Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἀββᾶς τοῦ Λουξέϊγ, Διάδοχος τοῦ Ὁσίου Κολομβανοῦ. Ήμέρα Μνήμης: 29 Μαρτίου.

Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἀββᾶς τοῦ Λουξέϊγ, Διάδοχος τοῦ Ὁσίου Κολομβανοῦ. Ήμέρα Μνήμης: 29 Μαρτίου.


Ὁ Ὅσιος Εὐστάθιος (ἢ Εὐστάσιος) γεννήθηκε στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογένεια τῆς Βουργουνδίας στὴν Γαλλία, στὴν χώρα τοῦ Λάνγκρ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐκ μητρὸς θεῖος του διετέλεσε Ἐπίσκοπος.

Ἀνετράφη ἐκ νεότητος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Κολομβανοῦ (τιμάται 23 Νοεμβρίου), ὁ ὁποῖος διέκρινε στὸν νεαρὸ μαθητή του πολλὰ χαρίσματα, τόσο στὴν ἔξωθεν σοφία, ὅσο καὶ κυρίως στὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

Τὰ ἔτη 585-590, ὁ Ὅσιος Κολομβανὸς ἵδρυσε τὴν Μονὴ τοῦ Λουξέϊγ, στὰ ἐρείπεια ἀρχαίων εἰδολολατρικῶν λουτρῶν, χάριν στὶς δωρεὲς ἑνὸς Ἄρχοντος τῆς Αὐλῆς τοῦ Χιλδεμπέρτου Γ'.

Ἡ Μονή, ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Πέτρο, ἔγινε σύντομα μία τῶν σημαντικοτέρων Μονῶν τῆς Γαλατίας. Χάριν στὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν Μοναχῶν, ἡ Ἀδελφότης ἐτηροῦσε τὴν τάξι τῆς ἀκοιμήτου προσευχῆς (laus perennis). Λειτουργοῦσε Σχολὴ-Σεμινάριο, στὴν διεύθυνσι τῆς ὁποίας ὁ Ὅσιος Κολομβανὸς ἐτοποθέτησε τὸν Εὐστάθιο, ὡς καὶ Ἐργαστήριο ἀντιγραφῆς χειρογραφῶν (scriptorium). Ἀπὸ τὴν Μονὴ ὁμάδες πατέρων ἐπραγματοποιοῦσαν ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες.

 Ἡ αὐστηρότης τοῦ τυπικοῦ, τὸ ὁποῖο εἶχε ἐφαρμόσει ὁ Ὅσιος Κολομβανὸς στὴν Μονή, ἤγειρε ἀντιδράσεις καὶ τὸ ἔτος 610 ἐξωρίσθη ἀπὸ τὸ Λουξέϊγ μαζὶ μὲ μερικοὺς μαθητές του, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως Βουργουνδίας Θεοδωρικοῦ Β'.

Ὁ Εὐστάθιος μετέβη ὀλίγον ἀργότερα πρὸς συνάντησι τοῦ μεγάλου Κτήτορος στὴν ἐξορία, πιθανώτατα στὴν Αὐλὴ τοῦ Θεοντεμπέρτου στὸ Μέττη (σημ. Μέτς), μαζὶ ἄλλους μαθητές του. Τὸν ἠκολούθησε στοὺς δρόμους τῆς ἐξορίας, διὰ μέσου τῆς Ἑλβετίας μέχρι τὴν Λίμνη καὶ τὴν πόλι τοῦ Βριγκάντιουμ (σημ. Μπρέγκενζ, στὴν Αὐστρία), ὅπου παρέμειναν μέχρι τὸ 612 καὶ ἵδρυσαν στὴν περιοχὴ τὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Γάλλου, πέριξ τοῦ ὁποίου διημουργήθηκε ἡ πόλις Σὲντ Γκαλέν.

Τὸ 612 ὁ Κολομβανὸς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ Μπρέγκενζ γιὰ τὴν Ἰταλία καὶ στέλνει τὸν Εὐστάθιο πίσω στὸ Λουξέϊγ, μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὸν διαδεχθῆ στὴν ἐπιστασία τῆς Μονῆς. Ἐστάλη κατόπιν ἀπὸ τὸν Βασιλέα Κλοταῖρο Β' στὸ Μπόμπιο, πλησίον τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, γιὰ νὰ προσπαθήση νὰ τὸν ἐπαναφέρη στὴν Γαλατία, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος Κολομβανός, ἐπικαλούμενος τὸ προκεχωρήμενο τῆς ἡλικίας του, δὲν ἐδέχθη νὰ τὸν ἀκολουθήση.

Στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, παρέμεινε στὴν Μονὴ Ἁγίου Μαυρικίου, στὸ Ἀγὼν (σημ. Σὲντ Μωρίς, στὴν Ἑλβετία), ἀπὸ τὸ ὁποῖο λαμβάνει μαζί του τὸν Ὅσιο Ἀμάτο (Ἀμὲ), τὸν ἐραστὴ τῆς ἐρημικῆς ζωῆς (τιμάται 13 Σεπτεμβρίου). Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸ Λουξέϊγ καὶ ὡλοκλήρωσε τὴν ὀργάνωσι τῆς Ἀδελφότητος, ἀνέδειξε τὴν Μονὴ ὡς ἕνα μοναστικὸ Φροντιστήριο φημισμένο σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη, ὡς ἕνα Φυτώριο Ἁγίων καὶ Ἱδρυτῶν Μονῶν σὲ ὅλη τὴν Γαλατία.

Πραγματοποίησε ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες γιὰ νὰ μεταδώση τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς εἰδωλολάτρες τῆς περιοχῆς τοῦ Ντούμπ, ὅπου ἵδρυσε τὴν Μονὴ τῆς Κουζάνς, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἰσέριο, καὶ τοῦ Βελτέμπεργ βόρεια τοῦ Μονάχου, στὴν Βαυαρία.

Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ Λουξέϊγ, ἀφήνων μαθητὲς νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο, ὁ μισόκαλος ἐχθρὸς τοῦ ἐπιτέθηκε διὰ μέσου ἑνὸς ἐκ τῶν μαθητῶν του: τοῦ ἐναντιώθηκε ἕνας Μοναχὸς ὀνόματι Ἀγρέστιος, ὁ ὁποῖος περιῆλθε σὲ αἵρεσι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἅγιος Ἡγούμενος ἠρνήθη νὰ τὸν συμπεριλάβη στὴν ἱεραποστολική του ὁμάδα.

Ὁ Ἀγρέστιος παρουσιάσθηκε στὴν Σύνοδο τοῦ Μακὸν (626) γιὰ νὰ καταδικάση τὸν Κανόνα καὶ τὶς παραδόσεις, τὰ ὁποῖα εἶχε θεσπίσει ὁ Ἅγιος Κολομβανός. Χάρις ὅμως στὸν λόγο καὶ στὴν ἀκτινοβολία τῆς ἁγιότητος τοῦ Εὐσταθίου, ἡ Σύνοδος ἀπώθησε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ἀγρεστίου καὶ ἐπεκύρωσε τὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου.

Παρὰ τὸν ἀσπασμὸ εἰρήνης, τὸν ὁποῖο ἀντήλλαξε μὲ τὸν Εὐστάθιο, ὁ Ἀγρέστιος δὲν ἔπαυσε τὶς ἐπιθέσεις του καὶ προσεπάθησε νὰ πάρη μὲ τὸ μέρος του τοὺς μαθητὲς τοῦ Ἁγίου, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν καθιδρύματα προερχόμενα ἀπὸ τὸ Λουξέϊγ.

Οἱ Μοναχοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος εἶχε θέσει ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Μονῆς τοῦ Ἁμπέντουμ (ὕστερα Ρεμιρεμόν, ἵδρυσις 620), Ρομαρὶκ (Romaric) καὶ Ἀμὲ (Amé), ἀφέθηκαν νὰ πλανηθοῦν ὑπὸ τοῦ Ἀγρεστίου.

Ἡ δὲ Ὁσία Φάρα/Βουργονδροφόρα (τιμάται 3 Απριλίου), πνευματικὴ θυγατέρα τοῦ Ὁσίου Κολομβανοῦ καὶ ἔπειτα τοῦ Ὁσίου Εὐσταθίου (ὁ ὁποῖος τὴν ἐθεράπευσε θαυματουργικὰ ἀπὸ τύφλωσι), ἱδρύτρια τῆς Μονῆς τοῦ Ἐμποριακοῦ (ὕστερα Φαρμουτιέ, 625), ἀπώθησε τὸν ἄθλιο μὲ ἀποστροφή, ἀφοῦ τοῦ ὑπενθύμισε, ὅτι οἱ παραδόσεις τοῦ Ἁγίου Κολομβανοῦ καὶ τῶν μαθητῶν του εἶχαν ἐπικυρωθῆ μὲ θαύματα, τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ἡ ἴδια αὐτόπτης μάρτυς.

Τέλος, σύμφωνα μὲ πρόρρησι τοῦ Ὁσίου Εὐσταθίου, ὁ αἱρετικὸς εὗρε πρὶν τὸ τέλος τοῦ ἔτους οἰκτρὸ θάνατο, κτυπημένος μὲ τσεκούρι ἀπὸ ἕναν ὑπηρέτη του.

Οἱ Ὅσιοι Ἀμὲ (τιμάται 3 Σεπτεμβρίου) καὶ Ρομαρὶκ (τιμάται 8 Δεκεμβρίου 653) μετενόησαν βαθειὰ καὶ ἐζήτησαν συγχώρησι ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐστάθιο γιὰ τὴν πτῶσι των, τὴν ὁποίαν ὁ Ὅσιος Ἀμὲ ἐθρηνοῦσε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Ἔζησαν τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς τους διαλάμποντες ἐν ὁσιότητι, πλήρεις εὐσπλαγχνίας καὶ θείου ἔρωτος.

Μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Μακόν, ὁ Ὅσιος Εὐστάθιος συνέχισε τὴν διακονία του στὴν διεύθυνσι τῆς Μονῆς καὶ συνέβαλε μὲ τὴν ἵδρυσι ἄλλων Μονῶν στὴν διάδοσι σὲ ὁλόκληρη τὴν Γαλατία τῆς παραδόσεως τοῦ Ἁγίου Κολομβανοῦ, τῆς ὁποίας εἶχε μετριάσει ὀλίγον τὴν αὐστηρότητα, γιὰ νὰ γίνη προσιτὴ σὲ μεγαλύτερο βαθμό.

Τὸ ἔργο αὐτὸ ὡλοκληρώθηκε κυρίως ἀπὸ τὸν μαθητὴ καὶ διάδοχό του, τὸν Ὅσιο Βαλμπέρτο, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καὶ ὡρισμένα στοιχεῖα δανεισμένα ἀπὸ τὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου Βενέδικτου.

Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν Ὅσιο Εὐστάθιο σὲ ὅραμα, νὰ ἐπιλέξη ἀνάμεσα σὲ σαράντα ἡμέρες ἀργῆς ἀγωνίας καὶ σὲ τριάντα ἡμέρες σκληρῶν ὀδύνων. Ὁ Ἅγιος προτίμησε τὴν ἀσθένεια, ὥστε νὰ ἀπολαύση ἐνωρίτερα τὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὴν 29η Μαρτίου 629 καὶ ἐτάφη στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου στὸ Λουξέϊγ.

Τὸν διαδέχθηκε ὁ Ὅσιος Βαλμπέρτος (τιμάται 2 Μαΐου, 595-670), ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν περίοδο τῆς μοναχικῆς του μορφώσεως, εἶχε ἀποσυρθῆ σὲ ἕνα σπήλαιο στὸ δάσος, μερικὰ χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν Μονή.

Μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Ὁσίου Εὐσταθίου, ἦλθαν οἱ Μοναχοὶ τοῦ Λουξέϊγ νὰ φέρουν τὸν Ἀσκητὴ στὴν Μονή, γιὰ νὰ τοὺς διαποιμάνη.

Ὁ Ὅσιος Βαλμπέρτος συνέχισε πιστὰ νὰ διαδίδη τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες τοῦ Λουξέϊγ σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη, τόσο μὲ τὴν ἵδρυσι Μοναστικῶν καθιδρυμάτων, ὅσο καὶ μὲ τὴν ἔντονη πολιτιστικὴ καὶ πνευματικὴ προσφορὰ τῶν σχολειῶν καὶ τοῦ Ἐργαστηρίου ἀντιγραφῆς χειρογράφων.

Ἡ Μονὴ τοῦ Λουξέϊγ ἐγνώρισε στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου περιόδους αἴγλης καὶ παρακμῆς. Κατὰ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάστασι, οἱ Μοναχοὶ ἐδιώχθηκαν καὶ τὰ κτήρια ἐπωλήθησαν ὡς ἐθνικὴ περιουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου