Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ὅσιος Οὐϊλφρίδος, Ἐπίσκοπος Ὑόρκης. Ήμέρα Μνήμης: 24 Ἀπριλίου.

Ὅσιος Οὐϊλφρίδος, Ἐπίσκοπος Ὑόρκης. Ήμέρα Μνήμης: 24 Ἀπριλίου.


῾Ο Ἅγιος Οὐϊλφρίδος (St. Wilfrid), περιβεβλημένος ἤδη ἀπὸ τὴν γέννησί του μὲ τὴν θεία εὔνοια, εἰσῆλθε σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν στὴν ὀνομαστὴ Μονὴ Λίντισφαρν, λίκνο τῶν κελτικῶν παραδόσεων τῆς Νορθουμβρίας, καὶ ἐκίνησε σύντομα τὸν θαυμασμὸ τῶν Ἀδελφῶν γιὰ τὴν αὐστηρότητα, μὲ τὴν ὁποία τηροῦσε τὴν κοινοβιακὴ τάξι καὶ τὸν πόθον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐμελετοῦσε τὰ ἱερὰ βιβλία.

Μερικὰ ἔτη ἀργότερα, μετέβη σὲ προσκύνημα στὴν Ρώμη, ἔχων ὡς συνοδὸν τὸν Ἅγιο Βενέδικτο Μπίσκοπ († Μνήμη: 12η Ἰανουαρίου), μὲ σκοπὸ νὰ μελετήση τὶς ρωμαϊκὲς ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις.

Προσεκύνησε τὰ ἱερὰ σκηνώματα τῆς πόλεως τῶν Ἀποστόλων καὶ κατηχήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιδιάκονο Βονιφάτιο εἰς τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων, εἰς τὰ λειτουργικὰ ἤθη καὶ εἰς τὸν ὑπολογισμὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, τὸν ὁποῖο δὲν ἀπεδέχοντο οἱ Κέλτες τῆς Ἰρλανδίας καὶ τῆς Βρετάννης καὶ ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ Ἅγιος Βενέδικτος. προκαλέση μεγάλες διαμάχες εἰς τὴν νεωστὶ συσταθεῖσα ἀγγλοσαξωνικὴ Ἐκκλησία.

Ἐπεράτωσε τὶς σπουδές του, ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ Πάπα καὶ ἐπῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Παρέμεινε ἐπὶ τρία ἔτη στὸ Λούγδουνο (σημ. Λυών), πλησίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δελφίνου, ὁ ὁποῖος τὸν περιέβαλε μὲ στοργὴ καὶ ἐτελειοποίησε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ Οὐϊλφρίδου εἰς τὴν ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν.

Ὅταν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Ἀγγλίαν (658), τοποθετήθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ρίπον καὶ ἄρχισε νὰ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν λειτουργικῶν ἰδιαιτεροτήτων τῆς κελτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς υἱοθετήσεως τῶν ρωμαϊκῶν ἠθῶν.

Μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Οὐΐτμπυ (664) ὅπου ἐθριάμβευσε ἡ φιλορωμαϊκὴ παράταξις, τοποθετήθηκε εἰς τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Νορθουμβρίας, ὑπὸ τοῦ φίλου αὐτοῦ καὶ πνευματικοῦ τέκνου, Ἄλτσφριντ, υἱοῦ τοῦ Βασιλέως Ὄσγουϊ, ἐπὶ κεφαλῆς Ἡγεμόνος τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς ὁμοσπονδίας. Ἐπέλεξε τότε ὡς ἕδρα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ὄχι πλέον τὸ Λίντισφαρν, ἀλλὰ τὴν Ὑόρκη, ὅπου πάλαι ποτὲ εἶχαν ἐγκατασταθῆ οἱ πρῶτοι Ἱεραπόστολοι σύνοδοι τοῦ Ἁγίου Παυλίνου.

Φοβηθεὶς μήπως προκληθοῦν διαμάχες, ἀρνήθηκε νὰ χειροτονηθῆ στὴν Ἀγγλία καὶ μετέβη εἰς Γαλατία, ὅπου ἐχειροτονήθηκε ὐπὸ τοῦ φίλου αὐτοῦ Ἀγιλβέρτου, Ἐπισκόπου Παρισίων. Ὅταν ὅμως ἐπανέκαμψε στὴν πατρίδα του, διεπίστωσε ἔκπληκτος, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Βασιλέως Ὄσγουϊ εἰς τὰ κελτικὰ ἤθη, ἡ ἐπισκοπικὴ ἕδρα εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Τσὰδ († Μνήμη: 2α Μαρτίου). Γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ κάθε περαιτέρω διένεξις εἰς τὸν Οἶκον τοῦ Θεοῦ, ὁ Οὐϊλφρίδος προετίμησε νὰ ἀποσυρθῆ στὴν ἡσυχία τῆς Μονῆς τοῦ Ρίπον καὶ νὰ ἀφήση εἰς τὸν Κύριον τὴν μέριμνα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.

Συντόμως ὅμως ὁ Βασιλεὺς τῆς Μερκίας, Γοῦλφερ, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιον βοήθεια πρὸς στερέωσι τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν ἐπικράτειά του.

Ὁ Οὐϊλφρίδος ἵδρυσε ἐκεῖ πολλὲς Μονὲς καὶ ἐδίδαξε τὴν ἀληθῆ Πίστι. Κατόπιν ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τοῦ Κέντ, Ἐγβέρτου, νὰ διευθύνη τὴν χηρεύουσα ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῆς Καντερβουρίας. Ἅγιος Τσάδ. Μετὰ τρία ἔτη (669), ὅταν ὁ Θεόδωρος χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας καὶ Προκαθήμενος τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς Ἐκκλησίας († Μνήμη: 19η Σεπτεμβρίου), ἠθέλησε νὰ ἐπανορθώση τὴν ἀδικία, τῆς ὁποίας θύμα ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρίδος καὶ ἔπεισε τὸν Τσὰδ νὰ παραχωρήση εἰς αὐτὸν τὸν θρόνο καὶ νὰ ἀποσυρθῆ στὴν Μονὴν Λάστιγκχαμ. Ὁ Ἅγιος Τσὰδ ὑπήκουσε μετὰ χαρᾶς.

Ὅταν ἀνέλαβε ἐκ νέου τὰ ἡνία τῆς ἐπισκοπικῆς αὐτοῦ περιφερείας, ὁ Οὐϊλφρίδος ἐπέδειξε ἀκαταπόνητο ζῆλο εἰς τὴν ἀνέγερσι Ναῶν καὶ Μονῶν, καθὼς καὶ εἰς τὴν κατήχησι τοῦ λαοῦ, διδάσκων τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές καὶ ἐνδυναμώνων τὴν πίστι τοῦ ποιμνίου του μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν ἰσχὺ τῶν θαυμάτων.

Μετὰ ἀπὸ μερικὰ ἔτη ἀγαστῆς συνεργασίας μεταξὺ τοῦ Ἐπισκόπου Ὑόρκης καὶ τοῦ νέου Βασιλέως τῆς Νορθουμβρίας, Ἔγκφριδ, ἡ Βασίλισσα Ἁγία Ἐθελδρέδα († Μνήμη: 9η Ἰουνίου), ἡ ὁποία εἶχε βοηθήσει τὸν Οὐϊλφρίδο στὴν ἀνέγερσι τῆς μεγαλοπρεποῦς Μονῆς Ἔξχαμ, ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὸν Ἅγιο ἀπετάχθη τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀσπάσθηκε τὸν Μοναχικὸ Βίο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκίνησε τὴν μνησικακία τοῦ Ἔγκφριδ, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ἔβαλε στόχο τὸν ἀφανισμὸν τοῦ Ἁγίου Ἐπισκόπου.

Ἐπωφελούμενος μιᾶς ἀπουσίας τοῦ Ἁγίου Οὐϊλφρίδου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ Βασιλέως, καθαίρεσε τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ὑόρκης καὶ διαμοίρασε τὴν περιφέρειά του σὲ τρεῖς νέες ἐπισκοπικὲς ἕδρες (678). Καθὼς ὁ Οὐϊλφρίδος δὲν εὕρισκε ἀνταπόκρισι καὶ δικαίωσι ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἀγγλοσαξώνωνἡγεμόνων, ἀνεχώρησε γιὰ νὰ μεταβῆ στὴν Ρώμη· τρικυμία ὅμως ἐξέβρασε τὸ πλοῖο του στὶς ἀκτὲς τῆς Φρισίας (σημ. Κάτω Χῶρες).

Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν κατοίκων, προετοιμάσας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Οὐίλλιμπρορντ († Μνήμη: 7η 
Νοεμβρίου) καὶ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν γερμανικῶν φύλων.

Ὅταν ἔφθασε στὴν Ρώμη ἐδικαιώθη, ἀλλὰ διατηρήθηκε ἡ διαίρεσις τῆς Ἐπισκοπῆς του. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Ἀγγλία, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε λάβει μέρος στὴν Σύνοδο, τὴν ὁποίαν συνεκάλεσε ὁ Πάπας Ἅγιος Ἀγάθων († Μνήμη: 20ὴ Φεβρουαρίου) κατὰ τῶν Μονοθελητῶν (680), ὁ Βασιλεὺς τῆς Νορθουμβρίας ἀρνήθηκε νὰ συμμορφωθῆ πρὸς 
τὴν ἀπόφασι τοῦ Πάπα καὶ διέταξε νὰ φυλακισθῆ ὁ Οὐϊλφρίδος.

Ὁ Ἅγιος ἀπελευθερώθηκε μετὰ ἐννέα μῆνες καὶ πῆγε νὰ κηρύξη τὴν χριστιανικὴ πίστι στοὺς Νοτιοσάξωνες, στὸ Σάσσεξ. Τὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτελοῦσε τὴν βάπτισι τῶν ἀρχηγῶν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, τοῦ τελευταίου ποὺ εἶχε μείνει εἰδωλολάτρης, ἔθεσε τέλος μὲ τὴν προσευχή του σὲ μιὰ πολυετῆ ξηρασία ποὺ εἶχε προκαλέσει πολλὰ θύματα. Αὐτὸ συνετέλεσε στὴν μεταστροφὴ μεγάλου τμήματος τοῦ λαοῦ. Ὁ Βασιλεὺς τοῦ χάρισε ἕνα κτῆμα, ὅπου ὁ Ἅγιος ἵδρυσε Μονὴ γιὰ τοὺς Μοναχούς, οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει καὶ γιὰ τοὺς νεοφωτίστους, ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀσπασθοῦν τὸ παράδειγμα τῆς ἀγγελικῆς βιοτῆς του.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Βασιλέως Ἔγκφριδ (686), ὁ ἀδελφός του Ἄλντφριδ ἀποκατέστησε τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ὁλόκληρης τῆς περιφέρειας καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας ἅγιος Θεόδωρος, στὰ τέλη πλέον τοῦ βίου του, συμφιλιώθηκε μαζί του καὶ τοῦ ζήτησε ταπεινὰ συγγνώμη.

Δίχως προσωποληψία, ὁ Οὐϊλφρίδος συνέχισε ἀκλόνητος νὰ ὑπερασπίζεται τὸν θεῖο Νόμο. Οἱ ἀντίπαλοί του, ὡστόσο, κατώρθωσαν νὰ παρακάμψουν τὸν Βασιλέα, καὶ πέντε χρόνια μετὰ τὴν ἀποκατάστασι τοῦ Οὐϊλφρίδου στὸν θρόνο, ἡ ἐπισκοπὴ τῆς Ὑόρκης διαμελίστηκε ἐκ νέου. Γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ὁ Ἐπίσκοπος ἐξωρίστηκε στὴν Μερκία, ὅπου ὁ Βασιλεὺς τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη τὴν ἐπισκοπὴ τοῦ Λίτσφιλντ.

Τὸ 703, ὁ Βασιλεὺς τῆς Νορθουμβρίας καὶ ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας ἀπεφάσισαν νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν ὅλα τὰ ἐπισκοπικὰ καθήκοντα καὶ νὰ διατάξουν τὸν ἐγκλεισμό του στὴν Μονὴ Ρίπον. Ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρίδος ἀπηύθυνε νέα ἔκκλησι στὴν Ρώμη καὶ φθάνοντας στὴν ἠπειρωτικὴ Εὐρώπη περιώδευσε πεζὸς τὴν Φρισία, τὴν Νευστρία, τὴν Αὐστρασία καὶ τὴν Λομβαρδία.

Ὁ Πάπας Ἰωάννης ΣΤ΄ καὶ οἱ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων μελέτησαν διεξοδικὰ τὴν ὑπόθεσι καὶ ἀπεφάνθησαν, ὅτι ποιμένας ὅπως ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρίδος δὲν πρέπει νὰ ἀποχωρισθῆ τὸ ποίμνιό του καὶ διέταξαν τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας νὰ ἀποκαταστήση τὸν Ἅγιο καὶ νὰ καθαιρέση τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ κατεῖχαν τὶς ἕδρες τῆς Ὑόρκης καὶ τοῦ Ἔξχαμ.

Ὅταν ὁ Οὐϊλφρίδος ἐπέστρεψε στὴν Ἀγγλία, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Καντερβουρίας ὑποτάχθηκε στὴν ἀπόφαση τοῦ Πάπα, συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Ἅγιο καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Μερκίας δεσμεύτηκε νὰ σεβασθῆ τὴν ἐξουσία του.

 Ἐν τούτοις, ὁ Βασιλεὺς τῆς Νορθουμβρίας Ἄλντφριδ δήλωσε, ὅτι παραμένει ἀνένδοτος στὴν στάσι του. Λίγο ἀργότερα, ὁ Ἄλντφριδ ἀρρώστησε σοβαρά, καὶ ὁμολογώντας τὸ ἀνόμημά του, διέταξε ὁ διάδοχός του νὰ ἔλθη σὲ καταλλαγὴ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ὑόρκης. Ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Βασιλέως, ὅμως, ὁ διάδοχός του δήλωσε, ὅτι ἂν ὁ Ἅγιος δὲν ἐγκατέλειπε τὴν ἐπικράτεια τῆς Νορθουμβρίας ἐντὸς ἕξι ἡμερῶν, ὅλοι οἱ ὀπαδοί του θὰ ἐθανατώνοντο. Δίκαια ἡ Πρόνοια τιμώρησε τὸν ἀνάξιο αὐτὸν πρίγκιπα, ὁ ὁποῖος ἐκδιώχθηκε μετὰ ἕξι μόνο μῆνες στὸν θρόνο.

Ἔγινε τότε συνέλευσις κοντὰ στὸ Ρίπον καὶ ἀποφασίστηκε νὰ καθιερωθῆ συμμαχία καὶ διαρκὴς εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Βασιλέως, τῶν ἀρχόντων τῆς Νορθουμβρίας καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Οὐϊλφρίδου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀρκεστῆ στὶς δύο κύριες μονές, Ρίπον καὶ Ἔξχαμ· ἡ τελευταία ἀναδείχθηκε σὲ Ἐπισκοπὴ καὶ ἐπὶ μακρὸν κίνησε τὸν θαυμασμὸ ὅλης τῆς Δύσεως ἐξαιτίας τῶν λαμπρῶν κτηρίων της.

Ὅταν, τέλος, ἐπικράτησε εἰρήνη, ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρίδος πέρασε τὰ τέσσερα τελευταῖα χρόνια τοῦ Βίου του στὴν Μονὴ Ἔξχαμ, προετοιμαζόμενος εἰρηνικὰ γιὰ νὰ παρουσιαστῆ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν Κύριο στὶς 24 Ἀπριλίου 709, μετὰ σαράντα τέσσερα ἔτη ταραγμένης ἐπισκοπικῆς θητείας, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε ἀποφασιστικὸ ὁρόσημο γιὰ τὸν χριστιανικὸ βίο καὶ τὴν δημιουργία τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους, ἀποσπώντας το ἀπὸ τὶς κελτικὲς ἰδιαιτερότητες γιὰ νὰ τὸ προετοιμάση γιὰ τὴν παγκόσμια ἀποστολή του, καὶ εἰδικότερα γιὰ 
τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν γερμανικῶν φυλῶν πέραν τοῦ Ρήνου καὶ τοῦ Δουνάβεως.

Ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρίδος ἵδρυσε δεκάδες Μονὲς καὶ ἐπέβαλε τὴν καθολικὴ τήρησι τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου στὴν Ἀγγλία. Ὑπῆρξε ἐπίσης πνευματικὸς πολλῶν ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ποὺ ἐγκατέλειψαν τὴν αὐλὴ τῶν πριγκίπων γιὰ τὴν ἡσυχία τῆς Μονῆς.

Τὸ σκήνωμά του κατατέθηκε ἀρχικὰ στὸ Ρίπον, ὅπου ἐπιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα, καὶ κατόπιν μεταφέρθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Καντερβουρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου