Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Ἅγιος Νικήτιος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου. Ήμέρα Μνήμης: 2 Ἀπριλίου.

Ἅγιος Νικήτιος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου. Ήμέρα Μνήμης: 2 Ἀπριλίου.


῾O ἐν Ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Νικήτιος ἐγεννήθη στὴν Βουργουνδία (περιοχὴ τῆς ἀνατολικῆς Γαλλίας), τὸ ἔτος 513 σὲ ἀρχοντικὴ καὶ πολὺ εὐσεβῆ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του Φλωρέντιος ἐσκέπτετο μάλιστα νὰ δεχθῆ τὴν ἐκλογή του στὴν Ἐπισκοπὴ τῆς Γενεύης, μετὰ τὴν γέννησι τοῦ τρίτου αὐτοῦ τέκνου. Ἀλλὰ ἡ θεοσεβὴς σύζυγός του Ἄρτεμις τοῦ ἀπεκάλυψε, ὅτι εἶχε λάβει πληροφορία ὅτι τὸ παιδί, τὸ ὁποῖο ἔμελλε νὰ γεννηθῆ θὰ ἐγίνετο Ἐπίσκοπος. Ὁ Φλωρέντιος ἀπεφάσισε τότε νὰ μὴν ἀναλάβη ἄλλη διακονία, παρὰ μόνο νὰ φροντίση γιὰ τὴν διαπαιδαγώγησι τοῦ υἱοῦ του.

Ὁ Νικήτιος, τόσο ἀπὸ τὰ φυσικά του χαρίσματα, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν φροντίδα καὶ ἀνατροφὴ τῶν εὐσεβῶν γονέων του, ἐφάνη πολὺ ἐνωρὶς ἕτοιμος νὰ ἀναλάβη τὰ βαρύτερα ἀξιώματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ λόγῳ τῆς μεγάλης του ταπεινοφροσύνης παρέμεινε στοὺς χαμηλοτέρους βαθμοὺς τῶν διακονιῶν.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ὁ Νικήτιος συνέχισε νὰ ζῆ μίαν εὐσεβῆ καὶ εἰρηνικὴ ζωὴ πλησίον τῆς μητρός του. Υἱὸς ὑπάκουος καὶ ἀφωσιωμένος, ἀπεχθάνετο τὴν ἀργία, τοῦ ἄρεσε δὲ νὰ συμμετέχη μὲ τοὺς λοιποὺς ὑπηρέτες στὶς ταπεινὲς ἐργασίες. Δὲν ἐδίσταζε νὰ ἐκτελῆ χειρονακτικὲς ἐργασίες, ἀκολουθῶν τὶς συμβουλὲς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου.

Κάποτε, ἐμφανίσθηκε στὸ πρόσωπό του ἕνας κακοήθης ὄγκος, ὁ ὁποῖος ἐμεγάλωσε καὶ ἐρεθίσθη τόσο πολύ, ὣστε νὰ θέση σὲ κίνδυνο τὴν ζωή του. Ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἅγιο Μαρτῖνο τῆς Τουρώνης (τιμάται 12 Νοεμβρίου), τὸν ἐπεκαλέσθη μὲ μεγάλη ζέσι. Τὸ παιδὶ διηγήθηκε, ὅτι κατὰ τὴν δευτέρα ἡμέρα «ὁ μακάριος Μαρτῖνος μὲ ἐσφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καὶ μὲ διέταξε νὰ σηκωθῶ, διότι δὲν εἶμαι πλέον ἄρρωστος». Παρέμεινε μόνο μία ἄσχημη οὐλή, ἡ ὁποία ἔδωσε καθ᾿ ὅλον τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του μαρτυρία γιὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας του.

Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Ἀγρικολάου (τιμάται 26 Φεβρουαρίου), Ἐπισκόπου Καβιλλόνου (σήμερα Σαλὸν-σὺρ-Σόν).

Παρὰ τὶς ποιμαντικὲς καὶ λειτουργικές του ὑποχρεώσεις, συνέχισε νὰ ἐργάζεται ἐκ τῶν ἰδίων χειρῶν αὐτοῦ, προκειμένου νὰ βοηθῆ τοὺς πτωχούς, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Ἔδειχνε ἰδιαίτερη ἔγνοια γιὰ τὴν νεοελαία καὶ ἀνέτρεφε ὅλα τὰ παιδιὰ τῶν συγγενῶν καὶ ὑπηρετῶν του μὲ τὰ νάματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἰδίως τῶν Ψαλμῶν. Τοὺς προέτρεπε νὰ ἀγαποῦν τὴν ἁγνότητα. Διὰ μέσου τῆς ἁγίας αὐτῆς φροντίδος καὶ τῶν δραστηριοτήτων αὐτῶν ὁ ἅγιος Πρεσβύτερος Νικήτιος ἐτοιμάζετο γιὰ τὴν Ἀρχιερωσύνη.

Κατὰ τὸ ἔτος 550, σὲ μία Σύνοδο στὸ Παρίσι, ὁ θεῖος του, Ἅγιος Σακερδὸς (τιμάται 12 Σεπτεμβρίου), Ἀρχιεπίσκοπος Λουγδούνου (νῦν Λυών), ἔπεσε βαρειὰ ἄρρωστος.

Ὁ Βασιλεὺς Χιλδεβέρτος ὁ Πρεσβύτερος - υἱὸς τοῦ Χλωδοβίκου και τῆς Ἁγίας Κλοτίδης (τιμάται 3 Ιουνίου) - ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς τοῦ εἶπε: «Ζητῶ νὰ μὲ διαδεχθῆ ὡς Ἐπίσκοπος τοῦ Λουγδούνου ὁ Πρεσβύτερος Νικήτιος, ὁ ἀνηψιός μου. Δύναμαι νὰ δώσω μαρτυρία, ὅτι εἶναι ἁγνὸς καὶ σώφρων, ὅτι ἀγαπᾶ τοὺς Ναοὺς τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι εἶναι φύσει ἐλεήμων, καὶ ὅτι γενικὰ ἐπιμελεῖται τόσο στὰ ἔργα του ὅσο καὶ στὸ ἦθος του νὰ ἐνεργῆ ὅπως ἁρμόζει στοὺς ἀληθινοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ». Ἀπάντησε ὁ Βασιλεύς: «Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γενηθήτω!».

Οὕτως, ὁ Νικήτιος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Λουγδούνου μὲ τὴν σύμφωνο γνώμη ὅλου τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ἦτο τότε περίπου σαράντα ἐτῶν.

Ἀρχιεπίσκοπος συνετός, τίμιος και προικισμένος μὲ πολλὰ χαρίσματα, ἀληθὴς μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ, φίλος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ὁμόνοιας, πάντοτε πρόθυμος νὰ συγχωρή, ἀλλὰ χωρὶς ἀδυναμία.

Ὁ Ἅγιος Νικήτιος ἔδειχνε σὲ ὅλους καὶ σὲ ὅλα μία φιλανθρωπία ὑπερφυσική. Ἐφρόντιζε, συμμετέχων καὶ ὁ ἴδιος στὶς ἐργασίες, νὰ οἰκοδομοῦνται Ναοί, νὰ ἐπιδιορθώνωνται οἰκίες, νὰ σπείρωνται οἱ ἀγροὶ καὶ νὰ φυτεύωνται ἀμπέλια, χωρὶς νὰ ἀμελήση ποτὲ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς.

Ἂν κάποιος τὸν ἔβλαπτε, συγχωροῦσε αὐτὸν ἀμέσως, ἢ ἄν τὸ ἀπαιτοῦσε ἡ περίπτωσις, ἔβαζε κάποιον ἄλλον νὰ μεσιτεύση ὑπὲρ τοῦ ὑπαιτίου. 

Μία φορά, διηγεῖται ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, Ἐπίσκοπος Τουρώνης (τιμάται 17 Νοεμβρίου, 539-594), ἔστειλε τὸν Πρεσβύτερο Βασίλειο στὸν Κόμητα Ἀρμαντάριο, τὸν τότε Δικαστὴ τῆς πόλεως τοῦ Λουγδούνου, νὰ τοῦ εἰπῆ: «Ὁ Ποιμενάρχης μας ἔχει κρίνει καὶ τακτοποιήσει τὴν τάδε ὑπόθεσι, ἡ ὁποία ὡστόσο ἐπανέρχεται καὶ Σᾶς προειδοποιεῖ, νὰ μὴν ἀσχολῆσθε μὲ αὐτήν».

Ὁ Κόμης πλήρης θυμοῦ, ἀπάντησε: «Πήγαινε νὰ τοῦ εἰπῆς, ὅτι πολλὲς ἀπὸ τὶς ὑποθέσεις, τὶς ὁποῖες ἀναφέρθηκαν πρῶτα σὲ αὐτόν, θὰ τακτοποιηθοῦν μὲ τὴν ἀπόφασι ἄλλου».

Ὁ Πρεσβύτερος ἐπέστρεψε καὶ μετέφερε ἁπλᾶ τὸ πρᾶγμα, ὅπως τὸ εἶχε ἀκούσει. Ὁ Ἅγιος Νικήτιος στενοχωρήθηκε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀληθῶς, δὲν θὰ λάβης εὐλογίες ἀπὸ τὸ χέρι μου, ἐπειδὴ ἔφερες εἰς τὰ ὦτα μου λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ θυμὸς ἀπήγγειλε».

Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἐκάθητο στὸ τραπέζι, ἐγὼ (διηγεῖται ὁ Γρηγόριος), εὑρισκόμουν δίπλα του, ἀριστερά του, ὡς Διάκονος τότε, καὶ μοῦ εἶπε χαμηλοφώνως: «Εἰπὲ στοὺς Ἱερεῖς νὰ μὲ παρακαλέσουν γι᾿ αὐτόν». Τοὺς εἶπα αὐτό, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ὡμίλησε, διότι δὲν ἐκατάλαβαν τὴν πρόθεσι τοῦ Ἁγίου. Τότε ὁ Ἅγιος μοῦ εἶπε: «Λοιπόν, πρέπει Ἐσὺ νὰ σηκωθῆς καὶ νὰ μὲ παρακαλέσης γι᾿ αὐτόν».

Σηκώθηκα ἔντρομος, καὶ πεσὼν ἀσπάσθηκα τὰ γόνατά του, μεσιτεύων γιὰ τὸν Πρεσβύτερο. Ἐδέχθη τὴν παράκλησι καὶ δίδων εἰς αὐτὸν τὶς εὐλογίες, εἶπε: «Ἀδελφοί, τὰ περιττὰ λόγια, οἱ ἀγενεῖς γογγυσμοὶ ἂς μὴν φθάνουν στὰ ὦτα μου. Δὲν εἶναι πρέπον λογικοὶ ἄνθρωποι νὰ θυμηθοῦν τὰ μάταια λόγια παραλόγων ἀνθρώπων. Μόνο νὰ προσπαθήσετε νὰ ἀποστομώσετε μὲ τὰ ἐπιχειρήματά Σας ὅσους ἐπιχειροῦν νὰ στήσουν παγίδες ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσο γιὰ τὰ ἀνόητα λόγια, δὲν τὰ ὑπολογίζω, δὲν θέλω κἂν νὰ τὰ ἀκούσω». Μακάριος ἄνθρωπος, ὁ θέλων πάσῃ δυνάμει νὰ ἀποφύγη τὸ σκάνδαλο!

Ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης ἐκυβέρνησε τὴν ἐπιφανῆ Μητρόπολι τοῦ Λουγδούνου ἐπὶ περίπου εἴκοσι δύο ἔτη. Συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴν δευτέρα Σύνοδο τοῦ Λουγδούνου, τὸ 567, ὅπου καὶ συνέβαλε στὴν ἀποκατάστασι τῆς τάξεως στὴν Ἐκκλησία τῆς Γαλατίας.

Τέλος, ἀφοῦ ἐτακτοποίησε τὰ τῆς Μητροπόλεως καὶ συνέταξε τὴν Διαθήκη του,
ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν, τὴν 2αν Ἀπριλίου 573.

Ἐνεταφιάσθη στὸν ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου καὶ τῶν 48Μαρτύρων, τὸν ὁποῖον εἶχε ἀνεγείρει ὁ Ἅγιος Εὐχέριος (τιμάται 16 Νοεμβρίου, 450) προκειμένου νὰ φυλάσσωνται ἐκεῖ τὰ ἅγια Λείψανα τῶν ἐνδόξων Μαρτύρων τοῦ Λουγδούνου, τῶν μαρτυρησάντων ἐν ἔτει 177.

Τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Νικητίου, ὁ τάφος καὶ τὸ λάδι τῆς κανδήλας του, ἀκόμη καὶ τὰ προσωπικά του ἀντικείμενα ἄρχισαν ἀμέσως νὰ τελοῦν ἀμέτρητα θαύματα. Πολὺ ἐνωρίς, ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι συνέρρεαν στὸ ἱερό του Μνῆμα ἀνέδειξε τόσο σημαντικὸ αὐτὸ τὸ προσκύνημα, ὥστε ἡ Βασιλικὴ τοῦ Λουγδούνου μετωνομάσθη τοῦ Ἁγίου Νικητίου (Σὲντ Νιζιέ).

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Τουρώνης μᾶς διέσωσε μαρτυρίες γιὰ τὰ θαύματα αὐτά. Ὁ Διάκονος Αἰγοῦλφος, στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὴν Ρώμη, ἀπ᾿ ὅπου ἔφερε ἱερὰ Λείψανα, διῆλθε ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου, μόνο γιὰ νὰ προσευχηθῆ στὸν τάφο του. Εἶδε τότε ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συνηθροίζοντο στὸ Μνῆμα, ὅπως οἱ μέλισσες στὴν κυψέλη. Ἄλλοι ἐλάμβαναν ἀπὸ τὸν Προσμονάριο Πρεσβύτερο ἀπόκηρα γιὰ εὐλογία, ἄλλοι ἔπαιρναν ὀλίγη σκόνη, ἄλλοι ὀλίγα κρόσσια ἀπὸ τὸ κάλυμμα τοῦ Μνήματος, καὶ ὅλοι τους ἐπίστευαν, ὅτι ἔπαιρναν μαζί τους ἀπὸ τὴν θεραπευτικὴ χάρι τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Διάκονος Αὐγοῦλφος, πλήρης πίστεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατήση τὰ δάκρυά του καὶ εἶπε: «Ἂν ἡ εὐλάβεια τοῦ Ἐπισκόπου μου μὲ κάνει νὰ μεταβῶ διὰ θαλάσσης μέχρι τὰ Μνήματα τῶν Μαρτύρων γιὰ νὰ φέρω ἱερὰ Λείψανα, γιατί νὰ μὴν πάρω κάτι ἀπὸ ἕναν ἅγιο Ὁμολογητὴ τῆς Γαλατίας;». Καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἱερέα ὀλίγα βότανα, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀποθέσει κάποιοι εὐλαβεῖς Προσκυνητὲς στὸ Μνῆμα. Μόλις ἔφθασε στὴν οἰκία του, ἐδικαιώθη ἡ πίστις του: σὲ ὅσους ἀσθενεῖς ἔδωσε νὰ πιοῦν ἐκχύλισμα ἀπὸ τὰ φύλλα αὐτά, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου ἔδωσε πάλι τὴν ὑγεία, ἀφανίζουσα τὸν πυρετό.

Ἕνας ἄλλος Διάκονος, ὁ ὁποῖος εἶχε τυφλωθῆ ἀπὸ μία ἐπώδυνη ἀσθένεια, μαθὼν τὰ ἄπειρα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμνε ὁ Ἅγιος Νικήτιος ἰδίως στοὺς τυφλούς, ἔλεγε στοὺς συγγενεῖς του: «Ἂν ἐπήγαινα στὸν τάφο του καὶ ἔπαιρνα ἀπὸ ἐκεῖ κάποια εὐλογία, ἢ ἤγγιζα μόνο τὸ κάλυμμα του, θὰ θεραπευόμουν». Τὸ ἐπαναλάμβανε συχνά.

Κάποτε ἕνας κληρικὸς τοῦ εἶπε: «Ἔχεις δίκαιο νὰ τὸ πιστεύης, καὶ γιὰ νὰ δυναμωθῆ ἔτι περισσότερο ἡ πίστις σου, ἰδοὺ μία περγαμηνή, στὴν ὁποία καταγράφονται πολλὰ σχετικὰ μὲ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου». Ὁ δὲ Διάκονος, θεόθεν ἐμπνευσθείς, εἶπε: «Πιστεύω, ὅτι ὁ Θεὸς δύναται νὰ τελέση θαυμάσια διὰ τῶν δούλων Του», καὶ ἔθεσε ἐπάνω στοὺς ὀφθαλμούς του τὴν περγαμηνή. Παραχρῆμα διελύθη τὸ σκότος τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ ἐδιάβασε εὐγνώμων καὶ ἀγαλλόμενος τὶς διηγήσεις τῶν θαυμάτων τοῦ εὐεργέτου του.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου