Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος Ο εκ Λιγουδίστης της Τριφυλίας και εν Τριπόλει της Πελοποννήσου μαρτυρικώς αθλήσας καλλίνικος και ένδοξος νεομάρτυς του Χριστού. Ημέρα Μνήμης: 14 Απριλίου.

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος Ο εκ Λιγουδίστης της Τριφυλίας και εν Τριπόλει της Πελοποννήσου μαρτυρικώς αθλήσας καλλίνικος και ένδοξος νεομάρτυς του Χριστού. Ημέρα Μνήμης: 14 Απριλίου.



Μέσα στη σεπτή και ευλογημένη χορεία των κλεινών νεομαρτύρων της αμωμήτου χριστιανικής πίστεως συναριθμείται και ο νεομάρτυς Άγιος Δημήτριος, ο γενναιότατος και καρτερότατος αυτός νεαρός αθλητής του Χριστού, ο δι’ αποκεφαλισμού τελειωθείς στις 14 Απριλίου 1803 στην ιστορική πόλη της Τριπολιτσάς, της οποίας έκτοτε είναι ο θερμός αντιλήπτωρ και προστάτης. Ο Άγιος νεομάρτυς Δημήτριος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε το 1779 στη συνοικία Κάτω Ρούγα του τότε χωριού Λιγούδιστα, το οποίο είναι η σημερινή κωμόπολη της Χώρας Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750-1821), ο Δημήτριος ήταν ο δευτερότοκος υιός του ευσεβούς Ηλία Καψαρίδη. Η ενάρετη μητέρα του απεβίωσε όμως, όταν ο Δημήτριος ήταν ακόμη βρέφος και έτσι δεν είχε τη χαρά να τη γνωρίσει και να δεχθεί τη μητρική αγάπη και φροντίδα. Ο πατέρας του παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, ελπίζοντας ότι η νέα του σύζυγος θα περιβάλλει με την πρέπουσα αγάπη και στοργή τους δύο ορφανούς γιους του. Αλλά η μητριά συμπεριφέρθηκε στα δύο δυστυχισμένα παιδιά με κακότητα και ψυχρότητα. Έτσι τα δύο ορφανά μεγάλωσαν μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση, έχοντας δίπλα τους μία αδιάφορη και κακότροπη γυναίκα, η οποία τα περιφρονούσε και τα κακομεταχειριζόταν. Γι’ αυτό και αντί για αγάπη και φροντίδα, εισέπρατταν μίσος και περιφρόνηση. Το γεγονός αυτό τα ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πατρική οικία και να βρουν καταφύγιο και εργασία στην Τρίπολη που την εποχή εκείνη ήταν το εμπορικό κέντρο της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου με πολλά εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα.


Ο Άγιος νεομάρτυς Δημήτριος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε το 1779 στη Λιγούδιστα (σημερινή Χώρα) Τριφυλίας και μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού στις 14 Απριλίου 1803 στην Τρίπολη.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του ήρθε πρώτος στην Τρίπολη και έγινε υπηρέτης σε κάποια τουρκική οικογένεια, ενώ ο Δημήτριος γνωρίστηκε με κάποιους κτίστες που ταξίδευαν από τόπο σε τόπο και έκτιζαν οικοδομές. Κάποια στιγμή ήρθε στην Τρίπολη και άρχισε να συναναστρέφεται με παιδιά τουρκικών οικογενειών. Όμως η προστριβή του με το συνεργείο των κτιστών, όπου εργαζόταν, τον ανάγκασε να καταφύγει στην τουρκική οικογένεια του Βελή Μπαρμπέρη, η οποία είχε κουρείο. Εκεί έμαθε την τέχνη του κουρέα, ενώ ταυτόχρονα παρασυρόμενος από τις δελεαστικές υποσχέσεις, αλλά και τις συνεχείς απειλές των Τούρκων, αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και απάσθηκε τον μουσουλμανισμό. Έτσι υποβλήθηκε σε περιτομή, φόρεσε τουρκικά ενδύματα και σαρίκι στο κεφάλι και μετονομάσθηκε Μεχμέτ. Στο μεταξύ ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο οποίος δεν είχε τουρκέψει ακόμη, πληροφορηθείς τα γενόμενα, έτρεξε να τον συναντήσει. Μόλις τον συνάντησε, ζήλεψε την απατηλή ευτυχία του και ασπάσθηκε και εκείνος τον μουσουλμανισμό. Κάποια στιγμή όμως ο πατέρας τους πληροφορήθηκε ότι και τα δύο του παιδιά έγιναν εξωμότες. Τότε αισθανόμενος ψυχική συντριβή για το θλιβερό κατάντημα των γιων του, πήγε αμέσως στην Τρίπολη για να συναντήσει και να συνετίσει τα δύο δυστυχισμένα παιδιά του. Κανείς δεν γνωρίζει, εάν συνάντησε τον μεγαλύτερο γιο του. Ο Δημήτριος όμως πληροφορηθείς ότι τον αναζητά ο πατέρας του, κρύφτηκε από ντροπή, αλλά και από φόβο μήπως και εξοργισθεί μαζί του ο Τούρκος αφέντης του. Έτσι ο καταπικραμένος πατέρας του πήρε τον δρόμο της επιστροφής για τη Λιγούδιστα.

Η απεγνωσμένη, αλλά άκαρπη προσπάθεια του πατέρα του νεαρού Δημήτριου δεν πήγε όμως χαμένη, αφού ο Θεός είχε τον σκοπό του και δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να απωλεσθεί ο σπόρος της χριστιανικής πίστεως στην ψυχή του Δημητρίου. Έτσι κάποια στιγμή συναισθάνθηκε το τρομερό αμάρτημα της προδοσίας της πίστεως του στον Ιησού Χριστό, αλλά και της αρνήσεώς του να συναντήσει τον πατέρα του, ο οποίος υποβλήθηκε σε μεγάλο κόπο και ταλαιπωρία για να έρθει από τη Λιγούδιστα να τον ανταμώσει. Γι’ αυτό και ο νεαρός Δημήτριος κατελήφθηκε από σωτήριους λογισμούς μετανοίας και αυτοκριτικής, αφού η θεία χάρις τον επισκέφθηκε και συνειδητοποίησε ότι είχε αρνηθεί τον Χριστό, είχε προδώσει την πατρίδα του και είχε φορέσει τουρκικά ενδύματα. Έχοντας λοιπόν αυτούς τους λογισμούς, έφυγε από την Τρίπολη και αποφάσισε να μεταβεί στην πατρίδα του για να συναντήσει τον πατέρα του. Αλλά αντί να ακολουθήσει τον δρόμο που οδηγεί στη Λιγούδιστα, ακολούθησε αντίθετη κατεύθυνση και μετά από αρκετές ώρες πεζοπορία έφτασε στο χωριό Στεμνίτσα της Αρκαδίας, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι μιας ευλογημένης χριστιανής. Εκεί πληροφορήθηκε ότι είχε πάρει λανθασμένο δρόμο και ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Τρίπολη και να βρει κάποιον που θα του έδειχνε τον σωστό δρόμο για να μεταβεί στην πατρίδα του. Αφού επέστρεψε στην Τρίπολη, εργάσθηκε ως κουρέας στον Τούρκο αφέντη του μέχρι να βρει τον άνθρωπο εκείνο που θα τον οδηγούσε στη Λιγούδιστα. Όμως στην Τρίπολη γνωρίσθηκε με κάποιους χριστιανούς που θα ταξίδευαν στη Σμύρνη. Αποφάσισε λοιπόν να μην επιστρέψει στην πατρίδα του, αλλά να αναζητήσει καινούργιους κόσμους.

Έτσι έφυγε κρυφά από την οικία του Τούρκου Βελή και όταν έφτασε στους Μύλους της Αργολίδος, επιβιβάσθηκε σε πλοίο με προορισμό τη Σμύρνη. Μόλις έφτασε εκεί, πέταξε αμέσως τα τουρκικά ενδύματα, φόρεσε χριστιανικό χιτώνα και άρχισε να συναναστρέφεται μόνο με χριστιανούς, από τους οποίους έμαθε πολλά για τους αγίους της χριστιανικής πίστεως και τα μαρτύρια που υπέστησαν για την αγάπη του Χριστού. Οι συναρπαστικές αυτές διηγήσεις τον αναγέννησαν πνευματικά και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει το τρομερό αμάρτημα της αρνησιθρησκείας. Στη συνέχεια αναχώρησε για τη Μαγνησία της Μ. Ασίας, όπου φιλοξενήθηκε σε κάποιους γνωστούς του, ενώ εξέφρασε την επιθυμία του να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του. Μάλιστα εξομολογήθηκε σ’ έναν πνευματικό, αλλά οι επικρατούσες συνθήκες στη Μαγνησία δεν ήταν ευνοϊκές ούτε για εκείνον ούτε και για τους υπόλοιπους χριστιανούς. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με την επιδημία πανούκλας που ενέσκυψε στην πόλη, τον ανάγκασαν να καταφύγει σε κοντινό χωριό, όπου όλοι οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί. Κατόπιν αναχώρησε για τις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί) και από εκεί επισκέφθηκε την περίφημη Μονή του Τιμίου Προδρόμου που βρισκόταν στο Μοσχονήσι για να εξομολογηθεί στον Ηγούμενο της Μονής το θανάσιμο αμάρτημα της αρνήσεως της χριστιανικής του πίστεως. Η ειλικρινής εξομολόγησή του τον ηρέμησε ψυχικά και έτσι ανακουφίσθηκε από το φοβερό ολίσθημά του. Παρόλα αυτά πίστευε ότι μόνο με το αίμα του θα μπορούσε να ξεπλύνει τη μεγάλη προδοσία του.

Στο μεταξύ ο Δημήτριος εξαιτίας της μεγάλης προσέλευσης πιστών στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου με τη θαυματουργή εικόνα, αναγκάσθηκε να αναζητήσει εργασία στο Μοσχονήσι, όπου για ένα χρόνο εργάσθηκε σε καφενείο. Όμως ούτε και εκεί βρήκε την ψυχική του ανάπαυση, γεγονός που τον οδήγησε και πάλι στη Μονή για να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, ζητώντας από τον Άγιο να τον ενισχύσει και τάζοντάς του ένα ασημένιο καντήλι. Κατόπιν επέστρεψε στις Κυδωνίες, όπου εργάσθηκε ως κουρέας και μάλιστα μέσα από την εργασία του κέρδισε πολλά χρήματα. Το ανέλπιστα μεγάλο χρηματικό ποσό που απέκτησε από την εργασία του, το θεώρησε ως θαύμα του Τιμίου Προδρόμου, προς τιμήν του οποίου αγόρασε το αργυρό καντήλι που είχε υποσχεθεί στον Άγιο. Παράλληλα την περίοδο αυτή συνδέθηκε με φιλία μ’ έναν συμπατριώτη του έμπορο που ήταν χριστιανός, ο οποίος του διάβαζε τον βίο των νεομαρτύρων της πίστεώς μας. Μέσα μάλιστα από την ανάγνωση των συναξαρίων αναζωπυρώθηκε η φλόγα της αγάπης του στον Ιησού Χριστό, αλλά και της διακαούς επιθυμίας του να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Γι’ αυτό και σταμάτησε να εξασκεί το επάγγελμα του κουρέα και αφού επισκέφθηκε και πάλι τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, παρακάλεσε τον Ηγούμενο να τον συμβουλεύσει τί να πράξει για να ξεπλύνει το αμάρτημά του. Τότε εκείνος τον έστειλε στη Χίο για να τον καθοδηγήσει πνευματικά ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), ο οποίος εφησύχαζε την εποχή εκείνη στο Μονύδριο των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στους βορειοανατολικούς πρόποδες του όρους Αίπος πάνω από την κωμόπολη του Βροντάδου.


Όταν ο Δημήτριος έφτασε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο ο Άγιος Μακάριος, ο οποίος ήταν έμπειρος πνευματικός και γνωστός αλείπτης νεομαρτύρων, τον υποδέχθηκε με πολλή αγάπη και αφού τον παρηγόρησε, τον επαίνεσε για την αγάπη του στον Ιησού Χριστό και την προθυμία του να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Τον συμβούλεψε όμως να εγκαταλείψει την ιδέα του μαρτυρίου, διότι εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του μπορεί να μην αντέξει τα βασανιστήρια και έτσι να υποπέσει για δεύτερη φορά στο αμάρτημα της αρνησιθρησκείας. Του τόνισε μάλιστα ότι η ειλικρινής μετάνοια του είναι αρκετή για να συγχωρεθούν τα αμαρτήματά του και του παρουσίασε ως παράδειγμα τον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά σώθηκε χάρη στη μετάνοιά του, όπως σώθηκαν και πολλοί άλλοι που αμάρτησαν ποικιλοτρόπως ή αρνήθηκαν τον Χριστό. Ο γενναιότατος όμως Δημήτριος του απάντησε ότι ελπίζει στον Κύριο, ο Οποίος είναι η ελπίδα των μαρτύρων και το κραταίωμα της Εκκλησίας και μάλιστα η χάρη Του θα τον ενδυναμώσει για να υποφέρει τα βασανιστήρια και τα σωματικά τραύματα. Του τόνισε επίσης ότι μόνο με το αίμα του θα ξεπλύνει τον ρύπο της ψυχής του και μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα βρει την ποθούμενη ψυχική ηρεμία και ανάπαυση.

Στις πατρικές νουθεσίες και προτροπές του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά ο ευλογημένος Δημήτριος δεν εναντιώθηκε καθόλου, αλλά σιώπησε, ακούγοντας με προσοχή και σεβασμό τις συμβουλές του. Μάλιστα σύμφωνα με τον βιογράφο του, Όσιο Νικηφόρο τον Χίο, ενισχύθηκε τόσο πολύ μέσα στην ψυχή του η φλόγα της αγάπης του στον Θεό, ώστε άρχισε να επιδίδεται σε σκληρούς πνευματικούς αγώνες με αυστηρές νηστείες, αδιάλειπτες προσευχές, ολονύκτιες αγρυπνίες, αμέτρητες γονυκλισίες και συνεχείς παρακλήσεις στην Υπεραγία Θεοτόκο. Μέσα από τον ακατάπαυστο πνευματικό του αγώνα έκλαιγε συντετριμμένος, όπως ο Απόστολος Πέτρος και αναστέναζε εκ βάθους καρδίας, όπως ο Τελώνης. Όλα όμως όσα έκανε, του φαινόταν λίγα για να εξιλεώσει τον Θεό. Γι’ αυτό και χτυπούσε με τα χέρια του τόσο πολύ το στήθος, το πρόσωπο και το κεφάλι του, ώστε έτρεχε αίμα από τη μύτη του. Παράλληλα είχε υποβάλλει τον εαυτό του και σε μία άλλη άσκηση. Χρησιμοποιούσε ένα σπήλαιο που βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Αίπος παράμερα από το Μονύδριο των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου ως τόπο προσευχής και αυτοσυγκέντρωσης. Μάλιστα στο σπήλαιο αυτό, όπου επικρατούσε πολύ χαμηλή θερμοκρασία εξαιτίας του χειμώνα, υπήρχε μεγάλη υγρασία, αφού το διαπερνούσε νερό.

Στο μεταξύ ο Άγιος Μακάριος είχε γίνει μεγαλόσχημος μοναχός και με βάση τους κανόνες του μοναχισμού δεν επιτρεπόταν πλέον να ιερουργεί, αλλά ούτε και να εξομολογεί. Γι’ αυτό και καθ’ υπόδειξή του κατέφυγε ο Δημήτριος στον Όσιο Νικηφόρο τον Χίο για να καθοδηγηθεί πνευματικά. Αλλά και αυτός ο πνευματικός τον συμβούλεψε να εξαλείψει το αμάρτημά του με τη συνεχή μετάνοια και όχι με το μαρτύριο. Κανείς όμως δεν μπορούσε πλέον να τον εμποδίσει από την απόφασή του να μαρτυρήσει για την αγάπη του Χριστού. Γι’ αυτό και ζήτησε την άδεια και την ευλογία του πνευματικού του να επιστρέψει στην Τρίπολη για να ομολογήσει τον Κύριο ενώπιον των Τούρκων και να συναντήσει τον αδελφό του, ώστε να τον παρακινήσει να ομολογήσει και εκείνος το όνομα του Χριστού. Βλέποντας ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος τη σταθερή και αμετάβλητη απόφαση του Δημητρίου, τον συμβούλεψε με τις απαραίτητες πνευματικές νουθεσίες και αφού του έδωσε μία συστατική επιστολή, τον έστειλε στην Πελοπόννησο για να συναντήσει τον Ιεροκήρυκα Αγάπιο τον εκ Δημητσάνης καταγόμενο και εν Άργει διατρίβοντα.

Φτάνοντας όμως ο Δημήτριος στο Άργος δεν κατόρθωσε να βρει και να συναντήσει τον Αγάπιο και να του επιδώσει την επιστολή, αλλά έμεινε στο σπίτι κάποιου ευσεβούς χριστιανού, ο οποίος για να του εξάψει τον πόθο του μαρτυρίου, του διάβαζε νυχθημερόν το Νέο Μαρτυρολόγιο που περιέχει τα συναξάρια των νεομαρτύρων της πίστεώς μας. Στο Άργος ο Δημήτριος έμεινε ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα, καθώς και την εβδομάδα της Διακαινησίμου, αλλά εξαιτίας της μη εμφανίσεως του ιεροκήρυκος Αγαπίου αναγκάσθηκε να φύγει από εκεί και να μεταβεί στην Τρίπολη για να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει. Στην πορεία του πέρασε από το όρος Αρτεμίσιο που χωρίζει την Αρκαδία από την Αργολίδα και επισκέφθηκε την Ιερά Μονή της Παναγίας Γοργοεπηκόου, η οποία ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα και βρίσκεται στον επιβλητικό βράχο του Γουλά πάνω από το χωριό Τσηπιανά που είναι η σημερινή Νεστάνη. Το ευλογημένο αυτό μοναστήρι της ιστορικής αρκαδικής γης αποτέλεσε ένα πνευματικό καταφύγιο για τον πυρπολούμενο από θείο έρωτα νεαρό Δημήτριο, αφού παρέμεινε εκεί προσευχόμενος όλη τη νύχτα και επικαλούμενος τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την άλλη ημέρα ξεκίνησε την πορεία του για την Τρίπολη. Μετά από αρκετή πεζοπορία έφθασε στο χωριό Μερκοβούνι και κάθισε κάτω από ένα δένδρο για να ξεκουρασθεί. Εις ανάμνηση του περάσματος του νεομάρτυρος Δημητρίου από το αρκαδικό αυτό χωριό οι ευσεβείς κάτοικοί του ανήγειραν στο σημείο, όπου κάθισε ο γενναίος αθλητής του Χριστού, περικαλλή ενοριακό ναό επ’ ονόματί του και καθιερώθηκε να εορτάζεται κατ’ έτος την Κυριακή των Μυροφόρων η πανίερη μνήμη του με λαμπρά πανήγυρη. Μετά τη σύντομη στάση του Δημητρίου στο Μερκοβούνι κατευθύνθηκε στην Τρίπολη και έφτασε εκεί τη Δευτέρα της εβδομάδος του Θωμά. Αμέσως πήγε στο σπίτι κάποιου χριστιανού που ήταν γνωστός του πρώην Τούρκου αφέντη του, ενώ σε όλους απευθυνόταν με τον γνωστό αναστάσιμο χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη». Το ίδιο βράδυ συνάντησε μερικούς ευλαβείς κληρικούς και ενάρετους χριστιανούς και τους ανακοίνωσε τη σταθερή πρόθεση και αμετάκλητη απόφασή του να ομολογήσει το όνομα του Χριστού και να μαρτυρήσει για Εκείνον. Όλοι όμως προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, προβάλλοντας τον κίνδυνο ότι δεν θα αντέξει τα σκληρά βασανιστήρια, ενώ εξέφρασαν και τον φόβο ότι οι Τούρκοι θα εξαπολύσουν διωγμό εναντίον των χριστιανών. Αλλά ο θαρραλέος αθλητής του Χριστού τους απάντησε με παρρησία: «Θαρσεῖτε, ἀδελφοί μου, διότι ὅλες μου τίς ἐλπίδες τίς ἔχω στόν Θεό. Ἐκεῖνος καθώς ἐνδυνάμωσε ὅλους τούς Ἁγίους Μάρτυρες, θά ἐνδυναμώσει καί ἐμέ τόν ἄθλιο νά ἐξαλείψω τήν ἀμαρτία μου μέ τό αἷμα μου».

Μεταξύ των ευλαβών ιερέων ήταν και ο π. Αντώνιος, ο οποίος προσπάθησε με κάθε τρόπο να εμποδίσει τον Δημήτριο στην απόφασή του να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Βλέποντας όμως την αδιαλλαξία του νεαρού αθλητού της πίστεως, του πρότεινε να προσευχηθούν θερμά στον Θεό και ό,τι τους αποκαλύψει, αυτό και να πράξουν την επόμενη ημέρα. Τότε ο Δημήτριος διανυκτέρευσε στον ναό του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται πλησίον των στρατώνων της Τριπόλεως. Μάλιστα παρέμεινε άγρυπνος και προσευχόμενος όλη τη νύχτα, ενώ ο ιερεύς Αντώνιος πήγε στη Μητρόπολη, όπου κάποια στιγμή μετά από θερμή προσευχή αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του είδε τότε ένα μεγάλο στράτευμα με πολλούς στρατιώτες. Στη μέση υπήρχε ένα χρυσοστολισμένο άρμα που έσερναν δύο άσπρα άλογα και ο αμαξηλάτης ήταν ένας ωραιότατος ξανθός άνθρωπος με λίγα γένια και με ενδύματα άσπρα και πράσινα, ενώ στη μέση του έφερε ένα μεγάλο σπαθί. Πίσω από την άμαξα ακολουθούσε ο Δημήτριος έχοντας στο κεφάλι του λευκό σεντόνι και πλησιάζοντας τον π. Αντώνιο, του είπε δύο φορές να σηκωθεί. Ο ιερέας όμως συνέχισε να κοιμάται και τότε ο Δημήτριος του έπιασε το χέρι και του φώναξε δυνατά να σηκωθεί, διότι τώρα είναι καιρός. Μόλις ο π. Αντώνιος ξύπνησε από το όνειρο, έτρεξε να συναντήσει τον Δημήτριο, ο οποίος έτρεξε και αυτός για να συναντήσει τον ιερέα. Στην ερώτηση του π. Αντωνίου εάν είδε κάποιο σημείο από τον Θεό, εκείνος απάντησε αρνητικά. Αλλά στην επιμονή του ιερέα ο Δημήτριος του αποκάλυψε τη θεόσταλτη οπτασία που είχε δει. Έτσι κατά την τέταρτη ώρα της νύχτας και αφού είχε προσευχηθεί, είδε μία θαυμαστή λάμψη και ένα ουράνιο φως, το οποίο τον περικύκλωσε. Μέσα σ’ αυτό το φως είδε έναν άνδρα με λευκά ενδύματα, ο οποίος του είπε να μην φοβάται και να συνεχίσει τον αγώνα του με θάρρος, αφού θα βρίσκεται δίπλα του. Παρόλο βέβαια που ο Δημήτριος φοβήθηκε από τη θαυμαστή αυτή αποκάλυψη, ένιωσε ενισχυμένος και χαρούμενος και γι’ αυτό έπεσε στη γη και προσευχόταν. Μάλιστα τη σκηνή με τον λευκοφορεμένο άνδρα την είδε τρεις φορές, αλλά κατόπιν εξαφανίσθηκε από μπροστά του ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος και το ουράνιο φως. Μετά την εξιστόρηση των υπερφυών αυτών γεγονότων ο Δημήτριος εξομολογήθηκε στον π. Αντώνιο και αφού κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, έφυγε από τον ναό του Αγίου Νικολάου, όπου πέρασε την τελευταία νύχτα του επίγειου βίου του.

Το πρωί κατευθύνθηκε στο κέντρο της Τριπόλεως για να τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι. Παρόλο όμως που περιήλθε την πόλη τρεις φορές, κανείς δεν τον αναγνώρισε και έτσι επέστρεψε στον ναό του Αγίου Νικολάου κατ’ εντολήν του π. Αντωνίου, ο οποίος τον παρηγόρησε, επειδή είχε περιέλθει σε βαθιά λύπη, επειδή δεν τον αναγνώρισαν. Τότε ο σεβάσμιος και ευλαβής ιερέας τον παρότρυνε να εγκαταλείψει την ιδέα του μαρτυρίου, διότι ήταν ήδη μάρτυς κατά προαίρεση και επομένως είχε εκπληρώσει το χρέος του. Μάλιστα του πρότεινε να πάει να ζήσει σε χριστιανικό τόπο, εφαρμόζοντας πιστά τις εντολές του Θεού. Μ’ αυτόν τον τρόπο άλλωστε θα Τον ευαρεστούσε. Αλλά ο πυρπολούμενος από αγάπη στον Κύριο και από πόθο για το μαρτύριο Δημήτριος του απάντησε ότι πρέπει να θυσιασθεί για τον Ιησού Χριστό και να ομολογήσει το όνομά Του ενώπιον των απίστων. Γι’ αυτό και είναι έτοιμος να υποστεί όλα τα βασανιστήρια για την αγάπη του Σωτήρος Χριστού. Τότε ο π. Αντώνιος κατάλαβε ότι ο Κύριος παρίσταται αοράτως και δέχεται πρόθυμα την απόφασή του.

Ευθύς αμέσως ο γενναίος οπλίτης του Χριστού πήγε στο κουρείο του πρώην Τούρκου αφέντη του και χαιρέτησε τους παριστάμενους με τον αναστάσιμο χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη». Στο ερώτημα κάποιων ποιος είναι, απάντησε ότι είναι ο Δημήτριος, αυτός δηλαδή που μέσα σ’ αυτό το κατάστημα αρνήθηκε τον Θεό του, τον Οποίο ήρθε τώρα να ομολογήσει εκεί που Τον αρνήθηκε. Μόλις οι παριστάμενοι χριστιανοί άκουσαν αυτά, έφυγαν τρομοκρατημένοι, ενώ ένας νεαρός Τούρκος που ήταν γνωστός του Δημητρίου και είχε μάθει την τέχνη του κουρέα, του είπε να σταματήσει να λέει τέτοιες κουβέντες και να λυπηθεί τη ζωή του, διότι εάν τα μάθουν αυτά οι Τούρκοι, θα τον θανατώσουν. Τότε ο Δημήτριος του απάντησε με παρρησία ότι ο σκοπός που βρίσκεται εκεί, είναι να ξεπλύνει με το αίμα του το αμάρτημά του. Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο νεαρός Τούρκος του είπε να έρθει στην αυλή για να του κόψει με ξυράφι τον λαιμό του. Αμέσως με μεγάλη χαρά ο Δημήτριος έσκυψε το κεφάλι του και τον παρότρυνε να πράξει αυτό που είχε αποφασίσει. Ο Τούρκος όμως φοβήθηκε και έφυγε, λέγοντάς του: «Νά τό εὕρης αὐτό ἀπό κάποιον ἄλλο». Κατόπιν ο θαρραλέος Δημήτριος κάθισε έξω από το κουρείο του Βελή Μπαρμπέρη που ήταν το πρώην αφεντικό του. Μόλις τον είδε ο Βελής, προσπάθησε με απατηλές υποσχέσεις αγαθών, αλλά και με φοβερές απειλές να τον μεταπείσει. Εκείνος όμως του δήλωσε με παρρησία τη χριστιανική του ιδιότητα. Μάλιστα ο Βελής του υποσχέθηκε να του δώσει ασημένια νομίσματα για να φύγει από την Τρίπολη και έτσι να ζήσει ελεύθερος, όπου επιθυμεί. Η σθεναρή όμως ομολογία του νεαρού αθλητού της πίστεως ότι πιστεύει στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και ότι επιθυμεί διακαώς να μαρτυρήσει για το όνομά Του, εξόργισε τον Βελή, αλλά και άλλους Τούρκους που πληροφορήθηκαν ότι κάποιος χριστιανός που είχε τουρκέψει, αρνήθηκε την πίστη του στον Μωάμεθ και επέστρεψε στην παλαιά του θρησκεία. Μάλιστα ένας αιμοβόρος Τούρκος τον άρπαξε, όπως ο λύκος το αρνί, για να τον οδηγήσει στον Τούρκο ηγεμόνα της Τριπόλεως. Καθ’ οδόν τον έβαλε μέσα σε κάποιο κατάστημα για να ψάξει στα ρούχα του για τυχόν υπάρχοντα χρήματα. Ο ιδιοκτήτης όμως του καταστήματος ήταν χριστιανός και του ζήτησε να τον απολύσει, δίνοντας στον Τούρκο τα χρήματα. Αλλά ο Δημήτριος απέρριψε μία τέτοια πρόταση και κατόπιν οδηγήθηκε στον επίτροπο του Τούρκου ηγεμόνα, ο οποίος προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις, αλλά και με συνεχείς απειλές να τον επαναφέρει στη μουσουλμανική θρησκεία. Ο Δημήτριος όμως έμεινε σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του, γεγονός που τον οδήγησε στον δικαστή. Στον δρόμο μάλιστα του κρατούσαν τόσο σφιχτά το δεξί του χέρι, ώστε δεν μπορούσε να κάνει τον σταυρό του, αλλά απαίτησε να μην τον αγγίξει κανείς, αφού εκούσια οδηγείτο στο μαρτύριο. Στον δικαστή ο γενναίος Δημήτριος δήλωσε σε ελληνική γλώσσα ότι ήταν και είναι χριστιανός και προσκυνά τον Χριστό ως αληθινό Θεό. Ο δικαστής όμως δεν γνώριζε ελληνικά και ζήτησε από κάποιον Τούρκο να του επαναλάβει αυτά που είπε ο Δημήτριος. Ο διερμηνέας Αγαρηνός αποκρίθηκε τότε ψευδώς, δηλαδή ότι ο Δημήτριος είπε ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι Τούρκος. Αμέσως ο γενναίος αθλητής του Χριστού διαμαρτυρήθηκε λέγοντας στα τουρκικά ότι είναι χριστιανός και θέλει να πεθάνει με τη χριστιανική του ιδιότητα. Ακούγοντας αυτά ο δικαστής δεν θέλησε να εκδώσει θανατική απόφαση, αλλά τον έστειλε στον Τούρκο ηγεμόνα Μουσταφά, ο οποίος του υποσχέθηκε πάμπολλα αγαθά, όπως χρυσοχάλκινα άλογα, ακριβά ενδύματα και άφθονο χρυσάφι και ασήμι. Ο Δημήτριος όμως έμεινε σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του και δήλωσε και πάλι με παρρησία την ομολογία του στον Κύριο. Στο άκουσμα αυτής της θαρραλέας ομολογίας πίστεως ο ηγεμόνας αποφάσισε τη δι’ αποκεφαλισμού θανάτωσή του.

Έτσι έμπλεως χαράς ο νεαρός αθλητής της πίστεως και πρώην εξωμότης Δημήτριος οδηγήθηκε στον τόπο της καταδίκης του. Καθ’ οδόν ζητούσε συγχώρηση από τους χριστιανούς που συναντούσε, ενώ όταν έφτασε στο μέσο της αγοράς έστρεψε το κεφάλι του στον ουρανό και με δυνατή φωνή δόξασε τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος τον αξίωσε να φθάσει σ’ αυτή την ευλογημένη στιγμή και να δώσει το αίμα του για το όνομά Του. Η θανατική εκτέλεση του γενναίου μάρτυρος Δημητρίου έλαβε χώρα στην ψαραγορά, αφού πρώτα ο δήμιος με τον μάρτυρα πέρασαν από το κουρείο του πρώην Τούρκου αφεντικού του. Κατόπιν ο δήμιος με τρία χτυπήματα αποκεφάλισε τον νεαρό οπλίτη του Χριστού, ο οποίος παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο, τον Οποίο με τόση αγάπη και πίστη ομολόγησε. Η δι’ αποκεφαλισμού μαρτυρική τελείωση του νεομάρτυρος Αγίου Δημητρίου του εκ Λιγουδίστης της Τριφυλίας έλαβε χώρα στις 14 Απριλίου 1803, ημέρα Τρίτη της εβδομάδος του Θωμά και ώρα εβδόμη που αντιστοιχεί στις 1 το μεσημέρι.

Το ιερό λείψανο του νεομάρτυρος έμεινε άταφο στον τόπο του μαρτυρίου επί τρεις ημέρες και πολυάριθμοι χριστιανοί, μόλις πληροφορήθηκαν τη θανάτωση του Δημητρίου, έτρεξαν για να λάβουν κάποια ευλογία από τον ένδοξο μάρτυρα του Χριστού, είτε αίμα, είτε τεμάχιο από τα ρούχα του είτε τρίχες από το κεφάλι του ή μέρος του σώματός του. Άλλωστε οι χριστιανοί τόσο πριν όσο και μετά από το μαρτύριό του ωφελήθηκαν πνευματικά και ενισχύθηκαν ψυχικά, βιώνοντας πολλά θαύματα, δεδομένου ότι και το κομμένο του κεφάλι φαινόταν σαν να ήταν ζωντανό. Ο ευλαβής ιερέας Αντώνιος πήρε κρυφά την τιμία κεφαλή του και την ενταφίασε εντός του Ιερού Βήματος του ενοριακού ναού του Αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου στην Τρίπολη και μάλιστα κάτω από την Αγία Τράπεζα. Σήμερα η τιμία και πανσεβάσμια κάρα του νεομάρτυρος Δημητρίου φυλάσσεται ως χαριτόβρυτος και μυρίπνοος θησαυρός στον ιστορικό Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ο οποίος θεμελιώθηκε το 1855 και εγκαινιάσθηκε το 1884. Το ακέφαλο σώμα του Αγίου κινδύνευε όμως να ριχθεί στην πυρά από τους Τούρκους, αλλά ο π. Αντώνιος συγκέντρωσε χρήματα από τους χριστιανούς, τα οποία και έδωσε στους άπιστους. Έτσι το τίμιο λείψανό του πετάχθηκε έξω από τα τείχη της πόλεως σε τοποθεσία, όπου κρεμούσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες καταδίκους. Κατόπιν και σύμφωνα με τον διάκονο Ιωσήφ, ο οποίος αργότερα εξελέγη Επίσκοπος Ανδρούσης (1770-1844), οι ευλαβείς υπηρέτες του πολιτικού Σωτηρίου Κουγιά, αδελφού του Επισκόπου Τριπόλεως και Αμυκλών Νικηφόρου, παρέλαβαν το ακέφαλο σώμα του νεομάρτυρος Δημητρίου και το ενταφίασαν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Βαρσών Μαντινείας, η οποία χρονολογείται από τις αρχές του 11ου αιώνα και βρίσκεται σε απόσταση δώδεκα χιλιομέτρων από την Τρίπολη. Το 1908 τα λείψανα του Αγίου ήρθαν «ὁσιακαῖς χερσίν» στην επιφάνεια από τον τόπο που βρίσκονταν και τοποθετήθηκαν σε ξύλινη λειψανοθήκη, η οποία το 1920 έγινε αργυρή με δωρεά της ευσεβούς οικογένειας Μακρή. Έκτοτε φυλάσσονται στη νέα λειψανοθήκη ως πολύτιμος πνευματικός θησαυρός της Ιεράς Μονής Βαρσών, μαζί και με τμήμα του εν Τριπόλει μαρτυρήσαντος στις 22 Μαΐου 1818 Αγίου οσιομάρτυρος Παύλου. Η ιερά αυτή λειψανοθήκη μεταφέρεται κατ’ έτος στην Τρίπολη κατά τον κοινό πανηγυρικό εορτασμό της μνήμης των Αγίων νεομαρτύρων Δημητρίου και Παύλου στις 22 Μαΐου, οι οποίοι με σχετικό βασιλικό διάταγμα της 4ης Ιουνίου 1909 τιμούνται ως πολιούχοι και προστάτες άγιοι της Τριπόλεως. Οι ιερές ακολουθίες προς τιμήν των δύο εφόρων και πολιούχων αγίων της ιστορικής αρκαδικής πρωτεύουσας τελούνται στον ιερό ενοριακό ναό του Προφήτου Ηλιού και Νεομαρτύρων της Τριπόλεως, ενώ η μνήμη του νεομάρτυρος Αγίου Δημητρίου στις 14 Απριλίου τιμάται και στον ομώνυμο ιερό ναό της Τριπόλεως, ο οποίος ανεγέρθηκε στον τόπο του μαρτυρίου του κατά το έτος 1904 με δαπάνη του ευσεβούς Αλεξάνδρου Παπαλεξανδρή και της συζύγου του, Δήμητρας. Ο Άγιος νεομάρτυς Δημήτριος εορτάζεται επίσης πανηγυρικά ως πολιούχος και προστάτης άγιος στη Χώρα Τριφυλίας (Λιγούδιστα), όπου έχει ανεγερθεί παρεκκλήσιο προς τιμήν του, στο χωριό Φλόκα Τριφυλίας, όπου σύμφωνα με την προφορική παράδοση καταγόταν ο πατέρας του και ο ενοριακός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στο όνομά του, καθώς και στο χωριό Μερκοβούνι Αρκαδίας, όπου επίσης ο ενοριακός ναός του χωριού έχει ανεγερθεί προς τιμήν του, ενώ ο Άγιος τιμάται και στον ιερό ενοριακό ναό του Αγίου Δημητρίου Αρκάδων της πόλεως Καλαμάτας. Εορτασμός της μνήμης του μαζί και με τον Άγιο οσιομάρτυρα Παύλο τελείται επίσης στην Πάτρα, στον ιερό ενοριακό ναό του Αγίου Διονυσίου, όπου από το 1861 φυλάσσεται εικόνα των δύο πολιούχων αγίων της Τριπόλεως, η οποία είναι αφιέρωμα των εν Πάτραις διαβιούντων Αρκάδων, καθώς και στον ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Κυπριάδου Αθηνών.

Πολυάριθμα είναι τα θαύματα που έχει επιτελέσει ο Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος, αφού δαιμονιζόμενοι, ετοιμοθάνατοι και τυφλοί βρήκαν τη θεραπεία τους χάρη στη θαυματουργική επέμβαση του νεομάρτυρος διά της χάριτος του Παντοδυνάμου Θεού. Αλλά και η μυροβλυσία της τιμίας κάρας του είναι αδιάλειπτη και αισθητή σε πολλούς χριστιανούς που προσέρχονται με ευλάβεια για να την προσκυνήσουν. Πλούσια είναι και η συνταχθείσα προς τιμήν του υμνογραφία, αφού το 1804 εκδόθηκε στη Βενετία η ποιηθείσα υπό του Διακόνου Ιωσήφ (του και μετέπειτα Επισκόπου Ανδρούσης) Ακολουθία του Αγίου, η οποία επανεκδόθηκε το 1888 στην Τρίπολη και κατά τα έτη 1909 και 1927 στην Καλαμάτα. Ακολουθία του Αγίου εποίησε επίσης και ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος, ο οποίος εξέδωσε και το Μαρτύριο του νεομάρτυρος στο Νέο Λειμωνάριο που εκδόθηκε το 1819 στη Βενετία.

Ο εκ Λιγουδίστης της Τριφυλίας και εν Τριπόλει της Πελοποννήσου μαρτυρικώς αθλήσας στις 14 Απριλίου 1803 ένδοξος και καλλίνικος νεομάρτυς του Χριστού Άγιος Δημήτριος αποτελεί για την πνευματικά αλλοτριωμένη κοινωνία του 21ου αιώνα ένα ολόλαμπρο παράδειγμα και ένας φωτεινός οδοδείκτης για κάθε αμαρτωλό και ταλαιπωρημένο άνθρωπο που αναζητά τη σωτηρία και τη λύτρωση μέσα από την ειλικρινή μετάνοια και ποθεί τη χαρά της ουράνιας αγαλλίασης και αιωνίας ζωής μέσα από τη συνεχή επικοινωνία με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Πηγή: http://www.imchiou.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1690:-1779-1803 &catid=76:2012-05-18-22-14-22&Itemid=110

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου