Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ὁσία Μοναχή Εὐφροσύνη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Μυρσινιωτίσσης Καλλονῆς Λέσβου. Ημέρα Μνήμης: 19 Νοεμβρίου.

Ὁσία Μοναχή Εὐφροσύνη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Μυρσινιωτίσσης Καλλονῆς Λέσβου. Ημέρα Μνήμης: 19 Νοεμβρίου.

Λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴν ὄμορφη καὶ γραφικὴ κωμόπολη Καλλονὴ στὴν βορειοδυτικὴ Λέσβο καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ χωριὸ Δάφια ἀκολουθοῦμε ἕνα μικρὸ ἁμαξητὸ δρόμο ποὺ διασχίζει ἕνα θαλλερὸ ἐλαιῶνα, ἀνεβαίνουμε μιὰ κοφτὴ ἀνηφορίτσα καὶ ἀντικρίζουμε τὴν ἐπιβλητικὴ εἴσοδο μὲ τὴν ξύλινη πορτάρα ποὺ προστατεύει τὸ ἱστορικὸ μοναστήρι. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἕνας αἰωνόβιος πλάτανος, ἕνα τεράστιο πεῦκο καὶ μία παραδοσιακὴ κρήνη στολίζουν τὸν πίνακα εἰσόδου στὰ ἱερὰ σκηνώματα τῆς Παναγίας.

Πρόκειται γιὰ τὴν Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ἐπιλεγομένη «Μυρσινιώτισσα» , ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τῆς νοτιοδυτικῆς κλιτύος τοῦ ὄρους Δρακοντίτσι τῆς τοποθεσίας  Φάραγγας.

Τὸ μάτι τοῦ προσκυνητῆ καμαρώνει τὴν θεία Δημιουργία, καθὼς ὑπεράνω τῆς Μονῆς εὑρίσκονται κατάφυτοι ἀειθαλεῖς λοφίσκοι, πρὸς τὰ κάτω ἡ ζείδωρη πεδιάδα τῆς Καλλονῆς, στὸ βάθος ἡ γαλάζια θάλασσα, γνωστὴ ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα γιὰ τὴν ἁλιεία τῆς μαρίδας καὶ ἐδῶ, στὰ κράσπεδα τῆς Μονῆς, τὸν χείμαρρο Ἀλευροπόταμο ποὺ στὸ πέρασμά του στολίζει τὸ περιβάλλον μὲ μυρσίνες, πικροδάφνες, μαργαρίτες καὶ ἕνα σωρὸ ἀγριολούλουδα ποὺ διακοσμοῦν τὸ εἰδυλλιακὸ τοπίο.

Ἡ παράδοση συνδέει τὴν εὕρεση τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς «Μυρσίνης» ἀπὸ τοῦ ἔτους 1311, ὅπως φαίνεται σὲ σχετικὸ πατριαρχικὸ σιγίλλιο, προτοῦ δηλαδὴ γίνει γνωστὴ λόγῳ τῶν θαυμάτων της ἡ Παναγία ἡ Μυρτιδιώτισσα στὰ Κύθηρα. Ὁ τόπος εὑρέσεως τοῦ ἱεροῦ εἰκονίσματος τῆς Θεοτόκου εἶναι βορειότερα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ σημερινὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ καὶ λόγῳ εὐλαβείας ἡ Μοναχὴ Μητροδώρα Μπαραμπούτη ἀπὸ τὸ Πλωμάρι ἀνήγειρε ναΐσκο τῆς Παναγίας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ τὴν περιοχή.


Γνωρίζουμε, λοιπὀν, ἀπὸ ὅσα διατήρησε ἡ συλλογικὴ μνήμη, ὅτι σὲ αὐτὸν τὸν τόπο πρωτοφάνηκε τὸ  ἱερὸ φῶς τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας.  Τὸ φῶς πρῶτοι τὸ ἐντόπισαν ἀπὸ τὴν Καλλονὴ ὁ Μητροπολίτης καὶ ἡ συνοδεία του. Ἔσπευσαν τὸ ἴδιο βράδυ στὸν τόπο ἐκεῖνο, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς. Ὅσο ὅμως πλησίαζαν, τὸ ὑπερκόσμιο – ὅπως κατάλαβαν – φῶς ἐξαφανιζόταν. Αὑτὸ συνέβη ἐπὶ τρεῖς συνεχόμενες βραδιές. Τώρα πιὰ τὸ φῶς δὲν ἐξαφανιζόταν, ἀλλὰ μόνο του μετέβαινε νοτιότερα, ὥσπου ἔφτασε στὸ δασάκι τοῦ ὄρους Δρακοντίτσι, ἐκεῖ ὅπου σήμερα κεῖται ἡ Μονή. Ἐκεῖ σταμάτησε τὸ φῶς καὶ τοὺς ἔδειξε φωτιζόμενη καὶ ὁλοκάθαρη τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀργότερα, στὸν τόπο εὑρέσεως τῆς ἁγίας εἰκόνας, ἐκεῖ ποὺ στάθηκε τὸ ὑπερκόσμιο αὐτὸ φῶς, ἀνέβλυσε μὲ τὴν εὐλογία τῆς Παναγίας ἰαματικὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖο διοχετεύθηκε σὲ μαρμάρινη βρύση ἐξωτερικὰ τοῦ νάρθηκα τῆς μεγάλης ἐκκλησίας.

Νέος κτίτορας τοῦ Μοναστηριοῦ εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Ἀγαλλιανός, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Μηθύμνης. Ὡστόσο, ὑπάρχουν ἱκανὲς ἱστορικὲς μαρτυρίες ποὺ θέλουν τὶς ἀρχὲς τῆς Μονῆς στὸν 12ο αἰῶνα, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἀναλαμβάνει νὰ τὸ ἀνοικοδομήσει μόλις στὰ 1523. Ὅπως βεβαιώνεται, τὸ μοναστήρι ὑπῆρξε πατριαρχικὸ σταυροπήγιο. Σταδιακὰ  ὅμως ἔφθασε σὲ πλήρη παρακμὴ καὶ ἔτσι παρέμεινε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης. Ὄρθια ἔμεινε μόνο ἡ Ἐκκλησία του καὶ πέριξ αὐτῆς κῆποι. Ὅλα εἶχαν περιέλθει στοὺς κατακτητές. Τὸ 1470 ἡ πρεσβυτέρα τοῦ Οἰκονόμου Μηθύμνης Παπαξένη τὸ ἀγόρασε ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ μὴν βεβηλώνεται. Μάλιστα, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Συμεὼν στὰ 1472 τὴν ἄδεια νὰ διορίζει ὅποιον ἱερέα ἤθελε γιὰ νὰ λειτουργεῖ. Ἀπὸ τὴν παπαδιὰ αὐτὴν τὸ μοναστήρι τὸ κληρονόμησε ὁ παπποὺς τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, ὁ Μέγας ἱερεὺς Γεώργιος, καὶ ἀπὸ αὐτὸν ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, ἱερεὺς Μανουὴλ Ἀγαλλιανός.

Ὁ ἱερέας Μανουήλ, ὁ θεοειδὴς αὐτὸς ἱερέας καὶ ἄξιος λειτουργός, ἀπέκτησε στὰ 1492 ἕνα γιό, τὸν Ἰωάννη, ὀ ὁποῖος ἦταν εὐσεβὴς καὶ ἐνάρετος νέος, ἔτυχε καλῆς παιδείας καὶ ἀνεδείχθη ὄχι μόνον κατηρτισμένος θεολόγος, ἀλλὰ καὶ ποιητὴς καὶ ζωγράφος.

Νυμφεύθηκε τὴν Μαρία, καλλονὴ τῆς ἐποχῆς καὶ εὐσεβῆ νέα, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν καὶ παιδιά.  Μετ’ ὀλίγον χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ἱερεύς. Ὅμως, ὁ καλὸς Θεὸς δοκίμασε «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ» (Σοφ. Σολ. γ΄, 6) τὸν πιστὸ δοῦλο Του. Διότι ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς ἐκοιμήθη ἡ Μαρία καὶ τὰ παιδιά του, πλὴν τοῦ υἱοῦ του Μεθοδίου. Διὰ φυσικοῦ, λοιπόν, τρόπου λύθηκε ὁ γάμος του. Ἐκεῖνος, ἐλεύθερος πιά, ἀφέθηκε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ κατόπιν προσευχῆς ἐγκαταστάθηκε στὸ μοναστήρι τῆς Μυρσινιὠτισσας. Ὄχι ὅμως μόνος. Πῆρε μαζί του τὸν γέροντα πατέρα του, ἱερέα Μανουὴλ καὶ τὸν γιό του Μεθόδιο. Ἀλλά, καὶ μερικὲς γυναῖκες μὲ τὸν πόθο τῆς ἀφιερώσεως τὸν ἀκολούθησαν. Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν πρώτη διαθήκη του, αὐτὲς ἦταν οἱ ἑξῆς: Ἡγουμένη Μακαρία, Ἀθανασία ἐκ Ρόδου, Δομετιανὴ ἐκ Ρόδου, Μάρθα, Εὐγενία, Μακαρία ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀθανασία.

Ὁ ἱερέας Μανουὴλ μὲ προσηλωτικὸ γράμμα τῆς 25ης Μαρτίου 1527, ποὺ ὑπογράφεται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους Μακάριο Μηθύμνης καὶ Μακάριο Πισιδίας τὸ κληροδότησε στὸν γιό του, ἱερομόναχο πλέον καὶ Σακελλίωνα Μηθύμνης Ἰγνάτιο, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸ ἀνεκαίνισε, τὸ ἐλάμπρυνε καὶ τὸ ἀφιέρωσε «ταῖς μοναστρίαις ταῖς κατὰ καιρούς».

Μὲ τὶς δύο διαθῆκες του κατοχυρώνει τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καὶ ἐπιβάλλει στὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Λειμῶνος νὰ ἐπισκέπτεται ἅπαξ τοῦ μηνὸς τὴν Μυρσινιώτισσα καὶ νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ προβλήματα τῶν καλογραιῶν.

Κατάλοιπα τῶν διαθηκῶν αὐτῶν εἶναι οἱ ἐντολὲς  τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου πρὸς τὴν ἑκάστοτε Ἡγουμένη ποὺ διαβάζουμε στὸν νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς: α) «Ἄβατον εἶναι τὴν Μονὴν ἀνδράσιν. Πλὴν πνευματικοῦ γηραιοῦ ἱερομονάχου σεμνοῦ, τοῦ τὰς θείας μυσταγωγίας ἐν αὐτῇ ἐκτελοῦντος καὶ αὐτοῦ ἔξω μένοντος»‧ καὶ β) «Ὀφείλει δὲ ἡ κατὰ καιροὺς Καθηγουμένη μὴ εἰς ἕνα ἕκαστον συγχωρεῖν εἰσιέναι εἰς τὸ μοναστήριον, κἂν ἱερωμένος εἴη, κἂν οὐ. Καὶ μηδεμίαν ἀφεῖναι μονάστριαν συντυχεῖν αὐτῷ, κἂν δοκεῖ ἄξιος εἶναι».

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος προίκισε μὲ ἱκανὴ περιουσία τὴν Μονή, αὔξησε τὴν ἀδελφότητά της, ἵδρυσε ἐν αὐτῇ κρυφὸ σχολεῖο γιὰ τὰ κορίτσια, καθὼς καὶ οἰκοκυρικὲς σχολὲς γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νέες τέχνες πρὸς βιοπορισμόν.


Ὁ Ἅγιος ἐξελέγη ἐπίσκοπος Μηθύμνης τὸ 1531 καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας τοῦ Ἱερεμίου Β΄. Τὸ 1563 παραιτήθηκε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του, γιὰ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ προβλήματα τῶν μοναστηριῶν του. Ἐξαγιασμένος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ  στὶς 14 Ὀκτωβρίου 1566. Ὁ τάφος του εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς μεγάλης ἐκκλησιᾶς τῆς Μυρσινιώτισσας καὶ κάτωθεν τοῦ τέμπλου, ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἀπὸ ὀπὴ στὸ μάρμαρο τῆς ταφόπλακας ἀνάπτεται ἀκοίμητη κανδήλα, ἐνῶ στὸ ἱερὸ δίδεται στοὺς προσκυνητὲς ἰαματικὸ ὕδωρ ἀπὸ τὸ νέο ἁγίασμα ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου. Στὸ κεντρικὸ προσκυνητάρι τοῦ Ναοῦ ἀσπαζόμαστε τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μυρσινιώτισσας.

Σὲ αὐτὸν τὸν εὐλογημένο θεομητορικὸ καὶ ἁγιοβάδιστο χῶρο, τὸν Ἱερὸ Παρθενῶνα εὐσεβῶν καλογραιῶν, ἀφιερώθηκε παιδιόθεν ἡ πιστὴ θεραπαινίδα τῆς Παναγίας, Γερόντισσα Εὐφροσύνη.

Στὸ Σκαλοχώρι τῆς Λέσβου εἶχαν  στήσει τὸ εὐλογημένο σπιτικό τους ὁ Δημήτριος Ζερβόγλου μὲ ρίζες ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλὶ καὶ ἡ Χριστονύμφη Τζανῆ. Τὸ σπίτι τους στολίστηκε μὲ τὴν γέννηση ἑπτὰ παιδιῶν. Ἀσχολοῦνταν μὲ τὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες καὶ διάφορες μικροδουλειὲς γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Οἱ δοκιμασίες δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὴν ζωή τους. Ἔτσι, σὲ μικρὴ ἡλικία ἔφυγαν ἀπὸ κοντά τους ἕνα κοριτσάκι καὶ ἕνα ἀγοράκι, λόγῳ ἀσθενειῶν  ποὺ εἶχαν αὐξήσει τὴν παιδικὴ θνησιμότητα.

Ἡ Χριστονύμφη κατὰ τὴν κήρυξη τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου κυοφοροῦσε καὶ στὶς 6 Δεκεμβρίου 1940 γέννησε ἕνα κοριτσάκι. Στὴν βάπτιση τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Πέρσα. Ἀνάδοχος ἦταν ἡ θεία της καὶ ἀδελφὴ τοῦ Δημήτρη, Δομετιανὴ μοναχή, ποὺ ἦταν ἀδελφὴ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Μυρσινιωτίσσης. Ἡ κατὰ κόσμον Παναγιώτα Ζερβόγλου, ἀγράμματη, γεννήθηκε στὶς 30 Ἰουνίου 1897 στὸ Σκαλοχώρι ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς πολύτεκνους γονεῖς της Στυλιανὸ καὶ Εὐδοξία. Ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα τὸ 1937 καὶ τὸ μοναχικὸ ὄνομα «Δομετιανὴ», ποὺ καταγράφεται ὡς ὄνομα στὶς κτιτόρισσες μοναχὲς τῆς Μονῆς.

Μετὰ τὴν πάροδο τριετίας καὶ ἐνῶ βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ ἡ πατρίδα δυστυχοῦσε, ἡ Δομετιανή, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν πολύτεκνο ἀδελφό της, ζήτησε νὰ πάρει κοντά της στὸ μοναστήρι τὴν τρίχρονη Πέρσα.

Τὸ μοναστήρι ζοῦσε ἡμέρες στερήσεως. Οἱ σαράντα πέντε ἀφιερωμένες στὸ καθῆκον τους μοναχές του ζοῦσαν ἀκολουθώντας τὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα. Ἡ τότε Ἡγουμένη Μυρανθία ἀπὸ τὴν Καλλονὴ ἀγωνιζόταν μὲ σύνεση νὰ βοηθήσει τὴν ἱερὰ  ἀδελφότητα, ἐξασφαλίζοντας διάφορους πόρους καὶ μοιράζοντας ἐξίσου τὰ ἀγαθὰ στὶς ἀδελφὲς ποὺ ἐργάζονταν σκληρὰ γιὰ τὸν ἐπιούσιο.

Ἡ 45χρονη μοναχὴ Δομετιανὴ μοιραζόταν τὸ κελλὶ μὲ τὴν Γερόντισσά της Θεοκτίστη ποὺ ἦταν συντοπίτισσά της ἀπὸ τὸ Σκαλοχώρι.  Ἡ Μοναχὴ Θεοκτίστη Καπετανάκη, κατὰ κόσμον Πέρσα τοῦ Βασιλείου καὶ τῆς Μυρσίνης, ἀγράμματη, εἶχε γεννηθεῖ στὶς 3 Φεβρουαρίου 1879 καὶ ἐκ νεότητος εἰσῆλθε στὴν Μονή, ὅπου καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα στὶς 23 Αὐγούστου 1905. Μαζί τους κατοίκησε καὶ ἡ μικρὴ Πέρσα, ποὺ ἀγάπησε τὸ μοναστήρι περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ πατρικό της σπίτι. Διέμεναν οἱ τρεῖς τους στὸ λεγόμενο «Παλάτι», κελλὶ διώροφο, προσήλιο χωρὶς ὑγρασία,  προσευχόμενες καὶ ἐργαζόμενες ἐν ἡσυχίᾳ τὰ ἐργόχειρά τους.

Τὰ χρόνια τοῦ πολέμου πέρασαν, ὅμως ἡ Πέρσα, παρ’ ὅλη τὴν αὐστηρότητα μὲ τὴν ὁποία τὴν μεγάλωναν, δὲν ἤθελε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι της. Ἀπὸ τὴν πρώτη της παιδικὴ ἡλικία στὸ μοναστήρι δοκιμάστηκε σκληρὰ μὲ ἐπιπλήξεις καὶ τιμωρίες. Τίποτε ὅμως δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τὴν ξεκόψει ἀπὸ ἐκεῖ. Οἱ μοναχές – ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγράμματες – εἶχαν μάθει τὰ στοιχειώδη στὸ μοναστήρι ἀπὸ ἄλλες μοναχὲς ποὺ κρατοῦσαν τὸ ἀναλογεῖο.

Τὴν Πέρσα τὴν ἔστειλαν στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο, ὅπου τελείωσε δύο μόνο τάξεις. Ἐπειδὴ ἡ διαδρομὴ ἀπὸ καὶ πρὸς στὸ σχολεῖο ἦταν κοπιώδης καὶ γιὰ τὴν ἴδια καὶ γιὰ τὴν Μονή, διέκοψε τὴν φοίτησή της. Ἔκτοτε  καὶ ἐπειδὴ διέθετε ὀξυτάτη ἀντίληψη, συμπλήρωνε τὰ κενά της παρακολουθώντας τὴν τάξη τοῦ ἀναλογείου καὶ μελετώντας κατ’ ἰδίαν στὸ κελλί.

Ἦταν ἕνα παιδὶ ταπεινό, καλόγνωμο καὶ πολὺ διαλλακτικό. Ἦταν ὑπάκουη καὶ πολὺ ἐργατική. Στὴν διακονία της ἦταν τακτικὴ καὶ ἀκριβής. Στὸ κελλὶ ἔμαθε ἀπὸ τὶς Γερόντισσές της τὰ πάντα. Ἔμαθε νὰ στολίζει  δίσκους κολλύβων, νὰ ὑφαίνει διάφορα ὑφαντὰ τέχνης στὸν ἀργαλειό, νὰ κεντᾶ, νὰ φτιάχνει στὸ ρακοκάζανο τὸ παραδοσιακὸ ἀνθόνερο, νὰ φτιάχνει φυλαχτά, κομποσκοίνια καὶ διάφορες μικροχειροτεχνίες, νὰ φροντίζει τοὺς κήπους τῆς Μονῆς κ. ἄ. Σὲ  ὅλα ἐργαζόταν ἀκούραστα καὶ ἐπιπλέον βοηθοῦσε καὶ τὶς ἄλλες μοναχὲς στὶς διακονίες τους. Ἀντὶ νὰ στέκεται καὶ νὰ μιλᾶ, ἔβαζε κατ’ εὐθεῖαν τὰ χέρια της στὰ διακονήματα.

Ἦταν περίπου 17-18 ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία καὶ νονά της Δομετιανὴ τὴν ρώτησε ἂν σκέπτεται νὰ κάνει οἰκογένεια καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Ἐκείνη ὅμως ἀρνήθηκε, δηλώνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν Παναγία καὶ τὸ μοναστήρι Της.

Ἡ συνέχεια βέβαια δὲν ἦταν εὔκολη. Ἔπρεπε νὰ ἐργασθεῖ σκληρὰ γιὰ νὰ συγκεντρωθεῖ τὸ ποσὸν ποὺ ὅριζε ὁ κανονισμὸς νὰ καταβληθεῖ στὸ Μοναστήρι ὡς «προίκα» γιὰ τὴν συντήρησή της.

Ἔτσι, ἐργάσθηκε  ἐντατικὰ στὸν ἀργαλειὸ καὶ τὸ ἀνθόνερο καὶ μάζεψε τὸ ἀπαιτούμενο ποσό. Ὡστόσο, ἡ Γερόντισσα τοῦ κελλιοῦ τους Θεοκτίστη ἐξελέγη Ἡγουμένη καὶ σὲ κατανυκτικὴ ἀγρυπνία τοῦ ἔτους 1961 τὴν ὁδήγησε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη, ὅπου ἐκάρη σταυροφόρος μοναχὴ ὑπὸ τὸ μοναχικὸν ὄνομα «Εὐφροσύνη», πρὸς τιμὴν παλαιότερης Ἡγουμένης τῆς Μονῆς.

Ἐπειδὴ κατὰ τὸν κανονισμὸ τοῦ Κτίτορος Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Ἀγαλλιανοῦ, ἡ Μονὴ ἦταν ἀκόμα «ἄβατος τοῖς ἀνδράσιν», περίμενε στὴν αὐλὴ ὅλη τὴν νύχτα γιὰ νὰ ἀνοίξουν οἱ πύλες τοῦ Καθολικοῦ καὶ ὁ πεντάχρονος τότε ἀνιψιὸς τῆς μοναχῆς Εὐφροσύνης, Δημήτρης, ποὺ θυμᾶται ἔντονα τὴν ἐμπειρία τῆς εὐλογημένης ἐκείνης μαγιάτικης νύχτας.

Ἡ μοναχὴ πλέον Εὐφροσύνη διακρίθηκε μέσα στὸ μοναστήρι γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς θυσίας της γιὰ τὴν εὐστάθεια καὶ πρόοδο τῆς  Μονῆς καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν μοναζουσῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν.

Κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν συνασκητριῶν της πολὺ σύντομα καὶ ἔτσι, ὅταν τὸ μοναστήρι ἔγινε Κοινόβιο, μὲ ἐντολὴ τοῦ Μητροπολίτου Ἰακώβου Μαλλιαροῦ, μὲ πρώτη Ἡγουμένη τὴν Μοναχὴ Ξένη έκ Δαφίων, ἡ Μοναχὴ Εὐφροσύνη ἀνέλαβε τὴν ἐκπροσώπηση τῆς Μονῆς σὲ διάφορες ἐξωτερικὲς ὑποθέσεις, στὰ ἐργόχειρα, τὰ ψώνια κτλ.

Ἦταν ἐξαιρετικὰ ἐργατική, ἐπιμελὴς καὶ ταχύτατη. Δὲν τῆς ἄρεσε νὰ ἀφήνει ἐκκρεμότητες σὲ διάφορες δουλειές. Ἦταν τὸ ἴδιο μεθοδικὴ καὶ ἐργασιομανὴς παντοῦ.

Μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα ἐπεμελεῖτο τοὺς ὡραιότατους ἀνθόκηπους τῆς Μονῆς ποὺ μετέβαλλαν τὸ ἐσωτερικὸ περιβάλλον σὲ γωνιὰ τοῦ Παραδείσου, ὅπου δεσπόζει ἐπιβλητικὸ τὸ λιτὸ Καθολικὸ τῆς Παναγίας, ρυθμοῦ βασιλικῆς.

Πάντοτε θυμόμαστε πεντακάθαρη τὴν αὐλὴ τῆς Παναγίας, τακτοποιημένη καὶ στολισμένη μὲ τεράστια γαρδενόδενδρα, πολύχρωμες ὀρτανσίες, εὐωδιαστοὺς βασιλικούς, λουΐζες κ. ἄ., τὰ ὁποῖα μὲ τὴν παρουσία τους κάνουν  ἔκτυπη τὴν χάρη τῆς Παναγίας καὶ προκαλοῦν χαρὰ  στὴν ψυχὴ τοῦ προσκυνητῆ.

Πρὸς ὅλους τοὺς προσκυνητὲς ἀνεξαιρέτως συμπεριφερόταν μὲ ἰδιαίτερη ἀγάπη. Ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐξυπηρετήσει ὅλους. Νὰ τοὺς δώσει ἁγίασμα ἀπὸ τὸ πηγάδι τῆς Παναγίας, λάδι ἀπὸ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα  τοῦ τάφου το Ἁγίου Ἰγνατίου καὶ νὰ κεράσει ἔστω καὶ κάτι φτωχικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ τὸ μοναστήρι ἐστερεῖτο.

Ἂν κάποτε χρειαζόταν νὰ σταθεῖ περιμένοντας παραγγελίες τῆς Μονῆς ἢ νὰ τελειώσουν οἱ ἰατρικὲς ἐξετάσεις ἢ διάφορες ἐργασίες, δὲν δεχόταν ὡς μοναχὴ φαγητὸ ἢ χῶρο νὰ ἀναπαυθεῖ. Ἀντιθέτως, ἔτεινε σὲ ὅλους χεῖρα βοηθείας γιὰ νὰ τελειώσουν καὶ οἱ ξένες ἐργασίες. Χαρακτηριστικά, κάποτε τελείωσε ἕνα ξένο κέντημα ποὺ δὲν προλάβαιναν οἱ νοικοκυραῖοι νὰ τὸ τελειώσουν. Πάντοτε ἤθελε νὰ προσφέρει καὶ νὰ βοηθᾶ.

Ὅταν κάποιοι Χριστιανοὶ τῆς ἐμπιστεύονταν χρήματα, προσπαθοῦσε μὲ οἰκονομία νὰ ἐξασφαλίζει στὸ μοναστήρι τὸ ὁ,τιδήποτε καλὸ καὶ χρήσιμο καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ μοίραζε ἀφειδώλευτα σὲ ἐλεημοσύνες. Τοιουτοτρόπως συμπαραστάθηκε σὲ πολλὲς ἀναξιοπαθοῦσες οἰκογένειες.

Λόγῳ τῆς ὑγρασίας, τῶν ποικίλων ἀσθενειῶν κατὰ τὴν δεκαετία τῶν πολέμων, τῆς ἐλλείψεως κατάλληλων τροφῶν κ.ἄ. κατὰ τὴν παιδική της ἡλικία, ἀπὸ νωρὶς δοκιμάσθηκε ἡ ὑγεία της. Διάφορες ἀσθένειες ἔβλαψαν τὸ συκώτι, τοὺς πνεύμονες, τὰ νεφρά της καὶ ἔκαναν τὴν καθημερινότητά της δύσκολη. Σήκωνε τὸν σταυρό της ἀδιαμαρτύρητα καὶ συνέχιζε μὲ ἀμείωτη διάθεση τὶς διακονίες της.

Ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου Παπάγου Ἀττικῆς. Ἐκεῖ διανυκτέρευε ὅταν ἔπρεπε νὰ κάνει διάφορες ἰατρικὲς ἐξετάσεις ἢ νὰ νοσηλευθεῖ καὶ νὰ ἀκολουθήσει θεραπεία. Ἡ Ἡγουμένη Μαγδαληνὴ τὴν διεβεβαίωνε μὲ ἀγάπη: «ὅπως ἔχω τὶς κόρες μου ἔχω κι ἐσένα. Εἶσαι δικό μου παιδί». Ἀλλὰ καὶ οἱ διάδοχοί της στὴν ἡγουμενία, Γερόντισσες Δωροθέα καὶ Χριστονύμφη, πάντοτε μὲ ἀγάπη τὴν ἐξυπηρετοῦσαν. Κι ἐκείνη ὡς φιλοξενούμενη μὲ εὐγνώμονα διάθεση συμμετεῖχε σὲ διακονίες γιατὶ ἀποστρεφόταν τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀπραξία. Τὸ ὡραῖο λιβάνι ποὺ ἔφτιαχνε ἔλεγε μὲ καμάρι ὅτι τῆς τὸ δίδαξε ἡ ἀδελφὴ Ματρώνα.

Ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐργατικότητα διακρίθηκε καὶ γιὰ τὴν αὐτοθυσία, τὴ ἀλληλεγγύη καὶ τὴν γενικότερη φιλανθρωπία της.


Δὲν εἶχε πρόγραμμα ἐργασίας μόνο γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ κελλιοῦ της. Βοηθοῦσε πάντοτε καὶ στὰ ἰδιαίτερα καὶ στὰ κοινὰ τῆς Μονῆς θέματα, μὴ φειδομένη κόπου, ἀναπαύσεως, χρόνου. Συνέτρεχε τὶς συνασκήτριές της στὰ προβλήματα καὶ τὶς ἀνάγκες  τους καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὶς ἀνακουφίζει πρὶν τῆς τὸ ζητήσουν. Τὸ ἴδιο ἔκανε μὲ τοὺς φτωχοὺς οἰκογενειάρχες καὶ ὅλους τοὺς προσκυνητὲς τῆς Μονῆς.  Ἄκουγε τὰ προβλήματά τους, τοὺς στήριζε, τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς βοηθοῦσε ἀφανῶς μὲ ὅποιο τρόπο καὶ μέσο μποροῦσε, μοιραζόταν μαζί τους τὴν ὀλιγοστὴ μερίδα τοῦ φαγητοῦ της.

Ἐπειδὴ δοκιμάστηκε ἡ ὑγεία της ἀρκετὰ καὶ πέρασε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸ χειρουργικὸ κρεβάτι, κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς ἀναρρώσεώς της βοηθοῦσε τοὺς ἀσθενεῖς. Τοὺς περιποιόταν, τοὺς τάιζε, τοὺς στήριζε πνευματικά. Τότε ὁ θάλαμός της γινόταν ἄτυπα ἕνα μικρὸ ἀρχονταρίκι,ὅπου ὁ κάθε πονεμένος  ἔβρισκε πνευματικὸ καταφύγιο. Οἱ γιατροὶ καὶ τὸ νοσηλευτικὸ προσωπικὸ τὴν τιμοῦσαν καὶ τὴν ἐκτιμοῦσαν. Δύο γιατρίνες μάλιστα, ἡ Χριστίνα καὶ ἡ Σταυρούλα, τὴν εἶχαν πνευματική τους μητέρα καὶ μερικὲς φορὲς σκοπίμως τὴν καθυστεροῦσαν στὸ νοσοκομεῖο γιὰ νὰ ἔρθουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐχή της.

Στὸ κελλί της συμπαραστάθηκε θυγατροπρεπῶς στὶς Γερόντισσές της, Θεοκτίστη καὶ Δομετιανή, καὶ τοὺς ἔκλεισε τὰ μάτια ἐν εἰρήνῃ, ἀνακουφίζοντάς τες κατὰ τὶς τελευταῖες ἐπὶ τῆς γῆς ἡμέρες τους. Καὶ στὶς δύο ὤφειλε καὶ τὸ ζῆν καὶ τὸ εὖ ζῆν. Τὴν παιδαγώγησαν σκληρὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἄτεγκτα στὰ νεανικά της χρόνια, ὅμως ἐκείνη τὶς ἀγαποῦσε καὶ δὲν τὶς ἔκρινε. Τὶς τιμοῦσε, τὶς σεβόταν καὶ τὶς ἐξυπηρετοῦσε χωρὶς γογγυσμό. Περνώντας μέσα ἀπὸ τὸ φλογισμένο καμίνι τῶν δοκιμασιῶν ποὺ τὴν ὑπέβαλαν, ἔμενε ταπεινὴ καὶ ὑπομονετικὴ γιὰ νὰ ἀντέξει τὶς ὑπόλοιπες θλίψεις τοῦ μονήρους βίου γιὰ ἀκόμη μισὸν αἰῶνα μετὰ τὴν κοίμησή τους. Πρώτη ἔφυγε, στὶς 4 Ἀπριλίου 1973, ἡ Γερόντισσα Θεοκτίστη ποὺ ἦταν ἡ ἀνάδοχός της στὴν μοναχική της ἀπόκαρση. Ἀργότερα ἔφυγε ἡ θεία καὶ ἀνάδοχός της στὸ Ἅγιο Βάπτισμα, Γερόντισσα Δομετιανὴ στὶς 12 Δεκεμβρίου 1978.

Στὶς 23 Νοεμβρίου 1965 Μητροπολίτης Μηθύμνης ἀνέλαβε ἕνας σπουδαῖος κληρικός, φιλομόναχος, φιλάγιος καὶ φιλακόλουθος, ὁ Ἰάκωβος (Μαλλιαρός).

Μὲ πατρικὴ στοργὴ ἀγκάλιασε τὶς ὀλιγοστὲς Μονὲς  τῆς ἐπαρχίας του. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ γιὰ τὴν Μονὴ τῆς Μυρσινιώτισσας. Μέσα στὴν Μονὴ ἡ ψυχή του αἰσθάνθηκε ἔκτυπη τὴν Χάρη τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Ἀγαλλιανοῦ, Κτίτορος τῆς Μονῆς. Μελέτησε προσεκτικὰ τὴν διαθήκη καὶ τὶς ὑποθῆκες τοῦ Ἁγίου καὶ μὲ κάθε εὐκαιρία ἀνέβαινε στὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ κάνει  συνάξεις καὶ νὰ νουθετήσει τὴν ἀδελφότητα. Τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τὶς στερέωνε στὴν πίστη καὶ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαιτέρως τὸν ἀπασχολοῦσε ἦταν ἡ ἐκ νέου ἐφαρμογὴ τοῦ Τυπικοῦ τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ κοινοβιακοῦ πολιτεύματος στὴν Μονή, τὸ ὁποῖο εἶχε διασαλευθεῖ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν.

Τοὺς ἐξηγοῦσε ὅτι στὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα  ὀφειλόταν ἡ ἔκπτωση τοῦ πνευματικοῦ βίου στὸ μοναστήρι καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἐθλίβετο ἀπὸ τὸν Παράδεισο γι’ αὐτὴν τὴν παράβαση ἀπὸ τὴν ὑγιῆ πνευματικὴ τάξη ποὺ ἐκεῖνος εἶχε θεσπίσει.

Κατ’ ἐκεῖνα τὰ χρόνια Ἡγουμένη τῆς Μονῆς εἶχε ἐπανεκλεγεῖ ( α΄ περίοδος Ἡγουμενίας της 1957-1959 καὶ β΄ περίοδος 1961-1969) ἡ μοναχὴ Χριστονύμφη Τζιτζικάκη, τουρκοκρητικῆς καταγωγῆς, ἀπὸ μουσουλμάνους γονεῖς, τὸν Ρακίπ καὶ τὴν Ἀντιφέ. Εἶχε βαπτισθεῖ Μαρία καὶ ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ἀνέκαθεν τὴν ἀπασχολοῦσε. Ἦταν γεννημένη στὶς 16 Δεκεμβρίου 1890 στὰ Χανιὰ καὶ στὴν Μονὴ προσῆλθε μὲ τὸν πόθο τῆς ἀφιερώσεως. Εἶχε ἐργαστεῖ γιὰ τὸ καλὸ τῆς Μονῆς, λόγῳ ὅμως τοῦ προχωρημένου τῆς ἡλικίας της, ἀδυνατοῦσε νὰ ἀκολουθήσει τὸ κοινοβιακὸ πρόγραμμα καὶ νὰ τὸ ἑδραιώσει στὴν Μονή.

Ἀφοῦ τὸ δήλωσε στὸν Μητροπολίτη, ἀποδέχθηκε εἰρηνικὰ τὴν παραίτησή της ἀπὸ τὴν Ἡγουμενία καὶ τὴν ὑποστήριξη τῆς διαδόχου της, Μοναχῆς Ξένης.

Ἡ Μοναχὴ Ξένη (κατὰ κόσμον Παναγίτσα Κονινιοῦ) τοῦ Ἠλία καὶ τῆς Ἀμερσούδας, εἶχε γεννηθεῖ στὶς 18 Αὐγούστου 1922 στὰ Δάφια (Ἀνεμώτια) τῆς Δυτικῆς Λέσβου. Ἦταν ἀπόφοιτος τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Εἶχε σπουδάσει τὴν λεσβιακὴ παρασημαντική (τοπικὴ ψαλτικὴ τέχνη), τὴν ὁποία ἐξασκοῦσε στὴν Μονή, προσφέροντας τὴν φωνὴ καὶ τὴν τεχνική της καὶ κοσμώντας τὰ ἀναλογεῖα τῆς πτωχικῆς Μονῆς. Ἡ μοναχική της ἀπόκαρση εἶχε τελεσθεῖ τὴν 23η Δεκεμβρίου 1953. Ἦταν πρόσχαρη, εὐγενὴς καὶ προσηνὴς καὶ τὰ καλωσυνάτα γαλανὰ μάτια της ἐξέπεμπαν ἀγάπη καὶ στοργή. Ἦταν ἁπλὴ στὴν συμπεριφορά της, καταδεκτικὴ καὶ φιλόξενη καὶ εἶχε τὸ χάρισμα «τοῦ ἕλκειν ψυχάς». Ἀπέπνεε σιγουριὰ καὶ ἐμπιστοσύνη καὶ ὁ λόγος της θεράπευε τὶς κατερραγμένες ψυχές.

Ἀπὸ τὸν πρῶτο καιρὸ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων της πῆρε κοντά της γιὰ οἰκονόμο τῆς Μονῆς τὴν ἐργατικὴ καὶ ἔμπιστη ἀδελφὴ Εὐφροσύνη, ποὺ εἶχε ἐπιτυχία στὴν διεκπεραίωση πολλῶν θεμάτων τοῦ παλαιφάτου Μοναστηριοῦ. Αὐτὴ ἡ συνεργασία μὲ τὶς ὅποιες δυσκολίες κράτησε μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τῆς Ὁσιωτάτης Ἡγουμένης Ξένης στὶς 25 Ἰουνίου τοῦ 2016.

Τὸ 1969 Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Λειμῶνος εἶχε ἀναλάβει ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Παυλόπουλος ἀπὸ τὸν Κόρωνο Νάξου. Ὑπῆρξε ἰδιαίτερα δραστήριος στὴν οἰκοδομικὴ ἀνασυγκρότηση τῆς Μονῆς του, φλογερὸς ἱεροκήρυκας καὶ καταξιωμένος συγγραφέας καὶ ὑμνογράφος. Ὁ Μητροπολίτης Ἰάκωβος τοῦ ἔδωσε εὐλογία νὰ ἐπαναφέρει σὲ ἰσχὺ τὴν παράγραφο ἀπὸ τὴν διαθήκη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, ποὺ ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἡγούμενος τῆς ἀνδρώας Μονῆς Λειμῶνος πρέπει νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ νὰ ἐνισχύει πολυειδῶς τὴν γυναικεία Μονὴ τῆς Παναγίας Μυρσινιώτισσας, ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται ὁ τάφος του πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ τέμπλο του Καθολικοῦ.

Ἰδιαίτερα ἀμείωτο ὑπῆρξε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἡγουμένου Νικοδήμου, τοῦ σεβαστοῦ αὐτοῦ Γέροντος, πνευματικοῦ, καθημερινοῦ λειτουργοῦ καὶ γηροκόμου πολλῶν πονεμένων Χριστιανῶν καὶ μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του στὶς 12 Νοεμβρίου 2016.

Ἔτσι, μέσα σὲ πέντε μῆνες ἡ Μονὴ καὶ ἡ ἀδελφὴ Εὐφροσύνη ἔχασαν τὰ δυὸ πολύτιμα στηρίγματά τους, τὸν Γέροντα καὶ τὴν Γερόντισσα. Ἀλλὰ ὁ χρόνος εἶχε περάσει καὶ γιὰ τὴν ἀδελφὴ Εὐφροσύνη καὶ ἔπρεπε νὰ κάνει ὑπακοὴ  στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν διαχείριση τῆς Μονῆς ὡς Ἡγουμένη πλέον.

Ἔκτοτε παρέμεινε στὴν Μονὴ μὲ τὴν κατὰ πολὺ μεγαλύτερή της Μοναχὴ Μεθοδία νὰ διακονήσουν  ἕνα ἱστορικὸ Μοναστήρι μὲ πολλὲς ὑποχρεώσεις.

Οἱ Ἀκολουθίες καὶ τὰ βασικὰ διακονήματα γέμιζαν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν χρόνο της. Τὸ σῶμα της ἔπρεπε νὰ σηκώσει περισσότερους πόνους ποὺ τῆς ἐπέβαλαν σταδιακὰ νὰ σταματήσει τὴν μετάβασή της στὴν Ἀθήνα γιὰ θεραπεῖες καὶ ἀνεφοδιασμό. Τὰ ὑπέμενε ὅλα, ὅμως ἡ ψυχή της πονοῦσε πιὸ πολύ. Βίωνε τὸν καημὸ τοῦ ὁριστικοῦ κλεισίματος τῆς Μονῆς, γεγονὸς ποὺ χειροτέρευε τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας της. Ὅλα της τὰ χρόνια προσευχόταν καὶ ἐργαζόταν μόνο γι’ αὐτό: νὰ μὴν κλείσει τὸ μοναστήρι. Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ συνθῆκες δὲν εὐνοοῦσαν αὐτὴν τὴν δραστηριότητα. Ἡ δὲ περίοδος τῆς ὑγειονομικῆς καραντίνας φαινόταν νὰ χτυπᾶ ἀλύπητα τὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι ποὺ ἔπνεε τὰ λοίσθια.

Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη ἔχανε σταδιακὰ  τὶς δυνάμεις της.  Καὶ ἐπειδὴ οἱ αὐξανόμενες ἤδη πολλὲς ἀσθένειές της ἔπληξαν τὸ μυϊκό της σύστημα, παρέμεινε στὸ κελλί της ἀνήμπορη. Μισθωτὲς γυναῖκες τὴν ἐξυπηρετοῦσαν πλημμελῶς, ἐνῶ ἐκείνη ποὺ ἀφιλοκερδῶς χάιδεψε τόσα κεφάλια ἀσθενῶν μὲ ἀγάπη καὶ ξενύχτησε κοντά τους πολλὲς φορές, χρειάστηκε νὰ μεταφερθεῖ στὸ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ἐπανέλθει μαρτυρικὰ στὴν λατρεμένη της Μονή.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 2025 φαινόταν ὅτι τὰ πάντα ἐξελίσσονται ταχύτατα. Μέσα στὸν Νοέμβριο ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ μία ὑποψήφια καὶ ἤδη ρασοφοροῦσα δόκιμος. Διηγήθηκε ὅτι κατ’ ἐντολὴν τῆς Παναγίας σὲ ἐνύπνιο ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ μὲ τὸν πόθο νὰ παραμείνει καὶ νὰ διακονήσει. Ρώτησε τὴν Γερόντισσα Εὐφροσύνη: «Γιατὶ δὲν μὲ ρωτᾶτε τίποτε γιὰ τὴν ζωή μου;» , γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση: «Τίποτε δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἀπὸ τὴν ζωή σου, παρὰ μόνον ὅτι σοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ ἡ Παναγία νὰ ἔρθεις ἐδῶ. Προσπάθησε νὰ τῆς κάνεις ὑπακοή. Τὴν εὐχή μου νὰ ἔχεις καὶ καλὴ στερέωση!»

Μετὰ ἀπὸ σύντομη ἐκ νέου νοσηλεία, ἦρθε στὴν Μονὴ στὶς 19 Νοεμβρίου. Τὴν ἑπομένη ἐξομολογήθηκε καὶ ἤπιε ἁγιασμὸ τῆς Παναγίας καὶ ὁ ἱερεὺς ἔκανε καὶ εὐχέλαιο στὸ κελλί. Καὶ ἐπιτέλους, ξημέρωσε ἡ ἑορτὴ τῆς Παναγίας. Τὰ Εἰσόδια τῆς Κυρίας Θεοτόκου!!! Γιορτὴ τῆς Παναγίας, ἀλλὰ καὶ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν. Ὁ ἱερέας λειτούργησε στὸ Μοναστήρι καὶ ἀνέβηκε στὸ κελλὶ νὰ τὴν μεταλάβει. «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι», εἶπε ὁ ψάλτης. Καὶ συνέχισε ὁ λειτουργὸς ἱερεύς: «Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Εὑφροσύνη Μοναχή, Καθηγουμένη, εἰς ἄφεσίν σου ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ἀμήν!» Ἐκείνη ἄνοιξε εὐλαβικὰ μὲ βουρκωμένα μάτια τὸ στόμα της καὶ ἔλαβε τὴν ὑψίστη δωρεὰ τῶν Θείων Μυστηρίων. Ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ συνοδοί του κατέβηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτὰ ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη παρέδωσε τὴν ψυχή της εἰς Ὃν ἐκ νηπιακῆς ἡλικίας ἐπόθησεν Κύριον. Τὴν ἑπομένη ἐτάφη  στὴν Μονὴ μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου,  πλήθους ἱερέων καὶ πολλῶν πιστῶν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία.

Εἶχαν περάσει 82 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ διέβη τὸ κατώφλι τῆς Μονῆς, 64 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ 9 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέλαβε τὸ ἡγουμενικὸ διακόνημα.

Εἴθε ἡ Παναγία ἡ Μυρσινιώτισσα νὰ στερεώσει τὴν νέα δόκιμο, νὰ δώσει εἰρηνικὰ τέλη στὴν σχεδὸν αἰωνόβια ἀδελφὴ Μεθοδία καὶ νὰ γεμίσει τὸ Μοναστήρι Της μὲ πολλὲς καὶ καλὲς  μοναχές, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἡ μοναχικὴ ζωὴ στὸ ἱερὸ τοῦτο σκήνωμα!

«Ἡ ψυχὴ αὐτῆς ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται» (Ψαλμ. κδ΄, 13)

«Καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῆς εἰς γενεὰν καὶ γενεάν» (Ψαλμ. ρα΄, 13)

Τὴν εὐχή της νὰ ἔχουμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου