Ἅγιος Ῥοβέρτος, Φωτιστὴς τῆς Βαυαρίας καὶ Πολιοῦχος τοῦ Σάλτσμπουργκ τῆς Αὐστρίας. Ημέρα Μνήμης: 27 Μαρτίου.
῾Ο Ἅγιος Ἀπόστολος Ροβέρτος τοῦ Σάλτσμπουργκ (St. Rupert, Ruprecht, Hrodperht, Hrodpreht, Roudbertus, Rudbertus, Robert), θεωρεῖται
Οἱ Βαυαροὶ προήρχοντο ἀπὸ διάφορες ἐθνοτικὲς ὁμάδες, ἡ πλειονότητα τῶν ὁποίων ἦταν πιθανότατα Θουριγγιανοὶ καὶ Λομβαρδοί, οἱ ὁποῖοι μετεγκαταστάθησαν τὸ 531/532 ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸ Γότθο Βασιλέα Θεοδώριχο ἀπὸ τὴν νότια Βοημία στὴν σημερινὴ Βαυαρία καὶ τὴν Ἄνω Αὐστρία, προκειμένου νὰ ἐπανακατοικήσουν τὴν βόρεια περιοχὴ τῶν Ἄλπεων, στρατηγικῆς σημασίας γιὰ τὴν Ἰταλία, ἐφ᾿ ὅσον 100 χρόνια ἐνωρίτερα εἶχε μεταναστεύσει ἀπὸ ἐκεῖ μεγάλο μέρος τοῦ ρωμαϊκοῦ πληθυσμοῦ μὲ ἐντολὴ τοῦ Ὀντοάκερ.
Τὸ 538, ὁ Δούκας Θευδεβάλδος ἢ Θεοβάλδος (Theudebald, 534-555) τῶν Φράγκων, ἔλαβε ἐπαρχίες σὲ ἀντάλλαγμα μιᾶς ἐπισήμου συνθήκης βοηθείας μὲ τὸν Βίτιγκις (Witigis), μὲ ἀποτέλεσμα ἡ σημερινὴ Βαυαρία καὶ ἡ Ἄνω Αὐστρία νὰ περιέλθουν ὑπὸ φραγκικὴ κυριαρχία. Προκειμένου νὰ ἑνώση πολιτιστικὰ τὰ νεοαποκτηθέντα ἐδάφη μὲ τὴν Φραγκικὴ Αὐτοκρατορία τὸ συντομώτερο δυνα τόν, ὁ Φράγκος Βασιλεὺς Χιλδεβέρτος Α΄ (Childebert I) ἔστειλε ἱεραποστόλους στὴν Βαυαρία γιὰ νὰ προσηλυτίσουν τὰ ἐδάφη αὐτὰ στὴν Ὁρθόδοξη Πίστι.
Ἡ Φραγκικὴ Ἐκκλησία ἦταν ἀκόμη ἐντελῶς ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν Ρώμη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἀπὸ τὴν βάπτισι τοῦ Βασιλέως Κλόβις, ἡ ἡγεσία τῆς Φραγκικῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκετο ἀποκλειστικὰ στὰ χέρια τοῦ Φράγκου Βασιλέως, ἀπὸ τὸν καθορισμὸ τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐπισκοπῶν μέχρι τὸ δικαίωμα διορισμοῦ Ἐπισκόπων, τὸν τύπο ἐκπαιδεύσεως τοῦ Κλήρου καὶ τὴν ἀπόφασι συγκλήσεως ἐκκλησιαστικῶν Συνόδων.
Ὁ Ἅγιος Ροβέρτος, ὁ ὁποῖος εἶχε συγγένεια μὲ τοὺς Μεροβίγγους, ἐγεννήθη γύρω στὸ 650 πιθανώτατα στὴν Βόρμς, τῆς ὁποίας ὡρίσθηκε ἀργότερα Ἐπίσκοπος. Ἔγινε πρῶτα δεκτὸς ὡς σοφὸς καὶ εὐσεβής, ἀλλὰ ἡ κυρίως παγανιστικὴ κοινότητα τὸν ἀπεδοκίμασε καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ φύγη ἀπὸ τὴν πόλι κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ζ´αἰῶνος. Τότε προσκλήθηκε προσωπικὰ στὴν Βαυαρία ἀπὸ τὸν Δοῦκα Θεόδωρο, τοῦ ὁποίου ἡ βασιλικὴ Αὐλὴ εὑρίσκετο τότε στὸ Ρέγκενσμπουργκ, τὴν ὀλιγώτερο πληγεῖσα ρωμαϊκὴ πόλι τῆς χώρας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μεταναστευτικῆς περιόδου.
Ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἔστειλε πρῶτα ἀπεσταλμένους στὴν Βαυαρία, ἀνεχώρησε αὐτοπροσώπως. Ὁ Δούκας Θεόδωρος ταξίδευσε ἐν συνεχείᾳ γιὰ νὰ τὸν συναντήση μὲ τὴν συνοδία του καὶ ὑποδέχθηκε τὸν Ἅγιο Ροβέρτο μὲ μεγάλη εὐλάβεια.
Στὸ Ρέγκενσμπουργκ, προσηλύτισε στὴν ἀληθινὴ Πίστι μερικοὺς ἄνδρες τῆς Αὐλῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν παραμείνει στὴν εἰδωλολατρία, μετέτρεψε ἕναν παλαιὸ ναὸ εἰδώλων σὲ Ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας μας (τὸ Παλαιὸ Παρεκκλήσι, στὸ Ρέγκενσμπουργκ), καθὼς καὶ ἕνα στὸ Ἀλτέτινγκ (Altötting), καὶ ἀνήγειρε μία Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὸν λόφο τοῦ Ρέγκενσμπουργκ, ποὺ εἶναι εὐρέως γνωστὸς ὡς «Μάρτερμπεργκ» (Marterberg), στὴν θέσι ὅπου ἀργότερα ἱδρύθηκε τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου († Μνήμη: 22α Σεπτεμβρίου).
Ὁ Δούκας Θεόδωρος ἔδωσε τότε στὸν Ἅγιο Ροβέρτο τὴν ἄδεια νὰ ἐπιλέξη ἕνα κατάλληλο μέρος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς συντρόφους του, ὁπουδήποτε ἤθελε στὴν χώρα αὐτή, γιὰ νὰ ἀποκαταστήση τὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνεγείρη ὅσα κτίρια ἦσαν ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ὀργάνωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Δούκας ταξίδευσαν μαζὶ μὲ πλοῖο στὸν Δούναβη μέσῳ τοῦ Λὸρχ (Lorch) στὴν Παννονία. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδίου, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἐκήρυττε τὸν λόγο τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ πολλοὶ ἀσθενεῖς ἐθεραπεύθησαν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες χάρις στὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου.
Μετὰ ἀπὸ μία μεγαλύτερη παραμονὴ στὸ Λόρχ, ὅπου εἶχε διατηρηθῆ ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Φλωριανοῦ († Μνήμη: 4η Μαΐου), ὁ Ροβέρτος ἐπέρασε λίγο χρόνο στὸ Ζεεκίρχεν ἂμ Βάλερζεε (Seekirchen am Wallersee), ὅπου ἐγκαινίασε ἕνα μικρὸ Ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου, προστάτου τῶν ἁλιέων, γιὰ τοὺς ἐγχωρίους Ρωμαίους, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο κυρίως μὲ τὴν ἁλιεία. Ἀπὸ τὴν λίμνη Βάλερζεε (Wallersee), ἐταξίδευσε στὴν πρώην ρωμαϊκὴ πόλι Τζουβαβία (Juvavia), ὅπου ὁ μαρτυρικὸς Ἱερέας Μάξιμος καὶ 40 Μοναχοὶ τῆς Ἀδελφότητός του († Μνήμη: 8η Ἰανουαρίου) εἶχαν ὑποστῆ μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὰ χέρια τῶν εἰδωλολατρῶν Χέρουλι (Heruli), κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεταναστεύσεως. Ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τουρώνης, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἐπέλεξε τὸν τόπο αὐτὸ ὡς μόνιμη κατοικία του καὶ γιὰ τὴν ἵδρυσι ἑνὸς Ναοῦ καὶ ἑνὸς Μοναστηριοῦ.
Ἀρχικὰ ἔκτισε ἕναν Ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀμάνδου, Ἐπισκόπου Μαιστρίχης († Μνήμη: 6η Φεβρουαρίου), τὰ Λείψανα τοῦ ὁποίου εἶχε φέρει μαζί του, καὶ ἀργότερα ἕναν Ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Πέτρου, Πρωτοκορυφαίου τῶν Ἀποστόλων, ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ ὁποίου ἐτέθη καὶ τὸ Μοναστήρι. Οἱ κανόνες τοῦ Μοναστηριοῦ συνίσταντο κυρίως στὴν τήρησι ὁλοκλήρου τοῦ λειτουργικοῦ κύκλου, ὅπως αὐτὸς τηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέχρι σήμερα.
Προσπάθησε ἐπίσης νὰ ἀνοικοδομήση σταδιακὰ τὴν πόλι, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι ἦταν ἤδη ἐν μέρει κατάφυτη ἀπὸ δάσος, καὶ νὰ καλλιεργήση τὴν γῆ. Μετὰ τὴν ἀνέγερσι τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ Μοναστηριοῦ, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἄνοιξε ἐπίσης μία Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ στὸ Σάλτσμπουργκ, τῆς ὁποίας προήδρευε ὁ ἴδιος καὶ ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στὴν ἐκπαίδευσι Κληρικῶν ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ἐγχωρίων Χριστιανῶν, Ρωμαίων Σίκιρτσεν ἂμ Γουάλερσι καὶ Βαυαρῶν.
Προκειμένου νὰ στηρίξη τὸν ἅγιο Ἐπίσκοπο, ὁ Δούκας τοῦ ἔδωσε ὁλόκληρη τὴν πόλι μὲ τὰ παρακείμενα ἐδάφη, ὡς καὶ μερικοὺς ἀμπελῶνες
πλησίον τοῦ Ρέγκενσμπουργκ.
Ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀρκετοὺς συνεργάτες γιὰ τὸ ἔργο του στὴν Βαυαρία, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἐταξίδευσε στὴν Βὸρμς καὶ ἐπέστρεψε μὲ δώδεκα Μοναχούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι ὀνομαστικὰ γνωστοὶ οἱ Ματέρνους, Δίγνουλους, Ἄϊσενχαρντ, Γκέρχαρντ, Αἴριοφριντ, Ραθέριους καὶ Ἔρχενφριντ (Maternus, Dignulus, Isenhard, Gerhard, Ariofrid, Ratherius καὶ Erchenfried).
Καθὼς ἡ μοναστικὴ ζωὴ στὸ Σάλτσμπουργκ δυνάμωνε σταδιακὰ μέσῳ τῶν ἐλευθέρων Ρωμαίων καὶ τῶν νεοφωτίστων Βαυαρῶν, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος καὶ οἱ πλέον ἔνθερμοι συνεργάτες του ἄρχισαν νὰ ἱδρύουν μικρότερα Μοναστήρια, τὰ λεγόμενα Κελλιά, στὴν περιοχὴ τοῦ Σάλτσμπουργκ. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ τὰ Κελλιὰ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Μαξιμιλιανὸ καὶ εὑρίσκετο στὸ Πόνγκαου (Pongau), τὸ σημερινὸ Μπισοφσόφεν (Bischofshofen). Ἱδρύθηκε τὴν ἐποχὴ τοῦ θανάτου τοῦ Δουκὸς Θεόδωρου.
Δύο ἄνδρες μὲ τὰ ὀνόματα Τόναζαν (Tonazan) καὶ Λέντι (Ledi), ὁ ἕνας ὑπηρέτης τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ὁ ἄλλος τοῦ Δουκός, ἐταξίδευσαν στὴν ἄγονη κοιλάδα τοῦ βουνοῦ, τὸ ὁποῖο ἀργότερα ὀνομάσθηκε Πόνγκαου, γιὰ νὰ κυνηγήσουν καὶ νὰ ἐρευνήσουν γιὰ χρυσό. Ἐνῶ ἦσαν ἀπασχολημένοι ἐκεῖ γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, εἶδαν δύο ἀστραφτερὰ φῶτα σὲ κάποιο σημεῖο ἐπὶ τρεῖς διαδοχικὲς νύκτες καὶ ταυτόχρονα αἰσθάνθηκαν μία ἐξαιρετικὴ εὐωδία. Ἔκπληκτοι, ἐπέστρεψαν στὸν Ἅγιο Ροβέρτο καὶ τοῦ εἶπαν τὶ εἶχε συμβῆ. Ἐκεῖνος ἔδωσε τότε ἕναν μικρὸ ξύλινο Σταυρὸ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς του, τὸν Δεόνινγκους (Deoningus) καὶ τοῦ εἶπε νὰ ἐρευνήση προσεκτικὰ τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει.
Συνοδευόμενος ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἱερεὺς ἔφθασε στὸ σημεῖο καὶ ἔκανε τὴν ἴδια παρατήρησι τρεῖς συνεχόμενες νύκτες. Ἐν συνεχείᾳ, ἐστερέωσε τὸν Σταυρὸ στὸ σημεῖο τῆς ἐμφανίσεως καὶ ἔκτισε ἐπ᾿ αὐτοῦ μία μικρὴ καλύβα, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Ἐπίσκοπος.
Ὅταν ἐπέστρεψε στὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὸν ἐνημέρωσε, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος τὸν ἔστειλε στὸν Δοῦκα Θεόδωρο, γιὰ νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ περιστατικὸ καὶ νὰ ζητήση ἄδεια νὰ κτίση στὸ σημεῖο αὐτὸ Ναὸ καὶ κατοικία γιὰ τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ Δούκας παραχώρησε. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Ροβέρτος μετέβη τότε στὸ σημεῖο μὲ τοὺς ἐργάτες του, τὸ καθάρισε καὶ ἄρχισε νὰ κτίζη ἕναν μικρὸ Ναὸ καὶ τὶς ἄλλες ἀπαραίτητες κατοικίες. Ἀφιέρωσε τὸν Ναὸ στὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Μαξιμιλιανό, Ἐπίσκοπο τοῦ Λόρχ († Μνήμη: 12η Ὀκτωβρίου). Ὁ Δούκας Θεόδωρος ἐκοιμήθη λίγο ἀργότερα καὶ ἐτάφη στὸν Ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στὸ Σάλτσμπουργκ.
Μετὰ τὴν ἵδρυσι τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Μαξιμιλιανοῦ, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἵδρυσε περαιτέρω μικρὰ Μοναστήρια στὸ Ἄμπερζεε (Abersee), πλησίον στὸ Κουφστάϊν (Kufstein) καὶ στὸ Βέλτενμπουργκ (Weltenburg), ὅπου μετέτρεψε τὸν ἐκεῖ ναὸ τῆς Μινέρβας (Ἀθηνᾶς) σὲ Ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμελιώσεων καὶ ταξιδιῶν τοῦ Ἁγίου Ροβέρτου στὴν Βαυαρία, ἐφρόντιζε ἰδιαιτέρως στὴν διατήρησι μιᾶς συνεχοῦς λειτουργικῆς ζωῆς στὴν νεοφώτιστη χώρα, κυρίως στὸ Μοναστήρι τοῦ Σάλτσμπουργκ. Ἐνεργοῦσε ὡς ζωντανὸ παράδειγμα χριστιανικῆς ταπεινοφροσύνης καὶ ἀγάπης, παρὰ μὲ πολλὰ λόγια ἢ ἀκόμη καὶ μὲ ἐξωτερικὰ διατάγματα.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἵδρυσε ἐπίσης ἕνα γυναικεῖο Μοναστήρι στὸ σημερινὸ Νόνμπεργκ, πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπου Ἡγουμένη ἔγινε ἡ ἀνεψιά του Ἐρεντρούδη (St. Erentrudis, † Μνήμη: 30ὴ Ἰουνίου), ἡ ὁποία ζοῦσε μία ἁγία βιοτή. Ἱδρύτρια δὲ τοῦ Μοναστηριοῦ στὸ Νόνμπεργκ ἦταν ἡ θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Φραγκονίας καὶ βαυαρὴ Δούκισσα Ρεγιντρούδη (St. Regintrudis, † Μνήμη: 26η Μαΐου).
Ὅταν ὁ Ἅγιος Ροβέρτος αἰσθάνθηκε, ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος του, ἐπέστρεψε στὴν πρώτη του ἐπισκοπικὴ ἕδρα, στὴν Βόρμς. Εἶχε ἐργασθῆ ἐπὶ σαράντα περίπου ἔτη γιὰ τὴν ἑδραίωσι τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Βαυαρία καὶ τὴν Ἄνω Αὐστρία.
Μετὰ τὸν διορισμὸ τοῦ Ἁγίου Βιταλίου († Μνήμη: 20ὴ Ὀκτωβρίου), ὡς διαδόχου του καὶ τὶς προτροπὲς πρὸς τὴν συγκεντρωμένη Ἀδελφότητα νὰ εἶναι πιστὴ καὶ ἐπιμελὴς στὴν τήρησι τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, ὁ Ἅγιος Ροβέρτος ἐκοιμήθη τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα τοῦ ἔτους 718, ἀφοῦ ἔλαβε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἀκολουθίας.
Στὶς 24 Σεπτεμβρίου 773, τὰ ἅγια Λείψανά του μετεφέρθησαν ἀπὸ τὴν Βὸρμς στὸ Σάλτσμπουργκ ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Βιργιλίου († Μνήμη: 27η Νοεμβρίου). Ἐνταφιάσθηκαν σὲ βραχώδη τάφο στὸν Ἅγιο Πέτρο. Ἔκτοτε, ἄρχισαν νὰ γίνωνται ἐκεῖ πολλὰ Θαύματα: ἀσθενεῖς ἐθεραπεύοντο, τυφλοὶ ἀνακτοῦσαν τὴν ὅρασί τους, ἄλαλοι ἄρχισαν νὰ μιλοῦν, κωφοὶ ἀνακτοῦσαν τὴν ἀκοή τους καὶ οἱ ἀνάπηροι ἔπαιρναν δύναμι στὰ ἄκρα τους γιὰ νὰ βαδίζουν μόνοι τους.
Ὅταν τὸν Θ΄ αἰῶνα τὸ Filioque καθιερώθηκε στὴν Γερμανία ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν Καρολιδικῶν μεταρρυθμίσεων, ὁ Ναὸς ὅπου
ἐθησαυρίζοντο τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ροβέρτου κάηκε ὁλοσχερῶς. Ὅσα ἐκ τῶν Λειψάνων του διεσώθησαν καὶ εὑρέθησαν κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια, μετεκομίσθησαν καὶ ἐνεταφιάσθησαν πάλι τὸ 882 στὸν Καθεδρικὸ Ναό, ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ροβέρτο. Ὁ ἀρχικὸς Τάφος τοῦ Ἁγίου μὲ τὰ Λείψανά του εὑρίσκεται ἀκόμη στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πέτρου στὸ Σάλτσμπουργκ.
Ἡ ἰδιαιτέρα χάρις τοῦ Ἁγίου Ροβέρτου ἔγκειται στὸν συνδυασμὸ τῆς κοσμικῆς ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς του μὲ τὴν οὐράνια του εὐγένεια, στὸ ἀνόθευτο Χριστιανικό του ἦθος, τὸ ὁποῖο ἀνταποκρινόταν στὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων, δηλαδὴ στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ μας.
Μία ἀπὸ τὶς ρήσεις τοῦ Ἁγίου Ροβέρτου ἦταν: «Ἀπὸ ὅλα ὅσα ἔχουμε στὸν κόσμο, δυνάμεθα νὰ ὀνομάσουμε περιουσία μας μόνο ὅ,τι δίνουμε στοὺς πτωχοὺς γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ· ὅλα τὰ ἄλλα μᾶς τὰ παίρνει ὁ θάνατος, ἐνῶ ὅ,τι δίνουμε στοὺς πτωχοὺς γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ κατατίθεται ὡς θησαυρὸς στὸν Οὐρανό». Ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ροβέρτου θηραυρίζονται στὸν ἑλληνικὸ καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Βιέννης, στὸ Ὀρθόδοξο Μοναστήρι Maria Schutz στὸ St. Andrä am Zicksee ὡς καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐνορία τοῦ
Leoben.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου