Ὁ πατήρ Σεραφείμ (Ἅγιος Σεραφείμ τῆς Βίριτσα) ἔλεγε στά πνευματικά του παιδιά: «Κάποτε θά ἔλθει στην Βίριτσα ἡ μητέρα Ναταλία. Πολλοί άνθρωποι θά πηγαίνουν σ’ αὐτήν καί θά ζητᾶνε τήν βοήθεια καί τίς προσευχές της ὅπως τώρα ἀπό μένα».
Τα λόγια αὐτά τοῦ Γέροντα ἔγιναν πραγματικότητα τό 1955 ὅταν στήν Βίριτσα ἐγκαταστάθηκε ἡ διά Χριστόν σαλή μητέρα Ναταλία, ἡ ὁποία μέχρι τήν μακαρία κοίμησή της τό 1976 δεχόταν ἀνθρώπους καί τούς πρόσφερε πνευματική βοήθεια. Σχεδόν τίποτα δέν γνωρίζουμε γιά τήν ζωή τῆς μητέρας Ναταλίας μέχρι τό 1955. Τά στοιχεία που παραθέτουμε εἶναι διηγήσεις τῶν ἀνθρώπων πού τήν γνώρισαν τήν περίοδο που αὐτή ζοῦσε στην Βίριτσα.
Διήγηση τοῦ πρωθιερέα πατρός Βασιλείου Σβέτς.
Η Ναταλία Μιχάιλοβνα (το επίθετό της κανείς δέν τό γνωρίζει) γεννήθηκε το 1890. Εἶναι σίγουρο ὅτι καταγόταν ἀπό μία ἀριστοκρατική οικογένεια. Αὐτό φαινόταν ἀπό τήν εὐγενική της συμπεριφορά, ἀπό τόν τρόπο ὁμιλίας καί ἀπό ὅτι ἤξερε πολλές ξένες γλῶσσες (τά γαλλικά τά ἤξερε τέλεια). Κάποιοι ἔλεγαν ὅτι ἡ μητέρα Ναταλία καταγόταν ἀπό τήν αὐτοκρατορική οικογένεια τῶν Ρομάνοβ. Ἔλεγαν ἐπίσης ὅτι μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917 ἡ μητέρα Ναταλία πῆγε στόν Καύκασο καί κρύφτηκε ἐκεῖ στά βουνά. Δέν γνωρίζω τίποτα παραπάνω γιά τήν ζωή της μέχρι τήν ἐμφάνισή της στήν Βίριτσα τό ἔτος 1955.
Το 1955 ἡ μητέρα Ναταλία ἐμφανίστηκε πρώτη φορά στό μοναστήρι τῶν σπηλαίων τοῦ Πσκόβ. Τήν ἴδια χρονιά ὁ ἱερομόναχος πατήρ Συμεών Ζελνίν [Ἅγιος Συμεών τοῦ Πσκόβ], στόν ὁποῖο ὁ Θεός εἶχε ἀποκαλύψει τό ὕψος τῆς πνευματικῆς της ζωῆς τήν ἔστειλε στή δική μας Ἁγία Γῆ, στήν Βίριτσα.
Πιθανῶς ἡ μητέρα Ναταλία ήταν μοναχή, μπορεῖ νά εἶχε λάβει καί τό μεγάλο σχῆμα. Εγώ πάντως τήν γνώρισα ως διά Χριστόν σαλή.
Μόλις ἡ Ναταλία ἐγκαταστάθηκε στήν Βίριτσα γέμισε τό σπίτι της μέ διάφορα κατοικίδια ζώα κατσίκες, κουνέλια, κότες καί πάπιες. Πάντα φοροῦσε ἁπλά ροῦχα, ἕνα μαντίλι στό κεφάλι καί στή μέση μία ἁπλή ζώνη.
Τά σκυλιά τῆς Ναταλίας τήν βοηθοῦσαν στήν διακονία τῶν ἀνθρώπων. Πήγαιναν στό σιδηροδρομικό σταθμό και περίμεναν ἐκεῖ τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονταν νά τήν ἐπισκεπτοῦν. Καταλάβαιναν ἀμέσως ποιοί από τούς ἐπιβάτες ἦλθαν γιά τήν Ναταλία, τούς παίρνανε προσεκτικά ἀπό τά ροῦχα καί τούς ὁδηγοῦσαν στό σπίτι της. Ἄνθρωποι πού τό ἔβλεπαν πρώτη φορά παραξενεύονταν ἀλλά οἱ ἄλλοι τούς ἔλεγαν - Προφανῶς πᾶτε στήν μητέρα Ναταλία, μή φοβᾶστε, εἶναι δικά της τά σκυλιά.
Τά ζῶα τῆς Ναταλίας ήταν πολύ περίεργα ὄντα σάν νά ἦταν σκεφτόμενα. Κανένα ἀπό τά ζῶα της ποτέ δέν ἔπαθε τίποτα, οὔτε πατήθηκε ποτέ ἀπό αὐτοκίνητο ἤ τρένο. Οὔτε τά ἄλλα ζῶα τούς πείραζαν, οὔτε οἱ ἄνθρωποι.
Μιά μέρα μαζί μέ μία γνωστή μου πήγαμε μέ τό τράμ στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ξαφνικά τό τράμ σταμάτησε ἀπότομα (ἐνῶ δέν εἶχε ἐκεῖ στάση), ἄνοιξαν οἱ πόρτες και μέσα μπῆκε ἡ μητέρα Ναταλία μέ πρόσωπο πού ἔλαμπε ἀπό χαρά. Πλησίασε ἐμᾶς καί μᾶς εἶπε
-Περπατάω στό δρόμο καί ξαφνικά βλέπω ὅτι οἱ γνωστοί μου πᾶνε στήν ἐκκλησία. Καί λέω «Ἀμαξά! Σταμάτα!», – καί τό τράμ σταμάτησε.
Ὁ ὁδηγός τοῦ τράμ μᾶς κοιτοῦσε μέ ἀπορία. Δέν μπόρεσε νά καταλάβει τί συμβαίνει. Πῶς σταμάτησε τό τράμ χωρίς νά πατήσει αὐτός τό φρένο;
Μιά φορά ἡ μητέρα Ναταλία συνάντησε στο δρόμο ἕναν ἄνδρα καί τόν φώναξε, λέγοντας καί τό ὄνομά του (αὐτός τήν εἶδε πρώτη φορά) καί τοῦ εἶπε·
-Μήπως ξέρετε πού μένει ἡ Εὐγενία; Ἔχει γιό πού λέγεται Ἀλέξανδρος. Αὐτός ἔπεσε ἀπό τό δένδρο ἀλλά δέν τραυματίστηκε γιατί ἡ Παναγία τόν ἔσωσε. Ὁ ἄνδρας τήν κοίταξε μέ περιέργεια, τήν ὁδήγησε ὅμως στό σπίτι τῆς Εὐγενίας.
Ἀπό τότε ἡ Ναταλία ἄρχισε νά ἐπισκέπτεται συχνά τήν Εὐγενία. Εκείνη εἶχε ὡραία γκαρνταρόμπα, τήν ὁποία ἡ Ναταλία τήν χρησιμοποιοῦσε γιά τίς δικές της ανάγκες.
Μιά μέρα ἡ μητέρα Ναταλία ἦρθε στήν Εὐγενία καί τῆς εἶπε·
– Σήμερα χρειάζομαι ἕνα ὡραῖο βραδυνό φόρεμα.
-Πάρε ὅποιο σοῦ ἀρέσει, – τῆς ἀπάντησε ἡ Εὐγενία.
Ἡ Ναταλία διάλεξε ἕνα φουστάνι μέ μεγάλο ντεκολτέ. Ὅταν γύρισε στό σπίτι της φόρεσε αὐτό τό φουστάνι, κατσάρωσε τα μαλλιά της καί τά χείλη της τά ἔβαψε ὡς τά αυτιά μέ τό κραγιόν. Ὅπως μᾶς εἶπε, περίμενε επισκέπτες. Ἀργότερα ἦλθαν οἱ πράκτορες τῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας τῆς κρατικῆς ἀσφάλειας. Κάποιος εἶχε κάνει μήνυση ὅτι ἡ μητέρα Ναταλία κατάγεται ἀπό τήν τσαρική οἰκογένεια καί ὅτι τήν ἐπισκέπτονται διάφορα ὕποπτα πρόσωπα.
Ὅταν οἱ πράκτορες τῆς KGB μπῆκαν μέσα τους ὑποδέχθηκε ἡ μητέρα Ναταλία στολισμένη καί βαμμένη καί τούς εἶπε·
-Σᾶς παρακαλῶ, καλοί μου ἄνθρωποι, μή μέ καθυστερεῖτε, βιάζομαι πολύ. Εἶμαι καλεσμένη σέ γάμο. Βλέπετε πῶς στολίστηκα;
– Ἀπό ποῦ κατάγεσαι;
– Εἶμαι βασίλισσα.
-Πέστε μας μέ τί ἀσχολεῖστε;
-Πουλάω γάλα. Ἔχω ἕναν τράγο, διάφορα ζώα, κότες. Σύρτε λίγο τό κομοδίνο. Βλέπετε ἐκεῖ κάτω τρία κατσικάκια;
Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνας τράγος πλησίασε τούς ἐπισκέπτες καί χτύπησε ἕναν ἀπ’ αὐτούς μέ τό κεφάλι του. Ἡ Ναταλία παραπονέθηκε·
-Βλέπετε τί γίνεται; Βλέπετε πώς μᾶς ἐνοχλούν αὐτοί οἱ τράγοι; Ἡ ἐξουσία πρέπει νά λάβει μέτρα. Βλέπετε ἀκόμα καί τήν ἀστυνομία τήν πειράζουν.
– Λένε ὅτι κατάγεσαι ἀπό τήν τσαρική οἰκογένεια.
-Μήν τούς πιστεύετε. Θέλετε λίγο γάλα;
Καί πάλι ὁ τράγος μέ τό κεφάλι του χτύπησε ἕναν ἀπ’ αὐτούς.
-Ἄχ, ἕως πότε θά μᾶς ἐνοχλοῦν αὐτοί οἱ τράγοι;
Τότε ἕνας ἀπό τούς επισκέπτες εἶπε στόν ἄλλον
–Γιά ποιά τσαρική οἰκογένεια μιλᾶμε; Τράγοι, σκυλιά, γάτες. Τρελή εἶναι, κανονική τρελή!
Ὅταν σηκώθηκαν γιά νά φύγουν ἡ μητέρα Ναταλία εἶπε σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτούς·
-Βιάσου νά πᾶς στό σπίτι σου, ἡ γυναῖκα σου ἀρρώστησε σοβαρά. Ἄν καθυστερήσεις θά γίνει μεγάλο κακό.
Καί στόν ἄλλο είπε·
-Ἐσύ πρέπει νά συμφιλιωθεῖς μέ τήν γυναῖκα σου καί ἄσε τήν ἐρωμένη σου!
Μετά ἀπό λίγο ἕνας ἀπ’ αὐτούς ξαναῆλθε στό σπίτι τῆς μητέρας Ναταλίας καί τήν παρακάλεσε να προσευχηθεῖ γιά τήν γυναῖκα του. Τῆς ζήτησε συγγνώμη καί τήν εὐχαρίστησε γιά τό ὅτι τόν ἔβαλε σε σωστό δρόμο.
-Ὁ Θεός σέ ἔστειλε σέ μένα γιά νά στραφεῖς πρός Αὐτόν, τοῦ ἀπάντησε ἡ δούλη τοῦ Χριστοῦ.
Μιά μέρα ἡ μητέρα Ναταλία εἶπε σ’ ἕναν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού τήν ἐπισκέπτονταν τακτικά·
-Πήγαινε στον Ν.Β. καί πές του ὅτι χρειάζομαι χίλια ρούβλια γιά νά ἀγοράσω σανό.
Αὐτός πῆγε στόν Ν.Β. ὁ ὁποῖος ἦταν διευθυντής σ’ ἕνα μαγαζί καί τοῦ εἶπε ὅτι ἡ Ναταλία τοῦ ζητάει χίλια ρούβλια. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε·
-Πάρε δύο χιλιάδες ρούβλια καί πήγαινέ τα σ’ αὐτήν. Τώρα ξέρουμε πώς καί οἱ δύο μας ἐπισκεπτόμαστε τήν Ναταλία.
Μέχρι νά συμβεῖ αὐτό τό γεγονός οἱ δύο αὐτοί ἄνθρωποι, ἐνῶ γνωρίζονταν μεταξύ τους, δέν ἔλεγαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον πώς πιστεύουν στόν Θεό καί πηγαίνουν τακτικά στήν μητέρα Ναταλία. Ἔγιναν πάρα πολύ στενοί φίλοι και συχνά κλείνονταν μόνοι τους στό ὑπόγειο τοῦ μαγαζιοῦ, ὅπου ἦταν διευθυντής ὁ Ν.Β., προσεύχονταν καί συζητοῦσαν γιά θέματα πνευματικά. Ἡ μητέρα Ναταλία τούς προειδοποιοῦσε, λέγοντας·
-Πέστε στόν Ν.Β. νά προσέχει. Θά τοῦ κλέψουν ὅλο τό μαγαζί τήν ὥρα πού αὐτός προσεύχεται ἐκεῖ κάτω.
Πραγματικά οἱ πωλητές ἄρχισαν σιγά σιγά νά κλέβουν ἀπό τό μαγαζί τήν ὥρα πού ὁ διευθυντής ἀπουσίαζε. Μετά κάποιος ἔκανε μήνυση στίς ἀρχές ὅτι ὁ διευθυντής τοῦ καταστήματος πιστεύει στόν Θεό…
Μιά μέρα συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἐργαζόμενοι τῶν κρατικῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων τῆς Βίριτσα καί ἄρχισαν νά τόν δικάζουν καί μαζί του καί ἕναν ἄλλον πού καί αὐτός εἶχε δηλώσει ὅτι πιστεύει στόν Θεό. Οἱ πωλητές τοῦ καταστήματος, ὅπου δούλευε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔκαναν διάφορες καταγγελίες ἐναντίον του. Ἔλεγαν ὅτι πιστεύει στον Θεό, ὅτι κάνει ιεροτελεστίες στό ὑπόγειο τοῦ μαγαζιοῦ καί ἄλλα παρόμοια… Στό τέλος σηκώθηκε μία γιαγιά που καθόταν μπροστά στήν πρώτη σειρά. Κανείς δέν τήν γνώριζε. Ήταν καλοντυμένη καί φοροῦσε ἕνα ὄμορφο καπελάκι.
-Ποιούς δικάζετε; – εἶπε.
-Τούς ἀγγέλους δικάζετε! Δέστε τά πρόσωπα τους. Εἶναι πρόσωπα ἀγγέλων. Καί τώρα δεῖτε τά πρόσωπά τῶν δικαστῶν. Εἶναι οινοπότες, ἀσελγεῖς καὶ καπνιστές. Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτούς ἐκτός ἀπό τή νόμιμη γυναῖκα ἔχει καί ἐρωμένη. Κάποιους ἀπ’ αὐτούς οἱ γυναῖκες τους τούς εἶχαν ἀφήσει γιατί πήγαιναν μέ ἄλλες. Μέ ποιό δικαίωμα τούς δικάζετε; Μερικοί ἄρχισαν να φωνάζουν·
– Νά τήν βγάλουμε ἔξω, εἶναι μαζί τους.
Ἐκείνη μέ ἀξιοπρέπεια ἀπάντησε·
-Εἶμαι μητέρα γνωστοῦ ἐθνικοῦ ἥρωα τοῦ πιλότου Λαπιντέβσκι. Θά πάω αὔριο στήν Μόσχα καί θά γνωστοποιήσω στίς ἀρχές τίς παρανομίες σας.
Φοβήθηκαν, ὅταν ἄκουσαν αὐτά τά λόγια, καί σκέφτηκαν ὅτι καλύτερα νά ἀφήσουν στήν ἡσυχία αὐτούς τούς ἀνθρώπους…
Μετά ἕνας ἀπ’ αὐτούς πῆγε στήν μητέρα τοῦ πιλότου Λαμπιντέβσκι γιά νά τήν εὐχαριστήσει. Ἐκείνη, ὅταν τόν ἄκουσε, παραξενεύτηκε πολύ καί τοῦ εἶπε·
-Δέν ἔχω πάει σέ καμία τέτοια δίκη καί ἐκείνη τήν ἡμέρα, πού λέτε, δέν βγῆκα ἀπό τό σπίτι μου.
Τότε κατάλαβαν ὅτι τό θαῦμα αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση της μητέρας Ναταλίας. Πῆγαν ὅλοι μαζί στό σπίτι της. Ἐκείνη τούς δέχθηκε μέ τά ἑξῆς λόγια ·
– Βλέπετε πώς σᾶς βοήθησα;
– Ἐσεῖς μητερούλα ἤσασταν τήν ἡμέρα ἐκείνη στή δίκη; – τήν ρώτησαν.
– Ἀπλῶς δέν ἤθελα νά σᾶς κάνουν κακό, τούς ἀπάντησε αὐτή.
Ἡ μητέρα Ναταλία προεῖπε τό θάνατο τοῦ τότε πάπα Ρώμης καί τοῦ ἡγέτη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης Μπρέζνιεβ. Ὅταν μιλοῦσε γι’ αὐτούς ρωτοῦσε φωναχτά·
-Σωστά τό λέω Κύριε;
Καί μόνη της ἀπαντοῦσε
-Σωστά…
Μέ τήν προσευχή τῆς μητέρας Ναταλίας θεραπεύονταν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τίς πιό βαριές ασθένειες. Ἔδινε νά πιοῦν οἱ ἄρρωστοι λίγο κρασί καί γίνονταν καλά.
Λίγο πρίν τή μακαρία κοίμησή της τήν μητέρα Ναταλία ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος Νικόλαος για νά τῆς πεῖ τήν ἡμέρα ἀναχώρησής της γιά τόν ἄλλο κόσμο.
Ἡ μητέρα Ναταλία ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων (18 Ιανουαρίου ν.ἡ. Κοιμήθηκε τη νύχτα 15-16 Ιανουαρίου, στις 12:45 π.μ., το 1976, και τάφηκε την ημέρα των Θεοφανείων, στις 19 Ιανουαρίου) το 1976 σέ ἡλικία ὀγδόντα ἕξι χρονῶν. Ἡ κηδεία της ἔγινε ἀκριβῶς τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Ο τάφος της βρίσκεται στό νεκροταφεῖο στήν Βίριτσα. Ἀκόμα και σήμερα πλῆθος ἀνθρώπων επισκέπτονται τόν τάφο αὐτῆς τῆς δούλης τοῦ Κυρίου.
Στις 4 Οκτωβρίου 2012, ο τάφος της Μάτουσκας άνοιξε και οι Ιερομόναχοι (νυν επίσκοποι) Κύριλλος και Μεθόδιος (Ζινκόφσκι), οι οποίοι συμμετείχαν στην ανακομιδή και το πλύσιμο του ιερού λειψάνου της, κατέθεσαν:
«Το πιο εκπληκτικό πράγμα μας περίμενε αφού το σώμα καθαρίστηκε σταδιακά από τον πηλό, την άμμο και το πριονίδι που υπήρχαν στο φέρετρο. Σταδιακά, τα εντελώς άφθαρτα λείψανα της ευλογημένης Γερόντισσας Ναταλίας αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας στην ολότητά τους – χωρίς το παραμικρό σημάδι φθοράς ή αποσύνθεσης. Και μετά το πλύσιμο, το σώμα ήταν ελαφρύ, μπορούσε να περιστραφεί, να μετακινηθεί και να πλυθεί από όλες τις πλευρές. Ο επιστήθιος σταυρός της Γερόντισσας φαινόταν να έχει μεγαλώσει μέσα στη σάρκα, οπότε δεν μπορούσε να αφαιρεθεί.»
Έτσι, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την πλήρη αφθαρσία των λειψάνων. Διατηρούνται επίσης τα ρούχα, οι κάλτσες και το μεγαλύτερο μέρος του πουκαμίσου.
Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου 2012, μετά τη Θεία Λειτουργία, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση πάνω από το φέρετρο της ευλογημένης Γερόντισσας μπροστά σε ένα μεγάλο πλήθος. Στη συνέχεια, ένα νέο φέρετρο που περιείχε τα άφθαρτα λείψανα της οσίας Γερόντισσας Ναταλίας ξαναθάφτηκε στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας Θεοτόκου του Καζάν δίπλα στο παρεκκλήσι του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα.
Και τώρα, όπως και με την ευλογημένη Ξένια, την οποία η Μητέρα Ναταλία αποκαλούσε μεγαλύτερη αδερφή της, στον τάφο της καίγονται κεριά, και οι πιστοί την τιμούν ήδη ως αγία, γράφουν σημειώματα ζητώντας βοήθεια, και η Μητέρα ακούει και βοηθάει. Ήδη γίνονται ενέργειες για την αγιοκατάταξή της.
Ακόμη και τα ζώα θρήνησαν τη μητέρα κατά τη κηδείας της. Ζούσε μια τσιγγάνα στη Βυρίτσα, η οποία είχε ένα άλογο που το έλεγαν Μπόι. Η Ναταλία Μιχαήλοβνα το τάιζε συχνά ψωμί. Και όταν πήγαιναν την αγαπημένη μας μητέρα στο κοιμητήριο ακολουθούσε κι ο Μπόι έκανε δύο βήματα – σταματούσε και άρχιζε να ρουθουνίζει και να κουνάει το κεφάλι του. Περπατούσε λίγα βήματα, ξαναστεκόταν και χλιμίτριζε, το ζούσε όλο αυτό με τον τρόπο του. Οπότε μόλις φτάσανε εκεί, χαιρετίσανε την μάτουσκα, και στεκονταν εκεί όλοι κλαίγοντας, κι όταν το φέρετρο κατέβηκε στον τάφο, ο Μπόι έπεσε κάτω και τίναζε το κεφάλι του πίσω. Κοιτάνε – και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.
Πριν κοιμηθεί εν Κυρίω, η μητέρα Ναταλία είπε σε όσους ήταν κοντά της: «Τα αιτήματα όσων έρχονται στον τάφο μου θα εκπληρώνονται!»
Η ανακομιδή των άφθαρτων λειψάνων της έγινε στις 4 Οκτωβρίου 2012. Αναπαύονται, μαζί με αυτά άλλων αγίων ανδρών και γυναικών, ακριβώς δίπλα στο παρεκκλήσι όπου τιμούνται τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ όπως και της κατά κόσμον συζύγου του της Μάτουσκα Σεραφίμα.
Διηγούνται πολλά για την μακάρια Ναταλία. Με την προσευχή της έκανε καλά πολλούς αρρώστους, δίνοντας τους να πιουν αγιασμένο νερό και να βάλουν απ’ αυτό πάνω στον πόνο τους. Τυφλοί και δαιμονισμένοι έβρισκαν εκεί την ίαση τους. Αλκοολικοί, διαζευγμένοι, απελπισμένοι και φτωχοί, εύρισκαν ανάπαυση και παρηγοριά.
Όταν οι Αρχές του τόπου ανησύχησαν για την κίνηση πού δημιουργήθηκε γύρω της και θέλησαν να την εξορίσουν, συνέβη το έξης: Ο υπεύθυνος πού θα πήγαινε να εκτέλεση την απόφαση αυτή, βρήκε ξαφνικά το παιδί του παράλυτο, από τη μέση και κάτω. Το πήρε αμέσως στην αγκαλιά του κι έτρεξε στη Ναταλία να προσευχηθεί γι’ αυτό. Το παιδί έγινε καλά και ο πατέρας του δεν μπόρεσε να πραγματοποίηση την απειλή του.
Προσευχόταν για κάθε άνθρωπο, ακόμα και για τους ηγέτες της χώρας. Στο σπίτι της είχε εικόνες και κάποτε είχε ένα πορτρέτο του Ν. Σ. Χρουστσόφ σε ένα μεταλλικό πλαίσιο κάτω από το γυαλί. Όσοι ήρθαν στη μητέρα ρώτησαν: «Ποιόν κρέμασες κάτω από τις εικόνες και γιατί;»
– Ο Θεός είναι στον Παράδεισο, και ο ηγέτης στη γη, είναι ο πιο σημαντικός στη Ρωσία.
Μια πνευματική κόρη της γερόντισας θυμάται, που πήγε το καλοκαίρι του 1964:
«Στη γωνία, καθώς ανοίγεις την πόρτα, στην είσοδο είδα ένα τσαλακωμένο πορτρέτο του Χρουστσόφ, λυγισμένο το μεταλλικό πλαίσιο και σπασμένο το τζάμι.
– Μάτουσκα, μπορεί να έρθουν άγνωστοι και να σε πάνε «στο σωστό μέρος»!
–«Δεν μπορώ να τον βλέπω άλλο, τον έχω βαρεθεί, θα τον βγάλουν».
Ήταν μια προφητεία: τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους, ο Χρουστσόφ απομακρύνθηκε από την εξουσία.
Μια ήμερα την επισκέφθηκε μια γυναίκα άρρωστη, πού έπασχε από βαριά πτώση των σπλάγχνων και δεν μπορούσε να σηκώσει ούτε ένα κανάτι νερό. Είχε ακούσει για τη χάρη της Ναταλίας κι’ έφθασε με πολύ πόθο εκεί για να την βοηθήσει στην υγεία της. Ή Γερόντισσα την υποδέχθηκε με καλοσύνη και την προσφώνησε με τ’ όνομα της, χωρίς να την έχει ξαναδεί ή να έχει ακούσει κάτι γι’ αυτή. Της είπε να πάει να φέρει δύο κουβάδες γεμάτους νερό! Στους δισταγμούς της για την αδυναμία της, της επέμενε, και μάλιστα της είπε να τούς γέμιση μέχρις επάνω.
Πήγε, κι άρχισε σιγά-σιγά να τούς γεμίζει. Όταν τούς σήκωσε για να τούς πάει στο σπίτι, το έκανε με μεγάλη ευκολία και τότε αισθάνθηκε ότι θεραπεύτηκε. Από τότε έγινε τελείως καλά και δεν είχε καμιά ενόχληση.
Θαυμαστά γεγονότα.
Το θαύμα μαθεύτηκε σ’ όλη την περιοχή. Ή μητέρα ενός νέου ήθελε να πάει με τον γιό της αυτόν να την επισκεφθούν. Ό νέος αρνιόταν επίμονα. Όμως, μετά από λίγο καιρό άρχισε να θερμαίνεται ή καρδιά του, αλλά ντρεπόταν να πει στη μητέρα του την αλλαγή της γνώμης του. Μόνο της είπε, πως θα επισκεφθεί τη Ναταλία μόνος του. Πράγμα το όποιο έκανε. Ή Ναταλία, από πολύ καιρό, δεν δεχόταν άνδρες στο κελί της, γιατί πολλούς πειρασμούς είχε πάθει απ’ αυτούς, με το να την κυνηγούν για την ενάρετη ζωή της και να την κτυπούν υπακούοντας στους δαίμονες. Όμως σ’ αυτόν τον νέο έκανε εξαίρεση.
Την βρήκε πλαγιασμένη, πολύ αδύνατη και κουβαριασμένη σέ μια γωνιά του κακοφωτισμένου δωματίου, πού είχε μια βαριά μυρωδιά. Μέσα της όμως έκρυβε μια μεγάλη δύναμη. Ό νέος δεν καταλάβαινε καλά τί του έλεγε ή Ναταλία και χρειαζόταν να του εξηγεί τα λόγια της μια γυναίκα πού την υπηρετούσε και την φιλοξενούσε στο σπίτι της. Του έδειχνε πώς έχει να κάνη μακρύ δρόμο και πρέπει να ετοιμασθεί, εννοώντας το Αγιον Ορος, και ότι θα γίνη μοναχός, πράγμα πού ποτέ δεν είχε σκεφθή.
Διηγούνται πολλά για την μακάρια Ναταλία. Με την προσευχή της έκανε καλά πολλούς αρρώστους, δίνοντας τους να πιουν αγιασμένο νερό και να βάλουν απ’ αυτό πάνω στον πόνο τους. Τυφλοί και δαιμονισμένοι έβρισκαν εκεί την ίαση τους. Αλκοολικοί, διαζευγμένοι, απελπισμένοι και φτωχοί, ανάπαυση και παρηγοριά.
Όταν οι Αρχές του τόπου ανησύχησαν για την κίνηση πού δημιουργήθηκε γύρω της και θέλησαν να την εξορίσουν, συνέβη το έξης: Ό υπεύθυνος πού θα πήγαινε να εκτέλεση την απόφαση αυτή, βρήκε ξαφνικά το παιδί του παράλυτο, από τη μέση και κάτω. Το πήρε αμέσως στην αγκαλιά του κι έτρεξε στη Ναταλία να προσευχηθεί γι’ αυτό. Το παιδί έγινε καλά και ό πατέρας του δεν μπόρεσε να πραγματοποίηση την απειλή του.
Ή Ναταλία δεν είχε σπίτι δικό της. Φιλοξενούνταν σέ μια ευσεβή χριστιανή. Όταν επέστρεψε από ένα ταξίδι του ό γιός της γυναίκας πού φιλοξενούσε τη Ναταλία, είπε στη μητέρα του, με θυμό και αγανάκτηση, πώς πρέπει να την διώξει από το σπίτι. Ή Ναταλία άκουσε τις φωνές και κάλεσε τη μητέρα να της πει να την υπομείνουν μέχρι την άλλη ήμερα και τότε θα φύγει. Ή μητέρα προτιμούσε να τα χαλάσει με το γιό της παρά να διώξει την άγια αυτή γυναίκα, πού έβλεπε την προσευχή της καθημερινά να θαυματουργή και τα λόγια της να αναπαύουν τόσες πονεμένες ψυχές. Ή Ναταλία, με ιλαρότητα και ηρεμία, την ευχαρίστησε θερμά για την υπομονετική φιλοξενία της και την αγόγγυστη διακονία της και της έδωσε πολλές εγκάρδιες ευχές. Ή γυναίκα δεν καταλάβαινε κι’ επέμενε να της λέει να μη φύγει. Την ιδία νύχτα ή Ναταλία άνεπαύθη εν Κυρίω.
Ενώ ζούσε ακόμη, ο Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσας ευλόγησε το αίτημά μου να μπορέσω να χτίσω ένα σπίτι στη Βίριτσα. Και όλα πήγαν υπέροχα. Από το 1949, άρχισα να πηγαίνω στη Λαύρα των Σπηλαίων, με τον στάρετς Συμεών, ο οποίος έγινε πνευματικός μου πατέρας. Με την ευλογία του γνώρισα στη Λαύρα τη Μάτουσκα Ναταλία. Αυτό συνέβη αμέσως μετά τη διαγραφή μου από το Κόμμα. Μια μέρα ο πατέρας Συμεών με ρώτησε:
«Ξέρεις τη μητέρα Ναταλία;»
-Οχι.
«Γρήγορα να την γνωρίσεις. Θα φτάσει σύντομα.
«Πώς θα την γνωρίσω;»
– Αλλά πρέπει απλώς να προσευχηθείς: «Κύριε, βοήθησέ με να δω τη Μητέρα Ναταλία», και θα τη συναντήσετε, ακούει τα πάντα.
Για μια εβδομάδα σκεφτόμουν τα λόγια του Στάρετς και μέσα μου επαναλάμβανα: «Κύριε, βοήθησέ με να δω τη μητέρα Ναταλία». Έτσι, βγαίνοντας μια μέρα από το μοναστήρι, είδα, καθισμένη στο έδαφος, μια ηλικιωμένη κυρία ντυμένη περίεργα. Κουνιόταν μπρος πίσω σχεδόν στερεοτυπικά, με τα χέρια της να τυλίγονται γύρω από τα γόνατά της και επαναλάμβανε απαλά: Κάτια, Κάτια, σε περίμενα μια ολόκληρη εβδομάδα. Ένα καλάθι ήταν δίπλα της. Μέσα ήταν μια γάτα και μια κότα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο κοντά της. Θυμάμαι ότι αυτή η αμεσότητα με εξέπληξε.
Τότε είπα: «Με έδιωξαν από το κόμμα και από τη δουλειά μου».
Και εκείνη απάντησε: «Τι κομψή φωτογραφία!».
Και η Μητερούλα περιέγραψε τη θέση του δωματίου μου στο Λένινγκραντ. Περιέγραψε μια σειρά από αντικείμενα που ήταν εκεί και συνέχισε απαντώντας στο μέρος της ερώτησής μου που δεν είχα εκφράσει ακόμη. ”Πώς θα ζήσω;” Αυτή η ερώτηση με βασάνιζε, γιατί μετά τον αποκλεισμό μου από το κόμμα, δεν θα με πήγαιναν πουθενά να δουλέψω. Και η Μάτουσκα συνέχισε: «Πούλησε τον πίνακά σου, θα ζήσεις για ένα χρόνο με αυτό το εισόδημα. Πούλησε το χαλί σου, θα ζήσουμε ακόμα από αυτό».
‘Εμεινα έκπληκτος. Γιατί είχε πει «θα ζήσουμε με αυτό»; Αυτό σήμαινε ότι θα ζούσαμε μαζί; Κατάλαβα γιατί η Μάτιουσκα είχε απαριθμήσει τα αντικείμενα στο δωμάτιό μου. Είχα μερικούς πολύτιμους πίνακες ζωγραφικής, εκλεκτές αντίκες, και στην πραγματικότητα συνέβη ότι πρόβλεψε μετά ζούσα από τα έσοδα από την πώλησή τους.
Ο Συμεών Στάρετς της Λαύρας των Σπηλαίων του Pskov.
Μετά από αυτή τη συνάντηση και αυτή τη συζήτηση, πήγα στον Μπάτιουσκα. Και μου είπε: «Πάρε τη μητέρα Ναταλία μαζί σου. Πρέπει να μένει στη Βίριτσα. Είναι μια μεγάλη εκλεκτή του Θεού». Και έτσι η μητερούλα Ναταλία βρέθηκε στη Βίριτσα. Αφού εγκατέστησα τη Μητέρα Ναταλία στη Βίριτσα, πήγα στον πατέρα Συμεών, ο οποίος με ρώτησε:
– Πώς είσαι με τη μητερούλα Ναταλία στο σπίτι;
-Λοιπόν, τακτοποιηθήκαμε.
-Φρόντισέ την.
Θυμάμαι μια άλλη ιστορία. Ο πατέρας Συμεών (Jelnine, κοίμηση το 1960) ήταν ο πνευματικός πατέρας της κοινότητας και ο πατέρας Σάββας (Ostapienko,κοίμηση το 1980), επιθυμώντας να λάβει το μεγάλο σχήμα, ζήτησε την ευλογία του στάρετς. Αυτός του απάντησε:
Ξέρετε, θα μπορούσα να ευλογήσω το αίτημά σας να λάβετε το μεγάλο σχήμα, αλλά σήμερα υπάρχει η Μητέρα Ναταλία. Είναι ανώτερη από εμένα κατά δύο επίπεδα. Αν αυτή το ευλογήσει, τότε να είναι ευλογημένο. Πήγαινε στη Βίριτσα, εκεί θα την βρεις.
Είχα ένα δωμάτιο στο Λένινγκραντ ( σσ σημερινή Αγ. Πετρούπολη), αλλά έμενα τον περισσότερο χρόνο στη Βίριτσα. Η Μάτουσκα Ναταλία δεν ήξερε τη διεύθυνσή μου, γιατί από την πλευρά μου έκανα μόνο σπάνιες εμφανίσεις στην πόλη. Μια μέρα πριν από τα Χριστούγεννα , έφτασα στο διαμέρισμα και η γειτόνισσα μου είπε: «Μια ασθενής σε ζήτησε, προφανώς δεν είναι στα καλά της , φοράει σκουφάκι και ρούχα εντελώς απίστευτα». Εμφανίζεται τότε η μητέρα Ναταλία. Επιβεβαίωσα στη γειτόνισσα ότι αυτή η επίσκεψη προοριζόταν όντως για μένα και ρώτησα τη Μάτουσκα πώς με βρήκε. «Περπατάω στην πόλη και ρωτάω, “Πού μένει η Κάτια, με το μεγάλο της καπέλο; Κι όλος ο κόσμος μου το εξηγεί.”
Κεκλεισμένων των θυρών.
Η Μάτουσκα μπορούσε να περάσει από κλειστές πόρτες. Το συνήθισα τελικά, αλλά την πρώτη φορά φοβήθηκα. Να τι έγινε. Ένα βράδυ με ξύπνησε κάτι σαν θρόισμα. Σηκώθηκα τρομαγμένη από το κρεβάτι και είδα ότι η μητέρα Ναταλία ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας μου.
-Mάτουσκα, πώς μπήκες;
-Ένας άγγελος μου άνοιξε την πόρτα.
Ρώτησα τους γείτονες αν είχε φτάσει κανείς εκείνο το βράδυ. Απάντησαν ότι δεν είχαν δει κανέναν.
Μια κάτοικος της Βύριτσας, που ανήκε στον κύκλο της Μάτιουσκα, είπε ότι ένα βράδυ άκουσε ένα είδος συριγμού στο δωμάτιό της. Ήταν μόνη στο σπίτι και είχε κλειδώσει την πόρτα της. Νόμιζε ότι είχε παραισθήσεις. Όταν όμως άναψε το φως, είδε τη μητέρα Ναταλία να γονατίζει μπροστά στις εικόνες.
– Μάτουσκα, πώς βρέθηκες εδώ;
– Γλίστρησα κάτω από τις πόρτες.
Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, όλα όσα προέβλεψε η μητέρα Ναταλία συνέβησαν. Αφού αποκλείστηκα από τη δουλειά και το κόμμα λόγω της πίστης μου, δεν μπορούσα να εγκατασταθώ πουθενά για πολύ καιρό. Έζησα για πέντε χρόνια αποκλειστικά με τα έσοδα από την πώληση των υπαρχόντων μου. Τελικά, βρήκα δουλειά ως καντινιέρα σε ένα επιστημονικό ερευνητικό ίδρυμα. Μια μέρα μπήκε στην καντίνα ο εφημερεύων (είχαμε πρόγραμμα εργασίας με διαλείμματα) και μου είπε: «Μόλις ήρθε μια μάτουσκα για σένα, πολύ περίεργο». Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν η μητέρα Ναταλία. Ρώτησα αν ήταν δυνατόν να την αφήσω να μπει, λέγοντας ότι ήταν συγγενής. Ήταν μόνο το μεσημεριανό διάλειμμα και η καντίνα ήταν γεμάτη. Περίμενα με συγκίνηση την εμφάνιση της μάτουσκα. Όταν μπήκε στην καντίνα, φάνηκε ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι διέκοψαν το γεύμα τους και κοιτούσαν έκπληκτοι αυτό το θαύμα. Έχοντας ένα τεράστιο καλάθι, η Mάτιουσκα ήταν ντυμένη με ένα άραφο υφασμάτινο παλτό, κάτω από το οποίο μπορούσε κανείς να δει τα γυμνά της πόδια. Έβαλα την Μάτουσκα να καθίσει σε ένα τραπέζι και προσφέρθηκα να φάμε. Κάθισε στην καρέκλα της και είπε με δυνατή φωνή: «Ekaterina Vladimirovna, ας πάμε στη Μαρία Ιβάνοβνα στο νοσοκομείο, θα της πάμε τον Ψαλμό 90 και το φαγητό μου».
Μια γνωστή άκουσε για τη Mάτιουσκα από το στάρετς Συμεών της Λαύρας των Σπηλαίων και με ρώτησε: «Ο μπάτουσκα Συμεών την αγαπά τόσο πολύ, είναι τόσο γεμάτη χάρη, ζητήστε της να έρθει να ευλογήσει το σπίτι σας με την παρουσία της». Η μητέρα Ναταλία έγνεψε καταφατικά και, μπαίνοντας στο σπίτι αυτής της γνωστής, άρχισε αμέσως να παριστάνει την οικοδέσποινα. Έβγαλε ένα τηγάνι με φαγητό και άρχισε να πετάει τα κομμάτια του κρέατος από αυτό, λέγοντας: “Αυτό είναι για τη γάτα, αυτό είναι για τα σκυλιά…” Η δραστηριότητα της Μάτουσκα δυσαρέστησε την κυρία του σπιτιού. :
– Μάτουσκα, ήρθες σπίτι μας, αλλά όχι για να μας κάνεις κουμάντο.
«Θα παγώσεις πολύ γρήγορα», απάντησε η μητέρα Ναταλία.
Η κυρία του σπιτιού δεν κατάλαβε το νόημα αυτών των λέξεων, αλλά λίγες μέρες αργότερα μια ισχυρή καταιγίδα παρέσυρε τη στέγη του σπιτιού και έσκισε τα τραβέρσα. Η στέγη μπαλώθηκε όσο καλύτερα γινόταν και τα παράθυρα έκλεισαν, αλλά το σπίτι κρύωσε πολύ και ο γαμπρός της οικοδέσποινας κρυολόγησε. Ήταν άρρωστος για πολύ καιρό. Οι γιατροί δεν κατάλαβαν τι μπορεί να ήταν και τον έστειλαν στο νοσοκομείο.
Έτσι θυμήθηκαν τα λόγια της Μάτουσκα, ζήτησαν να της πουν την κακοτυχία που τους είχε συμβεί και παρακάλεσαν για τις προσευχές της. Απάντησε η Μάτιουσκα Ναταλία. “Τίποτα απολύτως. Τίποτα απολύτως. Αφήστε τον να είναι άρρωστος». Και ο γαμπρός ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου χωρίς καμία βελτίωση στην υγεία του. Ένα νέο αίτημα για βοήθεια από τον άρρωστο γαμπρό διαβιβάστηκε στον Matushka. Έτσι η μητέρα Ναταλία ήρθε στο σπίτι τους και συμβούλεψε:
– Φέρτε το σίδερο και τα εσώρουχά του.
– Σιδέρωσε τα εσώρουχα με το καυτό σίδερο και είπε:Λοιπόν, κάνει ζέστη. Πάρε τα εσώρουχά του στο νοσοκομείο και βάλε τον να τα φορέσει.
Σχεδόν αμέσως ο γαμπρός πήρε το εξιτήριο από το νοσοκομείο.
Η Μαρία, μια άλλη γνωστή μου, άκουσε πολλά για τη Μάτουσκα Νατάλια και ζήτησε να την πάνε σπίτι της για να τη συναντήσει. Η Μάτουσκα αρνήθηκε ευθέως στην αρχή, αλλά μετά άλλαξε γνώμη και δέχτηκε. Πήγαμε στη Μαρία, είχε ετοιμάσει τραπέζι υποδοχής και γλεντήσαμε. Ξαφνικά, η μητερούλα Ναταλία με ένα σάλτο ανέβηκε στο τραπέζι, πήρε μια εικόνα που κρεμόταν στον τοίχο και φώναξε:
– Αυτή είναι η εικόνα μου.
-Όχι, μου ανήκει! Απάντησε με θυμό η οικοδέσποινα του σπιτιού.
-«Είναι δική μου, είναι η εικόνα μου. Βοήθεια, με δολοφονούν! φώναζε η Μάτιουσκα.
Το σκάνδαλο διογκώθηκε, κλήθηκε η αστυνομία. Πήραν την εικόνα από τα χέρια της Μάτιουσκα και την έδωσαν στην κυρία του σπιτιού, η οποία με επιτίμησε:
«Μα ποιαν μου έφερες; Αυτή είναι τρελή.»
Δεν άργησαν να ξεκαθαρίσουν όλα. Η Μαρία χώρισε από τον άντρα της και ο τελευταίος φανερά μεθυσμένος μπήκε στο σπίτι και απαίτησε:
– Φέρε τις εικόνες θα μοιραστούμε τα υπάρχοντα ή θα πληρώσεις αποζημίωση.
Η Μαρία διαφώνησε. Έτσι, ο πρώην σύζυγός της ανέβηκε στο τραπέζι και άρχισε να ξεκρεμάει τις εικόνες από τον τοίχο (όπως ακριβώς η μητέρα Ναταλία πριν από αυτόν), φωνάζοντας:
– Αυτή είναι η εικόνα μου!
-Όχι, μου ανήκει! απάντησε η κυρία του σπιτιού.
Και όταν άρχισε να τη χτυπάει, η Μαρία φώναξε: «Βοήθεια, με δολοφονούν!». Κλήθηκε η αστυνομία και όλα όσα είχε προβλέψει η μητέρα Ναταλία έγιναν πραγματικότητα.
Διήγηση του Σεβασμιωτάτου Πρόκλου, Αρχιεπισκόπου Σιμπίρσκ και Μελεκές.
~ Μια φορά επισκέπτηκα την δια Χριστόν σαλή μητέρα Ναταλία μαζί με τον πατέρα Βασίλειο Σβετς.
– Ήλθε ο παππούλης, πολύ ωραία. Τώρα θα ψάλουμε παράκληση, είπε η μητέρα Ναταλία.
Ο πατήρ Βασίλειος έβαλε επιτραχήλιο και άρχισε: “Ευλογητός ο Θεός ημών…”. Όταν φτάσαμε στον κανόνα η μητέρα Ναταλία άρχισε μόνη της να ψάλει:
“Άγιε πατέρα Ιωάννη πρέσβευε υπέρ ημών. Αγία μήτηρ Ξένια πρέσβευε υπέρ ημών”. (Ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ούτε η δια Χριστόν σαλή Αγία Ξένια της Πετρούπολης είχαν ακόμα ανακηρυχθεί επίσημα άγιοι)…
Όταν τελειώσαμε τον αγιασμό η μητέρα Ναταλία είπε:
– Είστε φιλοξενούμενοι. Καθίστε τώρα για να σας κεράσω.
Έβγαλε από κάπου παστή ρέγκα, κρεμμύδι και λάδι. Τα έκοψε, τα ανακάτεψε μαζί σε ένα πιάτο και έβαλε το πιάτο στο τραπέζι λέγοντας:
-Να, πόσα φαγητά έκανα, σαν για τον αρχιερέα!
Δεν είχαμε ψωμί και εγώ σκέφτηκα: “Αν θα φάω τώρα αυτή τη ρέγκα χωρίς ψωμί τι θα γίνει; Τόσο αλάτι που έχει, μετά μέχρι το βράδυ θα πίνω νερό ασταμάτητα. Μακάρι να υπήρχε καμία κονσέρβα. Θα προτιμούσα να φάω κονσέρβα παρά αυτή τη ρέγκα”. Η Ναταλία σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου. Αμέσως έβγαλε μια κονσέρβα και την έβαλε πάνω στο τραπέζι…
Την ώρα που τρώγαμε η Ναταλία σαν από απροσεξία έριξε στο καινούριο παλτό μου μισό ποτήρι λάδι. “Πάει το παλτό μου. Με τίποτα δε θα βγει αυτός ο λεκές”, σκέφτηκα. Όλη την ώρα που τρώγαμε η μητέρα Ναταλία έψαλε:
– Άγιε πατέρα Ιωάννη πρέσβευε υπέρ ημών. Αγία μήτηρ Ξένια πρέσβευε υπέρ ημών.
Το έψαλε πάρα πολλές φορές. Όταν τελειώσαμε το φαγητό μας την ρώτησα:
– Μητέρα Ναταλία, γιατί το ψάλατε αφού ακόμα δεν ανακηρύχτηκαν άγιοι; Και αυτή μου απάντησε:
– Έτσι πρέπει να ψάλλουμε. Ξέρεις εσύ θα είσαι αυτός που θα ανοίξει τα λείψανα του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης. Θα συμμετάσχεις και στην ανακήρυξη της αγίας Ξένιας… Έλα, ώρα για ύπνο, πάμε να κοιμηθούμε. Που να σας βάλω; Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να κοιμούνται στον δεύτερο όροφο, εκεί είναι τα δωμάτια του αρχιερέα.
Τα λόγια αυτά της Ναταλίας ήταν προφητικά. Έγινα αρχιερέας και το δωμάτιό μου στην επισκοπή βρίσκεται στον δεύτερο όροφο… Δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύχτα και είδαμε πως η Ναταλία μέχρι το πρωί προσευχόταν γονατιστή.
Την άλλη μέρα έπρεπε να φύγουμε. Όταν φόρεσα το παλτό μου, όπου η Ναταλία προηγουμένως έριξε λάδι, ο λεκές δεν υπήρχε.
Ἀπολυτίκιον τῆς Ὁσίας Ναταλίας τῆς διὰ Χριστὸν σαλῆς ἐν Βίριτσᾳ.
Ἦχος πλ. δ’
Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ· καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Ναταλία τὸ Πνεῦμά σου.
Πηγή: Από το βιβλίο “Σεραφείμ της Βίριτσα, Ο Νεοφανής Άγιος της Ρωσίας, Βίος, θαύματα, προφητείες” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου