Ἅγιος Λοῦππος, Ἐπίσκοπος Τρουὰ. Ήμέρα Μνήμης: 29 Ἰουλίου.
Γεννημένος περὶ τὸ 383 στὸ Τοὺλ ἀπὸ εὐγενῆ Γαλλο-ρωμαϊκὴ οἰκογένεια, ὁ Ἅγιος Λοῦππος ἔλαβε καλὴ μόρφωσι στὰ κλασικά γράμματα. Ἐνυμφεύθη τὴν Πιμενιόλη, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου Ἀρελάτης († Μνήμη: 5η Μαΐου) καὶ συγγενῆ τοῦ Ἁγίου Ὁνωράτου († Μνήμη: 16η Ἰανουαρίου). Μετὰ ἀπὸ συμβίωσι ἕξι ἐτῶν, ἐχώρισαν προκειμένου νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό: ἡ Πιμενιόλη ἐκάρη Μοναχὴ καὶ ὁ Λοῦππος εἰσῆλθε στὴν Μονὴ τοῦ Λερίνου, ἐξ αἰτίας τῆς φήμης τοῦ Ἁγίου Ονωράτου.
Μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο, ἐνῶ ταξίδευε στὸ Μακὸν (Mâcon) γιὰ νὰ διαθέση τὰ ἐκεῖ ὑπάρχοντά του, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς Τρουὰ (Troyes), στὴν Σαμπανία, τὸ 426. Παρέμεινε ὡστόσο πιστὸς στὶς μοναχικές του ὑποσχέσεις καὶ συνέχισε τὸν ἀσκητικὸ βίο παράλληλα μὲ τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα. Κοιμόταν κατὰ γῆς, φοροῦσε τρίχινο χιτῶνα κατὰ σάρκα, ἔτρωγε καὶ κοιμόταν μέρα παρὰ μέρα καὶ ἔδειχνε ἀνελλιπῶς τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ στοὺς φυλακισμένους.
Τὸ 429, κατόπιν αἰτήματος τοῦ πάπα Κελεστίνου καὶ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Γαλατίας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συγκληθῆ σὲ Σύνοδο, συνώδευσε τὸν Ἅγιο Γερμανὸ τοῦ Ὠξὲρ († Μνήμη: 31η Ἰουλίου) στὴν Μεγάλη Βρετανία, γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν αἱρετικῶν Πελαγιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζοντο, ὅτι δὲν εἶχαν ἀνάγκη τῆς θείας Χάριτος.
Ἀφοῦ ἔφεραν πλῆθος ψυχῶν στὴν ἀληθινὴ Πίστι, τόσο μὲ τὰ 2 θαύματά τους ὅσο καὶ μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τους, ὁ Ἅγιος Λοῦππος ἐπἐτρεψε στὴν Τρουά, καὶ ἀνέλαβε ἐκ νέου τὰ καθήκοντά του μὲ πατρικὴ ἔγνοια.
Κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Οὔννων (451), ἐνῶ ἡ πόλις τῆς Τρουά, ἀφρούρητη καὶ ἀνοχύρωτη, εὑρισκόταν στὸ ἔλεος τῶν ἐπιδρομέων, ὁ Ἅγιος
Ἐπίσκοπος προέτρεψε τὸν πληθυσμὸ νὰ ἀναπέμψη προσευχὲς μὲ συντριβὴ καρδίας, ἐνῶ ὁ ἴδιος διπλασίασε τὶς σκληραγωγίες του. Κατόπιν, ἐνδεδυμένος τὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Κλῆρο του, μετέβη πρὸς συνάντησιν τοῦ Ἀττίλα.
Ἐπέβαλε τὸν σεβασμὸ μὲ τὴν μεγαλοπρέπειά του καὶ ἔκανε τὸν τύραννο νὰ σταματήση τοὺς ἄνδρες του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὁρμήσει ἐπάνω στοὺς ἀνυπεράσπιστους Κληρικούς.
Ὁ Λοῦππος τοῦ εἶπε: «Ἐὰν εἶσαι, ὅπως ἰσχυρίζεσαι, ἡ “μάστιγα τοῦ Θεοῦ”, τιμώρησέ μας ὅσο σοῦ τὸ ἐπιτρέψη τὸ χέρι, τὸ ὁποῖο σὲ ὁδηγεῖ». Τὰ λόγια αὐτὰ ἄγγιξαν τὴν καρδιὰ τοῦ βαρβάρου, ὁ ὁποῖος τοῦ χαρίστηκε τὴν πόλι.
Μετὰ τὴν ἧττα του, ὁ Ἀττίλας πέρασε πάλι ἀπὸ τὴν Τρουὰ καὶ πῆρε μαζί του ὅμηρο τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο μέχρι τὸν Ρῆνο· δὲν ἄργησε ὅμως νὰ τὸν ἀφήση ἐλεύθερο, ἀφοῦ ἐζήτησε τὶς προσευχές του.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του, ὁ Ἅγιος Λοῦππος, ἐπειδὴ κάποιοι τὸν ὑποπτεύονταν, ὅτι συνεργαζόταν μὲ τοὺς Οὔννους, ἀποσύρθηκε γιὰ
δύο ἔτη στὸ ὄρος Λασουά (Lassois), ἑξήντα χιλιόμετρα περίπου ἀπὸ τὴν Τρουά, καὶ κατόπιν στὸ Μακόν (Macon). Ἐκεῖ ἐπετέλεσε θαυματουργικὲς ἰάσεις, οἱ ὁποῖες τὸν ἔκαναν τόσο ὀνομαστό, ὥστε ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἀλαμανῶν ἐλευθέρωσε γιὰ χάρι του τοὺς αἰχμαλώτους, τοὺς ὁποίους κρατοῦσε.
Φθάσας πάλι στὴν Τρουά, ἀνέλαβε τὴν ἀποκατάστασι τῶν ζημιῶν, ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, τὶς ὁποῖες ἡ βαρβαρικὴ ἐπιδρομὴ εἶχε προκαλέσει στὸν πληθυσμὸ τῆς πόλεως καὶ τῆς ὑπαίθρου. Πολλοὶ μαθητές του συναριθμήθηκαν στοὺς πλέον ἐπιφανεῖς Ἐπισκόπους τῶν χρόνων ἐκείνων.
Ὁ Ἅγιος Λοῦππος παρέδωσε ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ τὴν 29η Ἰουλίου 479, μετὰ ἀπὸ ἐπισκοπεία πενήντα δύο ἐτῶν.
Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές, τὶς ὁποῖες τοῦ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Σιδώνιος Ἀπολλινάριος, Ἐπίσκοπος τῆς Κλερμὸν († Μνήμη: 21η Αὐγούστου, † 487), τὸν ἐγκωμιάζει: «Εἶσθε ὁ Πατέρας τῶν Πατέρων, ὁ Ἐπίσκοπος τῶν Ἐπισκόπων, ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος τοῦ καιροῦ μας... Οἱ συνεπίσκοποί Σας, ὅταν συνάζωνται, ὑπακούουν σὲ αὐτό, τὸ ὁποῖο προτείνετε καὶ τρέμουν τὸν ἔλεγχό Σας· ἐνώπιον τῆς σοβαρότητός Σας, ἀκόμη καὶ οἱ ἡλικιωμένοι ἔχουν τὸ αἴσθημα ὅτι εἶναι παιδιά· ἀφοῦ γυμνασθήκατε στὰ σκληρὰ γυμνάσια τῆς πολεμικῆς τέχνης τοῦ Λερίνου καὶ περάσατε ἐννέα πενταετίες στὸν ἀποστολικὸ θρόνο, ἡ πνευματικὴ στρατιὰ τῶν Ἁγίων καὶ τῆς.μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης τάξεως Σᾶς τιμᾶ, ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς πλέον περιωνύμους πνευματικοὺς ταγοὺς αὐτῆς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου