Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Ἅγιος Βαάστιος (ἢ Βεδάστιος), Ἐπίσκοπος Ἀρὰς (Γαλλία). Ήμέρα Μνήμης: 6 Φεβρουαρίου.

Ἅγιος Βαάστιος (ἢ Βεδάστιος), Ἐπίσκοπος Ἀρὰς (Γαλλία). Ήμέρα Μνήμης: 6 Φεβρουαρίου.


῞Οταν ὁ Χλωδοβῖκος (Κλόβις Α΄, περ. 465-511), εἰσῆλθε θριαμβευτὴς στὴν Γαλατία μετὰ τὴν νίκη του ἐπὶ τῶν Ἀλαμανῶν στὸ Τολμπιὰκ (490), ἐπέρασε ἀπὸ τὴν πόλι Τοὺλ (Toul) τῆς Λωραίνης καὶ καθὼς ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐκπληρώση τὸ τάµα, τὸ ὁποῖο εἶχε κάνει νὰ ἀσπασθῆ τὸν Χριστιανισμὸ ἂν ἐπικρατοῦσε στοὺς ἐχθρούς, ἐζήτησε νὰ συναντήση κάποιον ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ τὸν διδάξη.

Τοῦ συνέστησαν τότε τὸν Ἱερέα Βαάστιο (Βεδὰστ ἢ Γκαστόν, Vedast, Vaast, Vaat, Gaston, Foster), ὁ ὁποῖος εἶχε ζήσει ὡς ἐρημίτης καὶ ὅλοι θεωροῦσαν αὐτὸν ὡς ἕναν ἀληθινὸ ἄγγελο ἐπὶ τῆς γῆς. Ὁ Χλωδοβῖκος τὸν πῆρε μαζί του, καὶ ὅπως συνέβη μὲ τὸν Φίλιππο καὶ τὸν εὐνοῦχο τῆς Βασιλίσσης τῆς Αἰθιοπίας (βλ. Πράξ. η΄), ὁ Βαάστιος κατήχησε τὸν Βασιλέα καθ᾽ ὁδόν.

Καθὼς ἐπλησίαζαν τὴν πόλι Ῥένς, ὅπου περίμενε αὐτοὺς ὁ Ἅγιος Ῥεμίγιος († Μνήμη: 1η Ὀκτωβρίου), ὁ Ἀπόστολος τῶν Φράγκων καὶ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως, συνήντησαν σὲ πλησιόχωρο κωμόπολι, στὴν γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Ἄξονας (Αἴν/ Aisne), ἕναν τυφλό, ὁ ὁποῖος ἔχων ἀκούσει γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ ὁσίου Ἱεραποστόλου, τὸν παρεκάλεσε «ἡ ἀγιότης τῶν προσευχῶν του νὰ δώση τὸ φῶς στοὺς ὀφθαλμούς του».

Ὁ Ὅσιος ἐμπιστευόμενος τὴν θεία Φιλανθρωπία καὶ τὴν πίστι τοῦ ἀνθρώπου, ἐσημείωσε ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν του τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καὶ τὸν ἐθεράπευσε. Στὸν τόπο ἐκεῖνο οἱ πιστοὶ ἀνήγειραν Ναὸ εἰς μνήμην τοῦ Θαύματος.

Μετὰ τὴν Βάπτισι τοῦ Χλωδοβίκου στὴν Ῥὲνς (25η Δεκεμβρίου 496) ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Ῥεμιγίου, ὁ Βασιλεὺς συνέστησε τὸν κατηχητή του στὸν Ἅγιο 
Ἱεράρχη, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε τὸν Βαάστιο στὰ χωριὰ γιὰ νὰ διδάξη τοὺς πιστούς, νὰ βοηθήση τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ νὰ διαδώση σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Βαάστιος εἶχε τόση ἐπιτυχία στὸ ἔργο του, ὥστε τὸ 499 ὁ Ἅγιος Ῥεμίγιος τὸν ἐχειροτόνησε Ἐπίσκοπο τοῦ Ἀράς, πρωτευούσης τοῦ Ἀρτουὰ (Artois), τὸ ὁποῖο εἶχε παλαιότερα ἐκχριστιανισθῆ, ἀλλὰ ἦταν ὁλοσχερῶς σχεδὸν κατεστραμμένο μετὰ τὶς εἰσβολὲς τῶν Βαρβάρων καὶ ὅπου ἡ εἰδωλολατρία εἶχε πάρει τὴν θέσι τῆς λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐκεῖ, στὸ Ἀράς, ὁ Θεὸς ἐσφράγισε διὰ θαύματος τὸν ἐρχομὸ τοῦ δούλου Του: στὴν πύλη τῆς πόλεως εὑρίσκοντο δύο ἀνάπηροι ζητιᾶνοι, ὁ ἕνας τυφλὸς καὶ ὁ ἄλλος βουβός. Ἐσταμάτησαν τὸν Ἅγιο Βαάστιο στὸν δρόμο καὶ ἐζήτησαν μὲ ἀξιοθρήνητη φωνὴ ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε χρήματα.

Ἐμπιστευόμενος τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ παρηγορημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Ἰωάννου, ὁ ἀποστολικὸς Ἱεροκήρυξ εἶπε: «Δὲν ἔχω οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσήμι, ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῶν εὐσεβῶν προσευχῶν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ δὲν διστάζω νὰ τὶς προσφέρω γιὰ σᾶς» (πρβλ. Πράξη γ΄6). Καὶ μὲ τοὺς λόγους αὐτούς, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, χύνων ἄφθονα δάκρυα συμπαθείας, ἐζήτησε τὴν θεϊκὴ παρέμβασι γιὰ τὸ σῶμα τῶν πασχόντων καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὑγεία τῶν παρευρισκομένων.

Ἀμέσως καὶ ἐνώπιον τοῦ πλῆθους, ἔλαβαν καὶ οἱ δύο ζητιᾶνοι τὴν πολυπόθητη ὑγεία: ὁ ἕνας ἔλαβε τὴν καθαρότητα τῆς ὁράσεως καὶ ὁ ἄλλος ἀνέκτησε τὴν χρῆσι τῶν ποδιῶν του.

Ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια, εὐχαριστοῦντες τὴν Εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέχθηκαν πολὺ μεγαλύτερες εὐεργεσίες ἀπὸ ὅ,τι περίμεναν.

Μὲ μεγάλο πόνο ἀντίκρυσε ὁ Ἅγιος τὸ θέαμα τῶν κατεστρεμμένων κτιρίων. Καθὼς ἔκλαιγε βλέπων τὰ ἐρείπια τοῦ Ναοῦ, ὅπου ἄλλοτε συνηθροίζετο τὸ Χριστεπώνυµο πλήρωμα, αἴφνης ἐξῆλθε ἀπὸ αὐτὰ μιὰ ἀρκούδα μὲ ἀπειλητικὲς διαθέσεις. Ὁ Ἅγιος ἀτάραχος τὴν ἔδιωξε μὲ µιά του λέξι καὶ συνέχισε τὴν προσευχή του.

Ἀμέσως, μὲ θάρρος καὶ ἐγκαρτέρησι, ἀνέλαβε τὴν ἄνέγερσι ἑνὸς Ναοῦ ἀφιερωμένου στὴν Θεοτόκο καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττη, θεραπεύων παράλληλα ἀσθενεῖς, ἐκβάλλων δαιμόνια καὶ ἐπιτελῶν πλεῖστα ἄλλα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐπικύρωναν τὸ κήρυγμά του.

Ἀκολουθῶν τὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ, δὲν περιφρονοῦσε οὔτε τὰ συμπόσια τῶν ἰσχυρῶν, ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πολυτέλεια, ἀλλὰ 
δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας νὰ κηρύξη ἐκεῖ, ἔτσι ὥστε στὸ κλῖμα τῆς οἰκειότητος νὰ γεμίση τὶς καρδίες τῶν φιλοξενουμένων μὲ τὸν 
λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι συνέβη, ὅταν κάποιος Φράγκος εὐγενοῦς καταγωγῆς, γνωστὸς γιὰ τὴν δύναμί του, τὸ ὄνομα Ὀκῖνος (Ocinus), προσεκάλεσε τὸν Βασιλέα Κλοταῖρο, υἱὸ τοῦ Βασιλέως Χλωδοβίκου, σὲ συμπόσιο, τὸ ὁποῖο εἶχε ἑτοιμάσει μὲ μεγάλη λαμπρότητα στὴν οἰκίαν του, πρὸς τιμὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν εὐγενῶν του. Ὁ Ἅγιος Βαάστιος προσεκλήθη ἐπίσης στὸ συμπόσιο αὐτό.

Ὅταν εἰσῆλθε στὴν οἰκίαν τοῦ Ὀκίνου, ὡς συνήθως, ἐσήκωσε τὴν δεξιὰν καὶ ἐχαιρέτησε τοὺς πάντας μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὑπῆρχαν ἐκεῖ κανάτες πλήρεις ζύθου, στὸν ὁποῖο κατὰ τὴν κατασκευή του εἶχε γίνει ἐπίκλησις δαιμόνων. Ἀμέσως ἔσπασαν οἱ κανάτες καὶ χύθηκε τὸ περιεχόμενό τους. Ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ σύντροφοι του, τρομοκρατημένοι στὴν θέα αὐτοῦ τοῦ θαύματος, ἐρώτησαν τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο τὸν λόγο αὐτοῦ τοῦ ἀπροσδοκήτου καὶ τρομακτικοῦ φαινομένου. Ὁ Ἅγιος ἀπήντησε: «Ἐξ αἰτίας μιᾶς ἐπικλήσεως δαιμόνων, τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισαν κακοὶ ἄνθρωποι, ἡ διαβολικὴ δύναμις εἰσῆλθε στὰ ποτὰ αὐτά, γιὰ νὰ αἰχμαλωτίση τὶς ψυχὲς τῶν καλεσμένων, ἀλλὰ διωκωμένη ἀπὸ τὴν δύναμι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας, ἔφυγε ἀοράτως ἀπὸ τὴν κατοικία, ἐσεῖς δὲ προφανῶς εἴδατε τὸ ὑγρὸ νὰ χύνεται στὸ ἔδαφος». Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀπεδείχθη σωτήριο γιὰ πολλούς, διότι ἐξ αἰτίας του πλῆθος κόσµου ἀσπάσθηκε τὴν χριστιανικὴ Πίστι σὲ ὅλη τὴν Γαλατία.

Τὸ 510, ὁ Ἅγιος Ῥεμίγιος ἐμπιστεύθηκε στὸν Βαάστιο τὴν διοίκησι καὶ ἐτέρας Ἐπισκοπῆς, αὐτῆς τοῦ Καμπραί, μαζὶ μὲ ἐκείνη τοῦ Ἀράς. Ὁ Ἅγιος συνέχισε μὲ αὐξημένο ζῆλο τὶς ἀποστολικὲς περιοδεῖες του, ἀνεγείρων Ναοὺς καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, χειροτονῶν Ἱερεῖς καὶ διδάσκων τοὺς πιστούς.

Μετὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἀδιακόπων καμάτων, ὁ Ἅγιος, ἡλικίας τότε ἐνενήκοντα τεσσάρων ἐτῶν, ἠσθένησε κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς περιοδείας καὶ ἐπέστρεψε ἐσπευμένως στὸ Ἀράς.

Τὸν κατάλαβε ὑψηλὸς πυρετὸς καὶ σὲ λίγο, μία κρύα νύκτα τοῦ χειμῶνος, μία φωτεινὴ νεφέλη φάνηκε νὰ ἀναβαίνη ἀπὸ τὴν ταπεινὴ οἰκία τοῦ Ἐπισκόπου καὶ νὰ ὑψώνεται στὸν οὐρανό. Ὅταν τοῦ ἀνήγγειλαν τοῦτο τὸ θαυμαστὸ φαινόμενο, ὁ Ἅγιος κατάλαβε ἀμέσως, ὅτι αὐτὸ τὸ σημάδι ἔδειχνε τὴν ἐγγὺς ἀνάπαυσί του. Ἐσύναξε τὰ πνευµατικά του τέκνα καὶ τοὺς Ἱερεῖς συνοδοιπόρους του στὶς ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες του, καὶ τοὺς ἀπεχαιρέτησε. Ἔπειτα ἀποσύρθηκε σὲ σιωπηλὴ προσευχή καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, συνοδείᾳ ἀγγελικῶν ὕμνων, τὴν 6η Φεβρουαρίου 540.

Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Βαάστιο διαδόθηκε στὴν Φλάνδρα καὶ ἔγινε δημοφιλὴς καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ πρώϊμου Μεσαίωνα. Τὸ περίφημο Ἀββαεῖο τοῦ Σέντ-Βαὰστ (Saint-Vaast) κτίσθηκε στὸ Ἀρὰς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ἅγια Λείψανά του μεταφέρθηκαν ἐκεῖ τὸ 667.

Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες - μεταφορὰ στὸ Βὼ (Vaux) τὸ 879 γιὰ νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ τὴν νορμανδικὴ εἰσβολή, ἐπιστροφὴ στὸ Ἀράς, μεταφορὰ τὸ 880 στὸ Μπωβαὶ (Beauvais) μετὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ Ἀββαείου, ἐπιστροφὴ τὸ 893– τὰ τίμια Λείψανά του μεταφέρθηκαν στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἀράς, τὸ 1227.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ τελευταίου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ ὁμωνύμου Ἀββαείου τοῦ Σέντ Βαὰστ ντ᾿Ἀρὰς (Saint-Vaast d’Arras), τὸ ὁποῖο εἶχε γίνει πλέον Καθεδρικὸς Ναός, καὶ ὅπου εὑρίσκεται ἀκόμη ἡ Λάρνακά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου