Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Άγιος Προφήτης Αββακούμ. Ημέρα Μνήμης: 2 Δεκεμβρίου.

Άγιος Προφήτης Αββακούμ. Ημέρα Μνήμης: 2 Δεκεμβρίου.


Τάττει Θεὸς σοι τοὺς πόδας τεθνηκότι,
Εἰς συντέλειαν Ἀββακούμ, καθὼς ἔφης.
Δευτερίῃ Ἀββακοὺμ ἀνεβήσατο εἰς Θεοῦ ἄστυ.

Ούτος ήτον από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών, υιός Σαφάτ, προ Χριστού ων έτη χ’ (600), προείδε δε την αιχμαλωσίαν και την άλωσιν, οπού έμελλε να πάθη η Ιερουσαλήμ και ο Ναός του Θεού, και πολλά έκλαυσε. Και όταν ήλθεν ο Ναβουχοδονόσορ εις Ιερουσαλήμ, έφυγεν εις την Οστρακίνην, και ήτον ξένος και πάροικος εις την γην του Ισμαήλ.

Όταν δε εγύρισαν εις την Βαβυλώνα οι Χαλδαίοι, έχοντες μαζί των τους σκλάβους Ισραηλίτας, οπού ευρέθησαν εις Ιερουσαλήμ και Αίγυπτον, τότε και ο Προφήτης ούτος εγύρισεν εις την εδικήν του γην. Και μίαν φοράν υπηρετών εις τους θεριστάς του, έλαβε φαγητόν, και είπεν εις τους οικιακούς του. Εγώ θέλω υπάγω εις μακρινόν τόπον, και ογλίγωρα πάλιν θέλω επαναστρέψω. Ανίσως δε εγώ αργοπορήσω, πηγαίνετε εσείς φαγητόν εις τους θεριστάς. Και ταύτα ειπών, αρπάχθη από Άγγελον Κυρίου, και επήγεν εις Βαβυλώνα, και έδωκε τροφήν εις τον Προφήτην Δανιήλ, ο οποίος ήτον κεκλεισμένος μέσα εις τον λάκκον των λεόντων. Και πάλιν αρπαχθείς από τον ίδιον Άγγελον, έφθασεν εις μίαν στιγμήν εις την Ιουδαίαν, και επρόσφερε το φαγητόν εις τους θεριστάς, χωρίς να ειπή εις κανένα το γενόμενον τούτο θαυμάσιον εις αυτόν. Επρογνώρισε δε, ότι ογλίγωρα θέλει γυρίσει εις Ιεροσόλυμα ο εν Βαβυλώνι σκλαβωμένος λαός των Εβραίων. Αποθανών δε δύω χρόνους προ του να γυρίση ο λαός, ενταφιάσθη εις τον εδικόν του αγρόν, ήτοι το τζεφτιλίκιον.


Ούτος έδωκε τέρας και σημείον εις την Ιουδαίαν. Δηλαδή, ότι όταν ιδούν οι άνθρωποι φως εις τον Ναόν, τότε θέλουν ιδούν την δόξαν του Θεού (Ίσως τούτο πεπλήρωται, όταν ο Κύριος εδίδασκεν εν τω Ναώ της Ιερουσαλήμ και τω φωτί της διδασκαλίας του εφώτιζε τας ψυχάς των εσκοτισμένων Ιουδαίων. Υπό τούτου γαρ οδηγούμενοι, εγνώριζον την δόξαν της αυτού Θεότητος.).

Προείπε δε και δια την συντέλειαν του Ναού, ότι αύτη θέλει γένη από έθνος δυτικόν, ήτοι από τους εν τη δύσει Ρωμάνους. Και ότι το άπλωμα, ήτοι το καταπέτασμα του Δαβείρ, ήτοι του εσωτάτου οίκου των Αγίων των Αγίων, θέλει σχισθή εις μικρά σχίσματα (Ίσως τούτο έγινεν όταν ο Κύριος εσταυρώθη, διαρραγέντος του υφαντού καταπετάσματος από άνωθεν έως κάτω. Ή διέρρηξαν αυτό οι Ρωμαίοι, όταν ερήμωσαν την Ιερουσαλήμ). Και ότι τα κεφαλοκόλονα των δύω στύλων του Ναού θέλουν παρθούν, και κανείς δεν θέλει γνωρίσει, πού μέλλουν να βαλθούν. Ταύτα δε θέλουν φερθούν υπό Αγγέλου εις την έρημον του Σινά, όπου κατ’ αρχάς επήχθη η Σκηνή του Μαρτυρίου. Και επάνω εις αυτά τα κεφαλοκόλονα θέλει γνωρισθή ο Κύριος κατά το τέλος και θέλει φωτίσει εκείνους οπού διώκονται εξ αρχής από τον νοητόν όφιν Διάβολον (Ο δε Αλέξανδρος εις τα Ιουδαϊκά γράφει περί του Προφήτου τούτου, ότι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Μανασσή. Και ότι ουχί εις Άγγελος έφερεν αυτόν εις την Βαβυλώνα επάνω του λάκκου, αλλά πολλοί. Εις μεν Άγγελος, βαστών αυτόν από την κόμην της κεφαλής. Οι δε άλλοι, εστήριζον αυτόν με τας πτέρυγάς των. Και μόλον οπού η θεία Γραφή εν τω «Βηλ και Δράκων», ένα Άγγελον λέγει (Ιουδαϊκών, σελ. 249). Και ότι ο τάφος του Αββακούμ ευρίσκεται εις την κόμην Εχελά (αυτόθ. 107). Αββακούμ δε θέλει να ειπή πατήρ εγέρσεως, εκ του Αββά, ο δηλοί πατήρ, και του κουμ, ο δηλοί έγερσις, συντιθέμενον. Λέγει δε ο Κλήμης ο Κανόνικος, ότι ο Προφήτης Αββακούμ με τα λόγια εκείνα οπού λέγει εις την ωδήν του· «Επήρθη ο ήλιος, και η σελήνη έστη εν τη τάξει αυτής. Εις φως βολίδες σου πορεύσονται. Εις φέγγος αστραπής όπλων σου». Με ταύτα, λέγω, φανερόνοι το θαύμα εκείνο, οπού έγινεν εις τον καιρόν Ιησού του Ναυή, όταν ο ήλιος εστάθη κατά Γαβαών, και η σελήνη κατά φάραγγα Αιλών. Μετεκομίσθη δε ο Αββακούμ εις την Βαβυλώνα υπό Αγγέλου, μετά έτη εξήκοντα της των Ιουδαίων εν Βαβυλώνι αιχμαλωσίας. Ήτοι προ δέκα χρόνων της αυτών επιστροφής).

Στο προφητικό του βιβλίο, που διακρίνεται για την αξιόλογη λογοτεχνική του χάρη, ελέγχει τον ιουδαϊκό λαό, επειδή παρεξέκλινε από την αληθινή θρησκεία στην ειδωλολατρία. Να τι συγκεκριμένα αναφέρει, σχετικά με το πως πρέπει κανείς να πιστεύει στο Θεό: «Ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται. Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρίσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου». (Αββακούμ, β' 4, γ' 18). Που σημαίνει, αν κανείς λιποψυχήσει και αδημονήσει στις διάφορες δοκιμασίες, ας μάθει, λέει ο Κύριος, ότι δεν επαναπαύεται η ψυχή μου σ' αυτόν. Ο δίκαιος που πιστεύει σ' εμένα και τηρεί το Νόμο μου, θα σωθεί και θα ζήσει. Εγώ όμως, λέει ο Προφήτης, θα αγάλλομαι ελπίζοντας στον Κύριο. Θα γεμίσει χαρά η καρδιά μου για το σωτήρα μου Θεό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ἀββακοὺμ τὴν μνὴμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ὄρος προέγραψας τὴν Θεοτόκον ἁγνήν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἐλάμψεν ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σὲ ὡς προφήτην θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἵππους ἑώρακας τοὺς ἱεροὺς Μαθητάς, θαλάσσας ταράσσοντας, τῆς ἀγνωσίας σαφῶς, καὶ πλάνην βυθίζοντας, δόγμασιν εὐσεβείας, Ἀββακοὺμ θεηγόρε· ὅθεν σε ὡς Προφήτην, ἀληθῆ εὐφημοῦμεν, αἰτούμενοι τοῦ πρεσβεύειν ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ἔστης μάκαρ, καὶ κατενόησας Θεοῦ παρουσίαν, προφητικοῖς ἐν ὄμμασι θεόπνευστε· ὅθεν καὶ ἐβόησας, Ἀββακοὺμ μετὰ φόβου, Κύριε ἀκήκοα, τὴν φρικτὴν ἔλευσίν σου, καὶ ἀνυμνῶ σε σάρκα χοϊκήν, ἐκ τῆς Παρθένου, φορέσαι θελήσαντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου