ὑποχρεώσεις. Λειτουργοῦσε συχνὰ καὶ σὲ κάθε λειτουργία ἐκφωνοῦσε ἕνα ἐμπνευσμένο κήρυγμα. Οἱ κάτοικοι τὸν ἀγάπησαν καὶ εὐλογοῦσε ὅλους ὅσους τὸν πλησίαζαν. Πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ κάθε ἀκολουθία ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων τὸν προϋπαντοῦσε, πρᾶγμα ποὺ δὲν πέρασε ἀπαρατήρητο ἀπὸ τὶς Σοβιετικὲς ἀρχὲς καὶ ἀναπόφευκτα θὰ ὡδηγοῦσε στὴν τρίτη του σύλληψι καὶ φυλάκισι.

Ως ἐπίσκοπος στὴν πόλι Ivanovo ὁ ἱεράρχης Αὐγουστῖνος ζοῦσε μαζὶ μὲ τὶς δύο του κόρες, τὴ νοσοκόμα τους τὴν Ἀνυσία Efimovna καὶ τὸν ὑποδιάκονό του Μπόρης Semenov.

Ὅποιος γνώριζε τὸν ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη θὰ περιέγραφε τὴν ζωή του μὲ τὶς ἑξῆς λέξεις· ἀγάπη, ταπείνωσι, ὑπομονὴ καὶ ἐλεημοσύνη πρὸς τὸν πλησίον του. Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀρετές. Ἂν καὶ κατεῖχε ὑψηλὴ θέσι, ταπείνωνε τὸν ἑαυτό του σὲ ὅλους, ἀκόμα καὶ μπροστὰ στοὺς πτωχούς, καὶ ἐνῷ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ ζήσῃ μιὰ ζωὴ ἀπολαμβάνοντας ὅλες τὶς ἀνέσεις - παρ᾽ ὅλη τὴ δυσκολία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης - ἀρκοῦνταν μόνο στὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσε. Ὅταν εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ φάῃ ἐκλεκτὸ φαγητό, ἀκόμα κι ἂν ἦταν νηστήσιμο, διάλεγε πάντα τὸ πιὸ λιτὸ καὶ τὸ λιγώτερο σὲ ποσότητα. Ἦταν μοναχὸς ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς κουρᾶς του καὶ σήκωσε τὸ σταυρὸ τῆς συνεχοῦς περιπλανήσεώς του ἀπὸ φυλακὴ σὲ φυλακὴ καὶ ἀπὸ ἐξορία σὲ ἐξορία μὲ γαλήνη καὶ ἀταραξία. Ὅταν οἱ γύρω του ἐξέφραζαν τὴν ἀνησυχία τους γιὰ τὴν «κακή του τύχη», ἀπαντοῦσε ἤρεμα καὶ μὲ καλωσύνη· Γιατί ἐκπλήττεσθε τόσο πολύ; Αὐτὴ δὲν εἶνε ἡ πεπατημένη ὁδός μας; Ὁ Κύριος μᾶς προεῖπε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ βρεθῇ κανεὶς μαζί Του.

Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἀνέτρεφε τὶς δύο του κόρες ἐν παιδείᾳ και νουθεσίᾳ Κυρίου. Πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν παρώτρυναν –τοὐλάχιστον μέχρι νὰ ἐνηλικιωθοῦν τὰ παιδιά του – νὰ ἀποφύγῃ τὶς ἀφορμὲς ποὺ θὰ τὸν ὡδηγοῦσαν στὴ φυλακή. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε ἀντίθετη γνώμη. Πίστευε βαθειὰ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ «βιαζόταν» νὰ ἐμπιστευθῇ τὶς ὀρφανὲς κόρες του στὴ προστασία τῆς Παναγίας. Αἰσθανόταν ὅτι μόνο ἐκεῖ θὰ ἔβρισκαν οἱ κόρες του τὴν πραγματικὴ πνευματικὴ καὶ σωματικὴ ἀσφάλεια. Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ παραινέσεις του πρὶν ἀπὸ κάθε του ἐξορία, οἱ νουθεσίες καὶ οἱ ἐπιστολές του ἦταν ἡ κύρια πηγὴ τῆς καθοδηγήσεώς τους καθὼς μεγάλωναν. Ἀκόμη καὶ τὸ ἀθεϊστικὸ περιβάλλον, τὸ ὁποῖο ἀναπόφευκτα συνάντησαν ἀργότερα στὴ ζωή τους, δὲν στάθηκε δυνατὸ νὰ ὑποσκάψῃ τὴν χαριτόβρυτη ἐπίδρασι τοῦ ἀσκητικοῦ ἱεράρχου. Ὁ πατέρας τους ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια εἶχε ἐνσταλάξει μέσα τους τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπομονή, τὴν πραότητα καὶ τὴν καλωσύνη, καὶ ὅλοι ἀναγνώριζαν ὅτι τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἦταν πάντα κάτω ἀπὸ τὴν προσευχητικὴ προστασία τοῦ ἁγίου ἱεράρχου.

Κάθε ἀκολουθία ποὺ τελοῦσε ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος ἦταν μία ἀξέχαστη ἐμπειρία καὶ ἡ αἴσθησι τῆς εὐλάβειας ποὺ ὑπῆρχε μέσα στὸ ναὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ εἶνε πάντα γεμᾶτος ἀπὸ πιστούς, οἱ ὁποῖοι ποτέ δὲν αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ καθίσουν ἢ νὰ ξεκουραστοῦν. Λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν συμβουλευθοῦν, ἡ ἀναχώρησί του ἀπὸ τὸ ναὸ ἦταν ἐφικτὴ δύο ὧρες μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας. Ἂν ἐπέλεγε νὰ πάῃ σπίτι περπατώντας, πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ τὸν συνώδευαν μέχρι τὴν πόρτα του.

Μία φορὰ ἡ κόρη του Νίνα, ποὺ τότε ἦταν 5 χρονῶν, παρακάλεσε τὸν πατέρα της – ὁ ὁποῖος ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἕνα δέμα ἐλεημοσύνης σὲ ἕνα φτωχό – Πατέρα, ἄφησέ με νὰ δῶ μόνο τί περιέχει τὸ δέμα. Ὁ ἐπίσκοπος ἀμέσως ἔδωσε τὸ δέμα στὸν φτωχὸ καὶ ἀργότερα, ὅταν βρέθηκε μόνος μαζί της, τὴν συμβούλεψε νὰ μὴν ἀφήσῃ ποτέ τὸν ἑαυτό της νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς περιέργειας, ὅσο δυνατὴ κι ἂν εἶνε αὐτή.

Μὲ τὴν εὐλογία του ὠργανώθηκαν κύκλοι θρησκευτικῆς μελέτης, στοὺς ὁποίους συμμετεῖχαν καὶ οἱ κόρες του. Ὑπεύθυνη ἦταν ἡ δασκάλα Λαρίσα Nikolaevna, ἡ ὁποία ἀργότερα συνελήφθη καὶ ἐστάλη καὶ αὐτὴ στὴν ἐξορία.

Στὶς 15 Φεβρουαρίου 1924 οἱ ἀρχὲς φυλάκισαν τὸν ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο στὴν Ivanovo. Κατηγορήθηκε, ὅτι προσπάθησε νὰ στρέψῃ τὸ λαὸ ἐναντίον τῶν νόμων τοῦ κράτους, ἐπειδὴ ἀποπειράθηκε νὰ ἐξετάσῃ τὴ δυνατότητα κάποιου πιστοῦ τῆς ἐπισκοπῆς του νὰ παντρευτῇ γιὰ τρίτη φορά – κάτι ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γενικῶς τὸ ἀπαγορεύει, ἐνῷ τὸ Σοβιετικὸ κράτος τὸ ἐπέτρεπε. Στὶς 8 Αὐγούστου 1924 ἡ ὑπόθεσι τοῦ ἐπισκόπου ἐκδικάστηκε καὶ ἀποφασίστηκε ἡ ἀποφυλάκισί του θεωρώντας ὅτι τὸ θέμα ἔχει κλείσει.

Τὸ 1925 μετέβη στὴ Μόσχα γιὰ νὰ παρευρεθῇ τόσο στὴν κηδεία τοῦ πατριάρχου Τύχωνος ὅσο καὶ στὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου πατριάρχου. Ὅμως ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴ Μόσχα στὴν Ivanovo, οἱ τοπικὲς ἀρχὲς προσπάθησαν μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐμποδίσουν τὴν διακονία τοῦ ἱεράρχου καὶ τὸν ὑποχρέωσαν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πόλι. Ἔτσι ὑποχρεώθηκε νὰ ζῇ στὴ Μόσχα. Μετέβαινε στὴν Ivanovo μόνο ὅταν οἱ πιστοὶ κατάφερναν – παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν – νὰ λαμβάνουν ἄδεια ἀπὸ τὶς ἀρχὲς προκειμένου νὰ εἰσέρχεται στὴν πόλι τους καὶ νὰ τελῇ τὶς ἀκολουθίες.

Ἀργότερα οἱ πιστοὶ τῆς Ivanovo ἔκαναν προσπάθειες γιὰ τὴ μόνιμη ἐπιστροφὴ τοῦ ἐπισκόπου τους συλλέγοντας πολλὲς ὑπογραφές. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κερδίσουν τὴν ὑποστήριξι ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἀπόφασι τῆς παράνομης ἐξορίας του ἀπὸ τὴν ἐπισκοπή του, καὶ ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος ἐπέστρεψε στὴν Ivanovo.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ κατάστασι τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν ἦταν δύσκολη· οἱ ἀρχὲς τοὺς ἀπειλοῦσαν μὲ συλλήψεις, ἐπέβαλλαν μεγάλους φόρους καὶ τοὺς ἀνάγκαζαν νὰ δουλεύουν καὶ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν ἀπελπιστικὴ κραυγὴ τῶν ἐργατῶν ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος τοὺς συμβούλευε· Ναί, εἶνε ἀλήθεια ὅτι μᾶς ἔχουν στερήσει τὰ πάντα, ἀκόμα κι αὐτὲς τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅμως κανείς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς στερήσῃ τὴν πίστι μας, τὴν εὐσέβειά μας καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία μας.

Τὰ καθημερινὰ κηρύγματα τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου, ἡ συνεχῶς αὐξημένη δημοτικότητά του, ἡ ἀγάπη ποὺ τοῦ ἔδειχνε τὸ ποίμνιό του καὶ ἡ σχεδὸν πλήρης ἐξαφάνισι κάθε σοβιετικοῦ ἀπὸ τὴν πόλι τῆς Ivanovo ἐξώργισαν τὶς ἄθεες τοπικὲς ἀρχές. Τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1926 ὁ πρόεδρος τῆς σοβιετικῆς ἀρχῆς τῆς πόλεως Ivanovo ἔστειλε ἀναφορὰ στὶς σοβιετικὲς ἀρχὲς τῆς Μόσχας, συγκεκριμένα στὸν κ. Tuchkov, ἀπαιτώντας τὴν ἐξορία τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς πόλεως. Ἔτσι στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1926 ὁ Tuchkov διέταξε νὰ συλληφθῇ ὁ ἐπίσκοπος καὶ νὰ μεταφερθῇ μὲ συνοδεία στὴ Μόσχα. Στὶς 9 Ὀκτωβρίου μετὰ ἀπὸ καταγγελία κλείσθηκε στὶς φυλακὲς τῆς Μόσχας, ὅπου 12 μέρες μετὰ ἀνακρίθηκε καὶ καταδικάστηκε ἀπὸ μιὰ ἰδιαίτερη ἐπιτροπὴ σοβιετικῶν ἀρχῶν σὲ 3 χρόνια ἐξορία στὴν Κεντρικὴ Ἀσία. Ἡ κατηγορία ποὺ τοῦ ἀπηγγέλθη ἦταν ὅτι εἶχε ὀργανώσει μιὰ παράνομη ὁμάδα μελέτης στὸ σπίτι του διδάσκοντας σὲ ἀνήλικα παιδιὰ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ μὲ σκοπὸ νὰ «τὰ μεταστρέψῃ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας».

Τὸ τραῖνο τῆς ἐξορίας προγραμματίσθηκε ν᾽ ἀναχωρήσῃ στὶς 26 Ὀκτωβρίου. Τὰ πνευματικὰ τέκνα τοῦ ἐπισκόπου ἦλθαν ἀπὸ τὴ Μόσχα καὶ τὴν Ivanovo στὸ σταθμό. Ἦταν ἐκεῖ καὶ οἱ κόρες του, ποὺ τότε ἦταν 12 καὶ 7 χρονῶν. Ὅταν οἱ αἰχμάλωτοι ἀνέβαιναν στὴν ἁμαξοστοιχία, κάποιες γυναῖκες ἔλαβαν ἄδεια ἀπὸ τοὺς φρουρούς του προκειμένου ὁ ἐπίσκοπος νὰ ἀποχαιρετίσῃ τὰ παιδιά του. Ὁ ἐπίσκοπος τὰ πλησίασε καὶ τὰ εὐλόγησε.

Αμέσως μετὰ τὴν σύλληψι τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου οἱ πιστοὶ τῆς περιοχῆς Ivanovo ξεκίνησαν κάποιες ἐνέργειες προκειμένου νὰ τὸν ἀποφυλακίσουν. Ἔτσι ἄρχισε ἡ συλλογὴ ὑπογραφῶν ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους τῆς ἐπισκοπῆς του. Οἱ ἀρχὲς ὅμως δὲν ἀπάντησαν σ᾽ αὐτές τους τὶς ἐνέργειες.

Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐξωρίστηκε ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος οἱ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ μαζεύουν χρήματα τόσο γιὰ ἐκεῖνον ὅσο καὶ γιὰ τοὺς ὑπολοίπους ἐξωρισμένους ἱερεῖς ποὺ βρίσκονταν στὸν ἴδιο τόπο ἐξορίας. Ἡ ἀντίδρασι τῶν ἀρχῶν στὴν κίνησι αὐτὴ τῶν πιστῶν ἦταν νὰ ξεκινήσουν δριμεῖς διωγμοὺς ἐναντίων τῶν Ὀρθοδόξων Κοινοτήτων ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ ἐπίσκοπος, συλλαμβάνοντας ὅλους ὅσους εἶχαν ἐμπλακῆ στὴν ὀργάνωσι τῆς συλλογῆς χρημάτων καὶ ὑπογραφῶν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ κρατούμενοι σταδιακὰ ὡδηγήθηκαν στὶς φυλακές.

Ἀρχικὰ ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος στάλθηκε στὶς πόλεις τῆς περιοχῆς τοῦ Tajikistan Khodzent καὶ Penjikent, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ Μάρτιο τοῦ 1930. Ὁ ὑποδιάκονος καὶ ὑποτακτικός του Boris Semenov πῆγε στὸ Penjikent νὰ μείνῃ μαζί του. Ἐκεῖ, στὸ νοικιασμένο δωμάτιο ποὺ διέμεναν, ὁ ἐπίσκοπος ἔστησε μιὰ κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία, ὅπου τελοῦσε τὴ θεία λειτουργία καὶ πολλὲς φορὲς ἔρχονταν καὶ πολλοὶ ἐξόριστοι ἀπὸ τὴ γύρω περιοχὴ νὰ προσευχηθοῦν μαζί τους.

Ὁ ἐπίσκοπος, ἂν καὶ σωματικὰ βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὰ πνευματικά του παιδιά, προσπαθοῦσε ὅσο μποροῦσε νὰ βρίσκεται ψυχικὰ δίπλα τους καὶ νὰ τὰ ἐμψυχώνῃ μὲ διαφόρους τρόπους. Πολλὲς φορὲς λοιπὸν τοὺς ἔγραφε γράμματα, τὰ ὁποῖα διαβάζονταν ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιὰ στὰ ὁποῖα ἀπευθύνονταν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους νέους. Ἦταν γράμματα ποὺ συνέβαλλαν οὐσιαστικὰ στὴν παρηγορία καὶ στήριξι τοῦ καθημερινοῦ ἀγώνα τῶν Χριστιανῶν.

Ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὰ τὰ παιδιὰ ἦταν καὶ πολλοὶ ἔφηβοι, ποὺ κατέθεταν τὶς δυσκολίες, τοὺς πειρασμοὺς ἀλλὰ καὶ τὸν πόλεμο ποὺ δέχονταν ἰδιαιτέρως μέσα στὸ ἄθεο περιβάλλον τῶν σχολείων τους. Συνάμα ὅμως ὑπογράμμιζαν καὶ τὴν ἐλπίδα τους ὅτι ὁ σπόρος τῆς πίστεως ποὺ εἶχε σπείρει ὁ ἐπίσκοπος μέσα τους δὲν πέθανε, ἀλλὰ καρποφορεῖ παρ᾽ ὅλες τὶς ἀντίξοες καὶ ἄθεες συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν στὶς σχολικές τους αἴθουσες. Ἡ προπαγάνδα τοῦ ἀθέου κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ἦταν τόσο ἔκδηλη μέσα στὰ σχολεῖα, ποὺ εἶχαν φτάσει στὸ σημεῖο νὰ διαδίδουν, ὅτι τὸ νὰ φοράῃ κανεὶς σταυρὸ ντροπιάζει τὴν ἐπιστήμη! Ὁ ἐπίσκοπος μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του προσπαθοῦσε νὰ τοὺς στηρίξῃ στὴν ὀρθόδοξη πίστι καὶ νὰ σβήσῃ κάθε ἴχνος ἀμφιβολίας ποὺ μποροῦσε νὰ φωλιάσῃ στὶς νεανικές τους ψυχὲς ἀπὸ τὴν ὑλιστικὴ παιδεία ποὺ τοὺς παρεχόταν.

Μετὰ τὴν παραμονὴ ἐπὶ 3 χρόνια στὴν ἐξορία ὁ ἐπίσκοπος ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Οἱ ἀρχὲς ὅμως ἐξέδωσαν μία ἀπόφασι, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ζῇ ἐφεξῆς στὶς ἕξι μεγάλες πόλεις τῆς ῾Ρωσίας καὶ στὶς ἐπαρχίες αὐτῶν τῶν πόλεων. Ἡ ἀπόφασι αὐτὴ εἶχε ἰσχὺ γιὰ τὰ ἑπόμενα 3 χρόνια καὶ φυσικὰ μέσα στὶς 6 αὐτὲς πόλεις ἦταν καὶ ἡ πόλι του, ἡ Ivanovo. Ἐπὶ πλέον τὸν διέταξαν γιὰ τὸ διάστημα αὐτῶν τῶν 3 χρόνων νὰ παραμείνῃ στὴν ἴδια πόλι ποὺ θὰ ἐπέλεγε, διότι ἡ πιθανὴ μετακίνησίς του δὲν θὰ διευκόλυνε αὐτοὺς ποὺ θὰ τὸν ἐπιτηροῦσαν. Ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ πάῃ νὰ μείνῃ στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῆς Syzran (Samara). Ἔφτασε στὴν περιοχὴ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1930 καὶ νοίκιασε μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ δωμάτια ἑνὸς σπιτιοῦ. Σύντομα ἔφτασε κοντά του ὁ ὑποδιάκονος Boris Semenov, τὸν ὁποῖο ὁ ἐπίσκοπος λίγο ἀργότερα χειροτόνησε σὲ διάκονο.

Τὴν ἄνοιξι τοῦ 1930 οἱ τοπικὲς ἀρχὲς τῆς Syzran ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ κλείσουν 5 ἐκκλησίες, κάτι τὸ ὁποῖο ὤθησε τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποστείλουν ἔγγραφη διαμαρτυρία στὴ ῾Ρωσία ἀπαιτώντας νὰ τὶς ξανανοίξουν.

Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς διακονίας του στὸ Syzran συγκέντρωσε ὅλους τοὺς κληρικοὺς γύρω του, καὶ ἦταν γιὰ ὅλους ἕνας φιλόστοργος πατέρας καὶ ἕνας σοφὸς ἡγέτης. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐνώχλησε τὶς ἀρχές, οἱ ὁποῖες προσπαθοῦσαν νὰ βροῦν κάποια ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν. Ὑπηρέτησε τὴν πόλι τῆς Syzran λιγώτερο ἀπὸ 1 χρόνο, ὅταν στὶς 21 Φεβρουαρίου τοῦ 1931 κατ᾽ ἐντολὴν τῶν σοβιετικῶν ἀρχῶν τὸν συλλαμβάνουν μαζὶ μὲ ἄλλους 16 ἱερεῖς, ἕναν μοναχὸ καὶ 37 λαϊκούς. Ἡ κατηγορία ἐναντίον τους ἦταν, ὅτι ὅλοι μάχονταν ἐναντίον τῶν μέτρων ποὺ εἶχαν πάρει οἱ Σοβιετικὲς ἀρχὲς καὶ πιὸ συγκεκριμένα ὅτι ὠργάνωναν διαμαρτυρίες γιὰ τὸ κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν, ὅτι διέδιδαν προκλητικὲς φῆμες γιὰ τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῆς θρησκείας, βοηθοῦσαν ἐξορίστους πιστοὺς μὲ τὸ σύνθημα «βοήθεια στοὺς μάρτυρες τοῦ Σοβιετικοῦ κράτους», καὶ γενικὰ ἐπεδίωκαν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας.

Κατὰ τὴν ἄποψι τῶν σοβιετικῶν ἀρχῶν ὁ ῥόλος τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου ἦταν καταλυτικός, μιᾶς καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῆς Syzran ὠργάνωσε τοὺς πιστούς, κατάφερε νὰ προσελκύσῃ στὴν πίστι ἀκόμη καὶ ἀνθρώπους ἀνωτέρων κοινωνικῶν τάξεων, καὶ γενικὰ ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ὁ ἡγέτης καὶ ἱδρυτὴς ἑνὸς ἀνερχομένου ἀντεπαναστατικοῦ κινήματος.

Στὶς ἀνακρίσεις ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ ὅτι συμμετεῖχε στὴν ὀργάνωσι ἀντικυβερνητικῶν δραστηριοτήτων. Συγκατηγορούμενοί του ἦταν ὁ διάκονος Boris Semenov καθὼς καὶ οἱ ἱερομόναχοι Νήφων καὶ Ἀλέξανδρος Antovich Medem.

Στὶς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1931 οἱ σοβιετικὲς ἀρχὲς ἀποφασίζουν νὰ φυλακίσουν τὸν ἐπίσκοπο καὶ τὸν διάκονό του σὲ στρατόπεδο συγκεντρώσεως γιὰ 3 χρόνια.

Ἡ φυλακὴ τῆς Syzran βρισκόταν ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλι. Οἱ κρατούμενοι τῶν φυλακῶν ἐργάζονταν στὰ χωράφια τῆς περιοχῆς προσφέροντας τὶς ὑπηρεσίες τους στὸ κράτος. Κάποια φορὰ ἦρθαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ἐπίσκοπο τὰ παιδιά του καὶ οἱ πιστοὶ προσπάθησαν νὰ κανονίσουν τὴν συνάντησι αὐτή. Ἐπειδὴ ὅμως τοὺς φυλακισμένους τοὺς φρουροῦσαν ὡπλισμένοι φρουροί, ἦταν ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ κάτι τέτοιο. Τότε τὰ παιδιὰ πῆγαν καὶ στάθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη τῆς φυλακῆς σὲ σημεῖο ποὺ τὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ τοῦ ἐπισκόπου εἶχε πρόσβασι στὸν ἔξω κόσμο. Ὁ ἐπίσκοπος μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς φυλακῆς εὐλόγησε τόσο τὰ παιδιά του ὅσο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους πιστούς.

Ἀργότερα οἱ ἀρχὲς ἐπέτρεψαν στοὺς φυλακισμένους νὰ δέχωνται μιὰ δεκαπεντάλεπτη ἐπίσκεψι συγγενῶν τους. Ἔτσι τὰ παιδιὰ τοῦ ἐπισκόπου ἔσπευσαν νὰ δοῦν τὸν πατέρα τους. Οἱ μπάρες τῆς φυλακῆς ὑποχώρησαν μὲ ἕνα δυνατὸ θόρυβο καὶ οἱ κρατούμενοι ὡδηγήθηκαν στὴν αἴθουσα τῶν ἐπισκέψεων, ὅπου μὲ ἀγωνία τοὺς περίμεναν οἱ συγγενεῖς τους. Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος ἐμφανίστηκε ἀπὸ μακριὰ ἤρεμος καὶ χαμογελαστός. Μόνο τὸ χλωμό του πρόσωπο πρόδιδε τὶς δυσβάσταχτες συνθῆκες τῆς φυλακῆς. Τὰ παιδιά του ἦταν πολὺ χαρούμενα ποὺ ἔβλεπαν ἀπὸ τόσο κοντὰ τὸν πατέρα τους, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἦταν δύσκολο νὰ συζητήσουν, μιᾶς καὶ ὁ θόρυβος ἦταν πολὺ μεγάλος.

Ὁ δρόμος τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου θὰ εἶνε πολὺ μακρύς. Οἱ δοκιμασίες, ποὺ θ᾽ ἀντιμετωπίσῃ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶνε ἀκόμη πάρα πολλές.

Οἱ πιστοὶ κατάφεραν νὰ ἀποσπάσουν κάποιες πληροφορίες ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῶν φυλακῶν σχετικὰ μὲ τὴν ἡμέρα μεταφορᾶς τῶν κρατουμένων στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ἔτσι οἱ πιστοὶ συγκεντρώθηκαν στὸ σταθμὸ τῶν τραίνων ἔχοντας μαζί τους καὶ τὶς δύο κόρες τοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου καὶ ἀνέμεναν στὴν ἀποβάθρα τὴν ἄφιξι τῶν φυλακισμένων. Τὸ ψῦχος ἦταν δριμύτατο τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐμπόδισε τοὺς πιστοὺς νὰ περιμένουν καρτερικὰ νὰ δοῦν ἔστω καὶ ἀπὸ μακριὰ τὸν ποιμένα τους. Ξαφνικά, μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἀκούστηκε μιὰ φωνή· «Τοὺς φέρνουν! Τοὺς φέρνουν!». Πραγματικά, παρουσιάστηκε μιὰ φάλαγγα κρατουμένων φρουρουμένη ἀπὸ ἐνόπλους στρατιῶτες. Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος, ντυμένος μὲ τὰ ῥάσα του καὶ κρατώντας ἕνα ῥαβδὶ στὸ χέρι, προχωροῦσε μπροστὰ ἀπ᾿ ὅλους. Μόλις ἡ φάλαγγα σταμάτησε μπροστὰ στὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴν περικύκλωσαν στρατιῶτες, καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια προσεγγίσεως τῶν κρατουμένων ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἦταν ἀδύνατη. Μιὰ ἀπὸ τὶς κόρες τοῦ ἐπισκόπου παρακάλεσε ἕνα στρατιώτη νὰ δώσῃ στὸν πατέρα της τὸ κασκὸλ ποὺ ἡ ἴδια φοροῦσε στὸ λαιμό της, γιὰ νὰ τὸν κρατᾷ ζεστό. Ὁ στρατιώτης τὸ ἔδωσε στὸν ἐπίσκοπο, αὐτὸς ὅμως τὴν πρώτη φορὰ τὸ ἀρνήθηκε· στὴ δεύτερη ἀπόπειρα τῆς κόρης του πῆρε τὸ κασκὸλ καὶ τὸ τύλιξε γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του.

Ἐπειδὴ τὸ τραῖνο ἀργοῦσε νὰ φανῇ, πῆραν τοὺς κρατουμένους καὶ τοὺς μετέφεραν μέσα σ᾿ ἕνα κτήριο. Ὁ ἐπίσκοπος ἐμφανίστηκε στὸ παράθυρο καὶ ἔγραψε πάνω στὸ παγωμένο τζάμι πρὸς τὶς κόρες του ποὺ ἦταν ἔξω στὸ κρύο καὶ περίμεναν· «Πηγαίνετε σπίτι, μὴν κάθεστε τόση ὥρα στὴν παγωνιά». Λίγα χρόνια ἀργότερα οἱ κόρες του, ἐνθυμούμενες τὸ περιστατικὸ αὐτό, συνειδητοποίησαν τὴν πίστι καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ εἶχε ὁ πατέρας τους στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος μεταφέρθηκε στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ σταθμὸ στὴν ἐπαρχία τοῦ Λένινγκραντ. Τὸ στρατόπεδο ἦταν μέσα σ᾿ ἕνα πυκνὸ δάσος καὶ ἡ ἐργασία τους ἦταν νὰ μαζεύουν πίσσα. Ἂν καὶ δὲν ἦταν ἰδιαίτερα σκληρὴ δουλειά, πολλοὶ κρατούμενοι δὲν τὰ κατάφερναν καὶ ἡ τιμωρία τους ἦταν νὰ τοὺς στεροῦν τὴν τροφή. Ὁ ἐπίσκοπος στὴν ἀρχὴ δούλευε μαζὶ μὲ τοὺς συγκρατουμένους του, μετὰ ἦταν στὸ σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν καὶ κάποιες φορὲς πήγαινε νὰ προμηθευθῇ ὑλικὰ στὴν κοντινώτερη πόλι. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν τοπικὸ ἱερέα καὶ μέσῳ αὐτοῦ κατάφερε νὰ ἐνημερώσῃ τὰ πνευματικά του παιδιὰ γιὰ τὸ ποῦ ἀκριβῶς βρισκόταν.

Ἔτσι κάποιες φορὲς δεχόταν δέματα ἀλλὰ καὶ ἐπισκέψεις πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους πήγαιναν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του ἀλλὰ καὶ νὰ τοῦ παράσχουν κάποια τρόφιμα καὶ ζεστὰ ροῦχα. Οἱ συνθῆκες τοῦ στρατοπέδου ἦταν τόσο σκληρές, ποὺ ὁ ἐπίσκοπος δὲν θὰ εἶχε ἐπιζήσει χωρὶς τὴν συνδρομὴ αὐτὴ τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν. Παρ᾽ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες ποτέ του δὲν παραβίασε τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτέ δὲν ἔφαγε κρέας, ἀλλὰ τὸ μοίραζε στοὺς ἄλλους συγκρατούμενούς του.

Μία φορὰ δύο ἀπὸ τὶς πνευματικές του θυγατέρες ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν στὸ στρατόπεδο παίρνοντας μαζί τους ζεστὰ ροῦχα καὶ τρόφιμα. Ἀγόρασαν ἀπὸ τὸ Λένινγκραντ φρέσκα φροῦτα καὶ λαχανικὰ καὶ στὸ σταθμὸ Lodeinoye Pole συνάντησαν τὸν ἱερέα ποὺ γνώριζε τὸν ἐπίσκοπο. Στὴ συνέχεια πῆγαν στὸ γραφεῖο γιὰ νὰ πάρουν ἄδειες εἰσόδου γιὰ τὸ στρατόπεδο. Ἐκεῖ οἱ ἀρχὲς τὶς ρώτησαν τί συγγένεια ἔχουν μὲ τὸν ἐπίσκοπο κ᾽ ἐκεῖνες εἶπαν ὅτι εἶνε ἀνιψιές του. Ἡ ἄδεια θὰ δίνονταν μετὰ ἀπὸ 5 ἡμέρες καὶ οἱ κοπέλλες, φοβούμενες μήπως χαλάσουν τὰ φρέσκα φροῦτα, ξεκίνησαν προχωρώντας μέσα σ᾽ ἕνα δασικὸ δρόμο μὴ γνωρίζοντας τὴ διαδρομὴ. Στὸ δρόμο τους συνάντησαν ἕναν ἡλικιωμένο ἄντρα καὶ τὸν ῥώτησαν ἂν γνωρίζῃ τὸ δρόμο γιὰ τὸ στρατόπεδο. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε καταφατικὰ καὶ προσφέρθηκε νὰ τὶς ὁδηγήσῃ. Γνώριζε καὶ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοὺς ἀνέφερε τὴν αὐστηρὴ νηστεία ποὺ ἔκανε στὸ στρατόπεδο. Στὶς πύλες τοῦ στρατοπέδου οἱ δύο κοπέλλες περίμεναν νὰ δοῦν τὸν πνευματικό τους πατέρα, ὅταν ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε μπροστά τους κάποιος ἄντρας ξυρισμένος, φορώντας ἀδιάβροχο καὶ σκοῦφο. Στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν· ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος. Τὶς πῆρε μέσα καὶ τὶς τακτοποίησε στὸ ἰατρεῖο. Ἔμειναν ἐκεῖ 5 μέρες καὶ ἀφοῦ πῆγαν στὸ χωριὸ νὰ παραλάβουν τὶς ἄδειες εἰσόδου τους ἐπέστρεψαν ξανὰ στὸ στρατόπεδο. Ὅταν ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ φύγουν εἶχαν ξεχαστῆ καὶ ἡ ἄδειά τους εἶχε λήξει. Ἔτσι ἀναγκάστηκαν νὰ περπατήσουν 6 μίλια μέσα στὸ πυκνὸ καὶ σκοτεινὸ δάσος. Ὁ ἐπίσκοπος τὶς εὐλόγησε πρὶν ξεκινήσουν στὴν πύλη τοῦ στρατοπέδου καὶ τὶς διαβεβαίωσε ὅτι θὰ προσεύχεται νὰ φτάσουν μὲ ἀσφάλεια στὴν πόλι, ὅπως καὶ ἔγινε.

Ὁ διάκονός του Μπόρις πέθανε σ᾿ ἕνα ἄλλο στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἐξ αἰτίας τῆς σκληρῆς ἐργασίας καὶ μιᾶς ἀσθενείας ποὺ τὸν ταλαιπώρησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου