Γεννήθηκε δίπλα στην περιοχή της Αμιένης, της Γαλλίας το 801, πέθανε στην Βρέμη της Γερμανίας στις 3 Φεβρουαρίου του 865.
Με τον ερχομό των βαρβάρων μετά τον θάνατο του Καρλομάγνου, σκοτάδι έπεσε επάνω στην Ευρώπη. Από τα δάση και τα φιόρδ του βορρά, ήρθε μια ορδή από πειρατές εισβολής, οι οποίοι περιφέρονταν γύρω από τις ανυπεράσπιστες ακτές, λεηλατούσαν τις ανοιχτές εκβολές και εξάπλωναν παντού τον πανικό και τον φόβο. Καμία πόλη, όσο όμορφη και αν ήταν, καμία εκκλησία, όσο ιερή και αν ήταν και καμία κοινωνία όσο ισχυρή και αν ήταν δεν μπορούσε να ξεφύγει από την μανία τους. Σαν ένα ποτάμι θανάτου οι Βίκινγκς ξεχύθηκαν στην Ευρώπη.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως μπορούσαν να γίνονται ιεραποστολές εκείνον τον καιρό, όμως στην ποιο σκοτεινή περίοδο της Ευρώπης υπήρχαν εκείνοι που ποτέ δεν δίστασαν και ξεκίνησαν προκειμένου να διαδώσουν την πίστη στους παγανιστές εισβολείς. Ο Άγιος Ανσέριος ήταν ένας τέτοιος άνδρας. Σαν νεαρό αγόρι μιας αριστοκρατικής οικογένειας έγινε δεκτός στο μοναστήρι του Κόρμπι στην περιοχή της Πικαρδίας (Γαλλία) και διαπαιδαγωγήθηκε από τον Άγιο Αβελάρδο (τιμάται 3 Ιανουαρίου) και από τον Άγιο Πασχάσιο Ραδβέρτο (τιμάται 26 Απριλίου). Μόλις αποφοίτησε, μεταφέρθηκε στο Νέο Κόρμπι στην Βεστφαλία. Κάποτε είπε σε έναν φίλο: «Εάν άξιζα, θα ζητούσα ένα θαύμα από τον Κύριο και αυτό θα ήταν να με κάνει με την χάρη του έναν αγαθό άντρα».
Στην Γαλλία ζήτησαν έναν ιερέα να πάει σαν ιεραπόστολος στους Δανούς και ο Άγιος Ανσέριος, ένας νεαρός μοναχός, προσφέρθηκε εθελοντικά. Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον εμποδίσουν, τόσο επικίνδυνη ήταν η αποστολή.
Όμως παρόλα αυτά, όταν ο βασιλιάς Χάρολντ ο οποίος είχε γίνει Χριστιανός κατά την εξορία του, επέστρεψε στη Δανία, ο Άγιος Ανσέριος και ένας ακόμη μοναχός τον συνόδευσαν. Εξοπλισμένοι με σκηνές και βιβλία, αυτοί οι δύο μοναχοί ξεκίνησαν το 826 και ίδρυσαν ένα σχολείο στη Δανία. Εκεί ο σύντροφος του Αγίου Ανσερίου πέθανε και ο Άγιος υποχρεώθηκε να μετακινηθεί προς την Σουηδία μόνος του όπου τον κάλεσε ο βασιλιάς Μπγιόρν ατ Αουγκί λόγο της επιτυχίας που είχε η ιεραποστολή του.
Στον δρόμο η βάρκα του δέχτηκε επίθεση από πειρατές και έχασε όλα τα υπάρχοντα του και έτσι έφτασε φτωχός σε ένα μικρό Σουηδικό χωριό. Μετά από αυτό το μη ενθαρρυντικό ξεκίνημα, πέτυχε στο να διαμορφώσει τις βάσεις μιας εκκλησίας, της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας της Σουηδίας. Έπειτα προχώρησε βαθύτερα στη χώρα φέρνοντας στην αληθινή πίστη τους ειδωλολάτρες και τους αρχηγούς τους.
Ο Άγιος Ανσέριος έγινε ο πρώτος αρχιεπίσκοπος του Αμβούργου στη Γερμανία και ηγούμενος στο Νέο Κόρμπι στη Βεστφαλία το 831. Ο πάπας Γρηγόριος ο τέταρτος τον επέλεξε σαν αντιπρόσωπο του στις Σκανδιναβικές χώρες και εμπιστεύτηκε τις ψυχές των Σκανδιναβών στην προστασία του. Διέδωσε το ευαγγέλιο εκεί για τα επόμενα 14 χρόνια, χτίζοντας εκκλησίες στη Νορβηγία, στη Δανία και τη βορειότερη Γερμανία.
Είδε να καταστρέφονται όσα έχτισε όταν παγανιστές Βίκινγκς εισέβαλαν το 845, λεηλάτησαν την Σκανδιναβία και κατέστρεψαν το Αμβούργο. Έπειτα οι ντόπιοι επέστρεψαν στον παγανισμό. Ο Άγιος εκείνο τον καιρό επιλέχτηκε σαν αρχιεπίσκοπος της Βρέμης γύρω στο 848, όμως του ήταν αδύνατον να εγκατασταθεί εκεί για καιρό και ο πάπας Νικόλαος ο πρώτος ένωσε αυτή την αρχιεπισκοπή με το Αμβούργο. Ο πάπας Νικόλαος του έδωσε δικαιοδοσία στη Δανία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία.
Ο Αγιος Ανσέριος επέστρεψε στη Δανία και τη Σουηδία το 854 και άρχισε πάλι να διαδίδει το Ευαγγέλιο. Όταν επέστρεψε στη Δανία είδε την εκκλησία και το σχολείο που έχτισε εκεί κατεστραμμένα από έναν στρατό που είχε εισβάλει στην περιοχή.
Η καρδιά του κόντεψε να σπάσει όταν είδε τον κόπο του να έχει γίνει στάχτες «Ο Κύριος έδωσε», είπε, «και ο Κύριος επέτρεψε να καταστραφούν αυτά. Ευλογημένο να είναι το όνομα του Κυρίου». Με αρκετούς ακολούθους περιπλανήθηκε στην ερειπωμένη επισκοπή, όμως εκείνη ήταν μια θλιβερή περίοδος. «Να είσαι βέβαιος αγαπημένε μου αδερφέ» είπε ο αρχιεπίσκοπος της Γαλλίας, ο οποίος του είχε αναθέσει αυτό το έργο, «πως ότι πασχίσαμε να πετύχουμε για την δόξα του Χριστού, με τη βοήθεια του Θεού θα φέρει καρπούς».
Με τις ελπίδες του ανανεωμένες από αυτά τα λόγια και με κουράγιο, ο Άγιος Ανσέριος ξεκίνησε για την αποστολή του στη Σουηδία.
Ο βασιλιάς Όλαφ έριξε ένα ζάρι προκειμένου να αποφασίσει για το αν θα επέτρεπε την είσοδο σε Χριστιανούς, μια πράξη την οποία ο Άγιος Ανσέριος θεώρησε εντελώς ανάρμοστη. Του έδωσε κουράγιο ένα συμβούλιο οπλαρχηγών στο οποίο ένας ηλικιωμένος άντρας μίλησε για να τον υπερασπιστεί. «Εκείνοι που φέρνουν σε εμάς τη νέα πίστη», είπε, «με το ταξίδι τους μέχρι εδώ έχουν εκτεθεί σε πολλούς κινδύνους. Βλέπουμε τις δικές μας θεότητες να μας απογοητεύουν. Γιατί να αρνηθούμε μια θρησκεία η οποία έφτασε στις πόρτες μας; Γιατί να μην επιτρέψουμε στους υπηρέτες του Θεού να μείνουν ανάμεσα μας; Ακούστε το συμβούλιο μου και μην απορρίψετε εκείνο που είναι για το δικό μας συμφέρον».
Σαν αποτέλεσμα, ο Άγιος Ανσέριος ήταν ελεύθερος να διδάξει την Χριστιανική πίστη, και παρότι συνάντησε πολλές αναποδιές, συνέχισε το έργο του ώσπου πέθανε στην ηλικία των 64 και θάφτηκε στη Βρέμη. Ήταν ένας μεγάλος ιεραπόστολος και ένας ακούραστος κήρυκας, γνωστός για την πειθαρχεία του, την αγιασμένη ζωή του και την ελεημοσύνη του στους φτωχούς. Έχτισε σχολεία και ήταν ένας μεγάλος απελευθερωτής σκλάβων που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βίκινγκ. Εκχριστιάνισε τον βασιλιά Έρικ της Γιουτλάνδης και τον αποκαλούσαν «Απόστολο του Βορρά», παρόλα αυτά η Σουηδία επέστρεψε ολοκληρωτικά στον παγανισμό σύντομα μετά τον θάνατο του Aγίου Ανσερίου.
Ο Άγιος Ανσέριος συχνά φορούσε ένα τρίχινο πουκάμισο, ζούσε μόνο με ψωμί και νερό όταν το επέτρεπε η υγεία του και πρόσθετε σύντομες προσωπικές προσευχές σε κάθε ψαλμό στο Ψαλτήρι του, αυτή η ευλάβεια του σύντομα διαδόθηκε.
Λέγεται ότι έκανε θαύματα. Μετά το θάνατο του Αγίου, η δουλειά που είχε ξεκινήσει σταμάτησε και η περιοχή επέστρεψε στον παγανισμό. Ο Χριστιανισμός δεν άρχισε να εδραιώνεται στην Σκανδιναβία παρά μόνο δύο αιώνες μετά με την ιεραποστολική δουλειά του Αγίου Ζιγεφρίδου και άλλων. Ένας βίος γράφτηκε για τον Άγιο Ανσέριο από τον σύντροφο του στην ιεραποστολή στην Σκανδιναβία, τον Άγιο Ριμβέρτο Αρχιεπίσκοπο Βρέμης (τιμάται 4 Φεβρουαρίου).
Ο Άγιος Ανσέριος είναι προστάτης Άγιος της Δανίας, της Γερμανίας και της Ισλανδίας. Τον τιμούν ιδιαίτερα στο Παλαιό Κόρμπι (Πικαρδία) και στο Νέο Κόρμπι καθώς και στην Σκανδιναβία.
2ος Βίος.
Ο Ἅγιος Ἀνσχάριος γεννήθηκε στὴν Πικαρδία στὶς ἀρχὲς τοῦ Θ' αἰ. ἀπὸ οἰκογένεια γερμανικῆς καταγωγῆς.
Ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀνατράφηκε στὴν περίφημη Μονὴ τῆς Κορβίας, ὅπου καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ Σχῆμα.
Τὸ 822, ἡ Μονὴ ἵδρυσε ἐξάρτημα στὴν Σαξονία, ποὺ ὀνομάσθηκε Κορβία ἡ Νεωτέρα, μὲ σκοπὸ νὰ προλειάνη τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἀνατολικῶν αὐτῶν περιοχῶν καὶ ὁ Ἀνσχάριος στάλθηκε ἐκεῖ νὰ ἀναλάβη τὴν ἡγουμενία, ἔχοντας ἐπὶ πλέον τὴν ἀποστολὴ νὰ κηρύττη στὸν λαό.
Ὁ Δανὸς Βασιλεὺς Χάρολντ (812-813, 819-827), ποὺ εἶχε μόλις λάβει τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ἐζήτησε
ἀπὸ τὸν Λουδοβῖκο Α΄ τὸν Εὐσεβῆ (814-840) νὰ στείλη Ἱεραποστόλους γιὰ τὴν διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου στὴν χώρα του καὶ τὸ ἔτος 826, ὁ Ἀνσχάριος μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο Μοναχό, τὸν Αὐτβέρτο, ἐπελέγησαν γιὰ νὰ ἐκχριστιανίσουν τὶς χῶρες αὐτὲς τοῦ Βορρᾶ.
Ἄρχισαν μὲ θάρρος τὰ πρῶτά τους κηρύγματα, ἀλλὰ ἡ πρώτη αὐτὴ Ἱεραποστολὴ σύντομα διεκόπη μὲ τὴν ἐκθρόνισι τοῦ Βασιλέως Χάρολντ (827) καὶ τὴν ἀσθένεια τοῦ Αὐτβέρτου, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στὴν Κορβία τὴν Νεωτέρα καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.
Ὁ Ἀνσχάριος ἐπέστρεψε στὶς φραγκικὲς χῶρες καὶ συνέχισε τὴν μοναχική του βιοτή.
Τὸ 829, ἔφθασε μία ἀποστολὴ ἀπὸ τὴν Δανία καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Λουδοβῖκο Α' Ἱεραποστόλους. Ὁ Ἅγιος Ἀνσχάριος, μὲ στερεὰ πίστι μετὰ ἀπὸ ἕνα ὅραμα, πῆρε τὸ καράβι γιὰ τὴν Βαλτικὴ μαζὶ μὲ ἕναν Μοναχὸ τῆς Κορβίας, τὸν Βιτμάρο.
Ἔπεσαν θύματα πειρατῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀπέσπασαν ὅ,τι εἶχαν καὶ δὲν εἶχαν. Κατόρθωσαν τελικὰ νὰ φθάσουν στὴν πόλι Μπίρκα, τῆς νήσου Μπγιόρκο, σημαντικὸ πολιτικὸ καὶ ἐμπορικὸ κέντρο, καὶ νὰ προσηλυτίσουν στὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ τὸν Χέριγκαρ, Διοικητὴ τῆς πόλεως, φίλο καὶ σύμβουλο τοῦ Βασιλέως Μπγιόρν, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐπέτρεψε νὰ κτίσουν ἐκεῖ τὸν πρῶτο Ναὸ στὶς σκανδιναβικὲς χῶρες.
Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Γαλλία, μετὰ ἀπὸ ἑνάμιση χρόνο, ὁ Ἀνσχάριος χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος τῆς νέας αὐτῆς Ἐπισκοπῆς τῶν
σκανιδαβικῶν χωρῶν, μὲ ἕδρα τὸ Ἁμβροῦργο (831). Ἀφοῦ μετέβη στὴν Ρώμη, γιὰ νὰ λάβη τὸ πάλλιο καὶ τὴν ἐπικύρωσι τῆς δικαιοδοσίας του ἐπὶ τῶν σκανδιναβικῶν Ἱεραποστολῶν, ὁ Ἅγιος ἐπιδόθηκε μὲ ἀκόμη μεγαλύτερο ζῆλο στὴν διάδοσι τῆς Πίστεως στὴν Δανία καὶ τὴν Βόρεια Γερμανία, ἐνῶ ὁ βοηθός του, Ἐπίσκοπος Γοτβέρδος, συνέχιζε νὰ κηρύττη τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Σουηδούς.
Μιμούμενος τὸν Ἅγιο Μαρτῖνο τῆς Τουρώνης († Μνήμη: 11η Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο εἶχε ὡς πρότυπο, ὁ Ἅγιος Ἀνσχάριος παρέμεινε ἀσκητὴς καὶ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, καὶ δὲν ἐπιχειροῦσε τίποτε δίχως νὰ συμβουλευθῆ τὸν Θεό. Στὰ φλογερά του κηρύγματα ἤξερε νὰ ἐμπνέη στοὺς πιστοὺς τόσο τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τὴν θεία παραμυθία. Μοίραζε ὅλα τὰ εἰσοδήματά του γιὰ τὴν ἵδρυσι νοσοκομείων, γιὰ τὴν περίθαλψι τῶν πτωχῶν καὶ τὴν ἐξαγορὰ αἰχμαλώτων ἀπὸ τοὺς πειρατές. Δίπλα στὸν Καθεδρικὸ Ναό, τὸν ὁποῖον ἀνήγειρε στὸ Ἁμβροῦργο, ὠργάνωσε ἕνα Μοναστήρι κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Μονῆς τῆς Κορβίας, ὅπου καταρτίζονταν οἱ μελλοντικοὶ Ἱεραπόστολοι.
Τὸ ἔτος 845 ἀποδείχθηκε κρίσιμο γιὰ τὴν Ἱεραποστολὴ στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ: ὁ Ἐπίσκοπος Γοτβέρδος ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Σουηδία ἀπὸ τὸν ἐξεγερμένο πληθυσμὸ καὶ μετὰ τὴν λεηλασία τοῦ Ἁμβρούργου ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, ὁ Ἅγιος Ἀνσχάριος ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ἕδρα του καὶ νὰ περιπλανιέται στὴν χώρα δίχως μέσα βιοπορισμοῦ.
Δύο ἔτη ὅμως ἀργότερα ὡρίσθηκε Ἐπίσκοπος Ἁμβρούργου καὶ Βρέμης, καθὼς ἡ Σύνοδος τῆς Μαγεντίας εἶχε συνενώσει τὶς δύο Ἐπισκοπές. Μπόρεσε τότε νὰ ἀναλάβη νέα Ἱεραποστολὴ στὴν Δανία (848-854) καὶ κατώρθωσε νὰ προσηλυτίση τὸν Βασιλέα Χόρικ (813-845).
Ἀπὸ ἐκεῖ συνέχισε μὲ ἐπιτυχία τὸ κήρυγμά του στὴν Σουηδία, ὅπου μὲ προτροπὴ τοῦ Χόρικ, ὁ Βασιλεὺς Ὄλαφ ἐπέτρεψε στοὺς Ἱεραποστόλους νὰ κηρύττουν καὶ νὰ κτίζουν Ἐκκλησίες. Ὁ Ὄλαφ ὅμως δὲν ἀσπάσθηκε τὴν χριστιανικὴ πίστι καὶ ὀλίγα ἔτη ἀργότερα ὁ λαός του ἐπέστρεψε στὴν εἰδωλολατρία.
Ὁ Ἅγιος Ἀνσχάριος ἐπέστρεψε στὴν Δανία, ὅπου
ὁ νέος Βασιλεὺς Χόρικ Β΄ (854 -870) εἶχε ἐγκαινιάσει τὴν βασιλεία του μὲ διωγμὸ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος τελικὰ κατώρθωσε νὰ τὸν μεταστρέψη στὸν Χριστιανισμό.
Ὁ νέος αὐτὸς Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος ἀνελλιπῶς ἐκοπίασε γιὰ νὰ σπείρη τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ, παρέδωσε
τὴν ψυχή του στὸν Κύριο στὴν Βρέμη, στὶς 3 Φεβρουαρίου 865, καὶ σύντομα τιμήθηκε ὡς προστάτης Ἅγιος τῶν νέων αὐτῶν Ἐκκλησιῶν.
Σύντομος Βίος.
Ο Άγιος Ανσέριος γεννήθηκε στην Πικαρδία στις αρχές του 9ου αιώνα μ.Χ. Έμεινε ορφανός και ανατράφηκε στο μοναστήρι της Κορβίας, όπου και έγινε μοναχός και έλαβε την εντολή να εργασθεί ιεραποστολικά στους λαούς που δεν είχαν γνωρίσει τον Χριστό. Ο Άγιος κήρυξε τον λόγο του Θεού στις χώρες τις Βαλτικής. Λίγο αργότερα εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος των νέων χωρών, στις οποίες εργάζεται ιεραποστολικά, με έδρα το Αμβούργο. Το ιεραποστολικό έργο συνεχίζεται μέσα από την άσκηση, την προσευχή, την ποιμαντική δράση και τη φιλανθρωπία.
Όταν, το έτος 845 μ.Χ., το Αμβούργο καταλαμβάνεται από τους Νορμανδούς, ο Άγιος Ανσέριος αναγκάζεται να εγκαταλείψει την έδρα του προσωρινά και να περιοδεύσει στις χώρες του Βορρά. Μετά δύο χρόνια, επέστρεψε στην έδρα του, που τώρα είχε συνενωθεί με την πόλη της Βρέμης, μετά από απόφαση της Συνόδου της Μαγεντίας. Ο Άγιος συνεχίζει την ιεραποστολική δραστηριότητά του και βαπτίζει Χριστιανό τον βασιλέα της Δανίας Χόριχ και τον διάδοχό του που ήταν ειδωλολάτρης και είχε κινήσει διωγμό εναντίων των Χριστιανών.
Ο Όσιος Ανσέριος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 865 μ.Χ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου