Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Άγιος Ηλίας Διαμαντίδης ο Μυροβλήτης. Ημέρα Μνήμης: 21 Ιουλίου.

Άγιος Ηλίας Διαμαντίδης ο Μυροβλήτης. Ημέρα Μνήμης: 21 Ιουλίου.


Ο πα­τήρ Ἠλί­ας Δια­μα­ντί­δης γεν­νή­θηκε τό 1880 στό χω­ριό Χουρ­μι­κιά­ντο τῶν Σουρμένων τοῦ Πό­ντου, τό ὁποῖο ἀπέ­χει ὀκτώ ὧρες μέ τό καΐκι ἀπό τήν Τραπεζοῦντα.
Οἱ γο­νεῖς του Πα­να­γι­ώ­της καί Ἀ­θη­νᾶ ἦ­ταν φτω­χοί ἀλ­λά μέ φό­βο Θε­οῦ. Ἀ­πέ­κτη­σαν τρί­α παι­διά, τόν  Κων­σταν­τῖ­νο, τόν Γε­ώρ­γιο καί τόν Ἠ­λί­α. Τό 1888 ἀ­φοῦ στε­ρέ­ω­σε τά παι­διά της στήν εὐ­λά­βεια ἐ­κοι­μή­θη ἡ Ἀ­θη­νᾶ.

Ὁ Πανα­γιώτης ξαναπαντρεύ­τη­κε καί πῆρε μιά γυ­ναῖ­κα βάρβα­ρη καί κα­κιά, τήν Καντίνα. Ἡ μητρυιά κακομεταχειριζό­ταν καί βα­σά­νι­ζε τόν μι­κρό Ἠ­λί­α. Μέ δά­κρυ­α διηγεῖτο ἀργότε­ρα πο­λύ ἐμ­πι­στευ­τι­κά σέ μιά ὀρφα­νή τά βά­σα­να τῆς παι­δι­κῆς του ἡλικί­ας, μέ σκοπό νά τήν στηρίξη.

Ἡ μη­τρυιά του τόν κρε­μοῦ­σε ἀ­νά­πο­δα σέ δέν­δρο ἐ­πί μιά ὥ­ρα καί παρακολουθοῦ­σε ἀνάλ­γη­τη τό μαρτύριό του, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος τήν παρακαλοῦ­σε μέ δά­κρυ­α νά τόν λύ­ση. Τόν ξε­γύ­μνω­νε καί μέ ἕ­να μά­τσο τσουκνί­δες τόν χτυ­ποῦ­σε στά ἀπόκρυφα μέ­ρη. Τύ­λι­γε τά γεν­νη­τι­κά του ὄρ­γα­να μέ κλω­στή προξενώντας ἀφό­ρη­τους πό­νους ὄ­χι μό­νο ἀπό τό δέσι­μο ἀλ­λά καί ἀ­πό τήν ἀ­δυ­να­μί­α διούρη­σης. Ἔ­βα­ζε φω­τιά στά ροῦ­χα του καί τό παι­δί ἔ­τρε­χε τρο­μαγ­μέ­νο νά τήν σβή­ση. Ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα τόν ἄ­φη­νε νηστικό, δίνοντάς του μό­νο λί­γο ξε­ρό ψω­μί. (Αὐ­τή ἦταν ἡ ἀ­παρ­χή τῆς μεγάλης του ἐγ­κρά­τειας πού ἐ­τή­ρη­σε σ᾿ ὅλη του τήν ζω­ή). Τόν ἔστελνε σ᾿αὐτήν τήν ἡ­λι­κί­α νά βό­σκη μοσχά­ρια καί τόν ἀ­πει­λοῦ­σε μέ βασανιστήρια, ἄν τά ζῶ­α ἔ­κα­ναν ζη­μιά. Ὅταν ἐ­πέ­στρε­φε τό βρά­δυ τόν ρω­τοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας του ἄν ἔ­φα­γε τί­πο­τε καί ἀ­παν­τοῦ­σε γι᾿αὐτόν ἡ μο­χθη­ρή μη­τρυιά του: «Τόν τάϊσα, τόν τά­ϊ­σα».

Στά πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρια πο­τέ δέν παραπονέ­θη­κε. Ἐ­φάρ­μο­σε τό «ἀ­σχη­μο­σύ­νην μη­τρός σου οὐκ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις». Ἀ­πό ὅ­λα αὐτά πού ὑ­πέ­μει­νε μέ ἀ­μνη­σι­κα­κί­α ἔ­λα­βε ἀπό μι­κρός ὁ Ἠ­λί­ας ἄ­φθο­νη τήν θεί­α Χά­ρι.

Ἀρ­γό­τε­ρα πού ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­τέ­ρας του, ἡ μη­τρυιά του, γη­ρα­σμέ­νη πιά, εἶ­χε τόν φό­βο μή­πως ὁ Ἠ­λί­ας τήν ἐκ­δι­κη­θῆ γιά ὅ­σα τοῦ ἔκα­νε. Ἐ­κεῖ­νος ὅμως τήν κα­θη­σύ­χα­ζε: «Μή φο­βᾶ­σαι μη­τέ­ρα, θά σέ κοι­τά­ξω κα­λά». Ἔμει­νε κα­τά­κοι­τη στό κρεβ­βά­τι καί ὁ Ἠ­λί­ας δέν ἄ­φη­νε κα­νέ­ναν ἄλ­λο νά τήν περιποιῆται. Ὁ ἴδιος μέ πολ­λή ἀ­γά­πη τήν τάϊ­ζε, τήν ἔ­πλε­νε, τῆς προ­σέ­φε­ρε τά πάν­τα. Ἀν­τί τῆς χο­λῆς καί τοῦ ὄ­ξους τῆς ἀνταπέδωσε μάν­να καί ὕ­δωρ. Ἐ­κεί­νη συντετριμ­μέ­νη ἔ­λε­γε καί ξα­νά­λε­γε: «Ἠ­λί­α, πο­λύ σέ τυ­ράν­νη­σα, πολ­λά κα­κά σοῦ ἔ­κα­να, συγ­χώ­ρε­σέ με, παι­δί μου», καί ἐ­κεῖ­νος ἀνεξί­κα­κα τῆς ἔ­λε­γε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, μη­τέ­ρα, εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νη».

Ὁ Ἠ­λί­ας λό­γῳ οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας δέν πῆ­γε στό σχο­λεῖ­ο καί δέν ἔ­μα­θε γράμ­μα­τα. Μέ­χρι τά δε­κα­ε­πτά του ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς ντενεκε­τζῆς στά Πλά­τα­να Τρα­πε­ζοῦν­τος, στόν ξά­δερ­φό του Πέ­τρο Δι­α­μαν­τί­δη.

Τό 1897 ὁ με­γά­λος του ἀ­δελ­φός Κωνσταντῖνος καί ἡ μη­τρυιά του ἐ­πέ­με­ναν νά τόν παν­τρέ­ψουν μέ μιά κο­πέλ­λα τριά­ντα χρό­νων πού ὅμως δέν ἦ­ταν ἀ­πό κα­λή γε­νε­ά γιά τήν πε­ρι­ου­σί­α της. Ὁ Ἠ­λί­ας δέν ἤ­θε­λε γι᾽ αὐτό τή νύ­χτα τοῦ γά­μου ἔ­φυ­γε καί μέ­σα ἀπό τά βου­νά Χο­τσε­ράν­το ἔ­φτα­σε στό χωριό Κα­ρα­κατ­ζή. Πῆ­γε στούς γο­νεῖς μιᾶς φτω­χῆς νέ­ας, τῆς Σω­τή­ρας, τήν ὁ­ποί­α συμπα­θοῦ­σε καί ἤ­θε­λε γιά γυ­ναῖ­κα του. Μέ τήν εὐ­χή τῶν γο­νέ­ων της, Κων­σταν­τί­νου καί Ἑ­λέ­νης, νυμφεύ­φθη­κε τήν δεκαεπτάχρονη Σω­τή­ρα Γερον­τί­δου.

Ἔζη­σε μέ τήν γυ­ναῖ­κα του στήν ἀρ­χή πο­λύ φτω­χι­κά. Δού­λευε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος στόν φοῦρνο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Χατ­ζη­λιά. Ὁ Παναγι­ώ­της εἶ­δε τόν Ἠ­λί­α πού δού­λευ­ε τίμια καί φι­λό­τι­μα καί τοῦ ἔ­δω­σε τόν φοῦρνο του. Ἀλλά καί ὁ Θε­ός τόν εὐ­λο­γοῦ­σε καί κέρ­δι­ζε πολ­λά. Τό­τε ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να μεγάλο σπί­τι στό Κα­ρα­κατ­ζή στό Χά­νι. Τό σπί­τι του ἔ­γι­νε παν­δο­χεῖ­ο γιά ξέ­νους καί φτω­χούς. Βο­η­θοῦ­σε κρυ­φά τούς πεινασμένους. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τουρ­κά­λες γιά νά κρύ­βε­ται ὁ ἴ­διος, νά νο­μί­ζουν ὅ­τι Τοῦρ­κοι κά­νουν τίς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Τίς πλήρω­νε καί με­τέ­φε­ραν τή νύ­χτα τρό­φι­μα σέ σπί­τια πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη. Ἔ­δι­νε αὐ­στη­ρή ἐν­το­λή νά μήν τόν μαρ­τυ­ρή­σουν. Σέ μιά χήρα μέ τέσ­σε­ρα μω­ρά ἔ­στελ­νε μέ μιά τουρκά­λα ἀ­λεύ­ρι καί κα­θό­ταν ἡ τουρ­κά­λα καί βο­η­θοῦ­σε τήν χή­ρα στό ζύ­μω­μα.

Ὁ Ἠ­λί­ας μέ τήν Σω­τή­ρα ἀ­πέ­κτη­σαν ἕ­ξι κορίτσια. Τήν Ἀ­γά­πη, ἡ ὁ­ποί­α παν­τρεύ­τη­κε καί με­τά τήν χη­ρεί­α της ἔ­γι­νε μο­να­χή μέ τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α στήν Κού­μα τοῦ Σο­χούμ, τήν Βα­σι­λι­κή, τήν Ἑ­λέ­νη, τήν Καλ­λι­ό­πη (Κά­λλη), τήν Ἀ­θη­νᾶ καί τήν Ὄλ­γα.

Ὁ Ἠ­λί­ας ἦ­ταν προ­κομ­μέ­νος καί ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τόν Θε­ό. Στε­νο­χω­ριό­ταν ὅμως πού δέν ἤ­ξε­ρε γράμ­μα­τα. Φά­νη­κε λοι­πόν κά­πο­τε στόν ὕ­πνο του Ἄγ­γε­λος καί ἄρ­χι­σε νά τοῦ μα­θαί­νη γράμ­μα­τα, ψαλ­τι­κή καί ἁγιογραφία. Κά­θε βρά­δυ τόν ἔ­βλε­πε στόν ὕπνο του καί συ­νέ­χι­ζε τό μά­θη­μά του, μέ­χρι πού ἔ­μα­θε ὁ Ἠ­λί­ας νά δι­α­βά­ζη, νά γρά­φη κα­λά, νά ψέλ­νη καί νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ. Τίς Κυρια­κές ἔ­ψελ­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ στό χω­ριό Τσί­τα τῶν Σουρ­μέ­νων. Ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά καλ­λί­φω­νος καί ἔ­ψελ­νε μέ εὐ­λά­βεια, ὅ­πως εἶ­χε δι­δα­χθῆ ἀ­πό τόν Ἄγγελο. Ἔ­χον­τας ἀ­γά­πη καί ἔ­φε­ση γιά τήν προ­σευ­χή ξυ­πνοῦ­σε πάν­τα νω­ρίς γιά νά προ­σεύ­χε­ται.

Τό 1918 ἡ ζω­ή τους, ὅ­πως καί ὅ­λων τῶν Ἑλλή­νων τοῦ Πόν­του, ἔ­γι­νε ἀ­φό­ρη­τη ἀ­πό τίς βι­αι­ό­τη­τες τῶν Τούρ­κων. Ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των, τήν ὥ­ρα τοῦ ἁ­για­σμοῦ οἱ Τοῦρ­κοι πε­ρι­κύ­κλω­σαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ. Ὁ στρα­τός τῶν Ἀρ­με­νί­ων ὅ­μως τούς διεσκόρπι­σε. Ἔ­τσι ξε­κί­νη­σαν τήν ἴ­δια μέ­ρα πολ­λές οἰ­κο­γέ­νει­ες νά φύ­γουν γιά τήν Ρωσσί­α. Με­τα­ξύ αὐ­τῶν καί ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Ἠλί­α. Ὁ ἴ­διος ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ­δοι­πο­ρών τας ἐ­πί δε­κα­πέν­τε ἡ­μέ­ρες μέ­σα στά χι­ό­νια.

Στό Βα­τούμ στό χω­ριό Μαχ­μου­τί­α ἦ­ταν ἐγκα­τε­στη­μέ­νη ἡ κό­ρη του Ἀ­γά­πη μέ τόν σύ­ζυ­γό της Ἀ­βρα­άμ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν πο­λύ πλού­σιος. Ἀ­γό­ρα­σε γιά τόν πε­θε­ρό του Ἠ­λί­α μιά με­γά­λη ἔ­κτα­ση στό βου­νό καί ἐ­κεῖ ὁ Ἠλί­ας ἔχτι­σε μό­νος του τό σπί­τι του. Ἐξακολου­θοῦ­σε νά ἀ­σκῆ τό ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ φούρ­να­ρη ἀλ­λά καί νά βο­η­θᾶ τούς φτω­χούς. Ἀ­νάγ­κα­ζε τούς ξέ­νους νά ἔρ­θουν νά φιλοξενη­θοῦν στό σπί­τι του. Ἔ­στελ­νε τήν κό­ρη του Κάλ­λη στά σταυ­ρο­δρό­μια μέ τήν δι­εύ­θυν­σή του γραμ­μέ­νη στό χαρ­τί νά τήν δί­νη στούς ξέ­νους καί νά τούς προ­σκα­λῆ γιά φι­λο­ξε­νία. Ἔ­κλαι­γε ἀ­πό χα­ρά ὅ­ταν τόν ἐπισκέ­πτο­νταν ζη­τιᾶ­νοι, πρό­σφυ­γες καί φτω­χοί. Κάθε βράδυ εἶχε πέντε – δέκα ἄτομα. Ἔ­βα­ζε τά παι­διά του νά τούς ξεψειρίσουν, νά τούς πλύ­νουν τά πό­δια, τά ροῦ­χα τους καί με­τά τούς ὡδη­γοῦ­σαν στό με­γά­λο δω­μά­τιο, τό «μου­σα­φίρ–ὀν­τά», πού τό εἶ­χε εἰ­δι­κά γιά τήν φι­λο­ξε­νί­α τῶν πτωχῶν. Ὁ ἴ­διος τούς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε καί τούς τά­ϊ­ζε μέ­χρι νά χορ­τά­σουν. «Φᾶ­τε, πι­έ­τε, μήν ντρέ­πε­στε», ἔ­λε­γε. Ὁ ἴ­διος ἔ­τρω­γε τελευταῖος. Εἶ­χε ξε­χω­ρι­στό δω­μά­τιο γιά τούς ἀρ­ρώ­στους.

Κά­πο­τε φι­λο­ξέ­νη­σε γιά χρό­νια δυ­ό ἀ­δέλ­φια μο­να­χούς, τόν Πα­χώ­μιο καί τόν Ἰ­ω­άν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν ντυ­μέ­νοι μέ κο­σμι­κά ροῦ­χα γιά τόν φό­βο τῶν ἀ­θέ­ων κομ­μου­νι­στῶν καί ἀσκή­τευ­αν σέ βρά­χο τοῦ Σο­χούμ. Ἀ­πό αὐτούς ὁ Ἰ­ω­άν­νης κοι­μή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα στόν Πό­ντο καί ὁ Πα­χώ­μι­ος στό Ἅ­γιον Ὄρος.

Ἡ κα­λή του σύ­ζυ­γος τόν βο­η­θοῦ­σε στήν φιλο­ξε­νί­α καί τόν συ­να­γω­νι­ζό­ταν στήν ἐλεη­μο­σύ­νη. Ρω­τοῦ­σαν νά μά­θουν ποι­ός ἔχει ἀ­νάγ­κη καί τή νύ­χτα ἔ­στελ­ναν τσουβάλια ἀ­λεύ­ρι, τυ­ριά, φροῦ­τα σέ χῆ­ρες καί ὀρ­φα­νά, σέ φυ­λα­κές καί ἱ­δρύ­μα­τα.

Μιά νύ­χτα, ἡ ὀρ­φα­νή Αὐ­γού­λα πού τήν μεγά­λω­ναν στό σπί­τι τους, εἶ­δε τήν Σω­τή­ρα νά βγαί­νη κρυ­φά ἀ­πό τό σπί­τι καί τήν ρώτησε ποῦ πά­ει τέ­τοια ὥ­ρα. «Ἡ­σύ­χα­σε», τῆς εἶ­πε, «πά­ω ν᾿ ἀρ­μέ­ξω τίς ἀ­γε­λά­δες». «Τέτοι­α ὥ­ρα;», ρώ­τη­σε πά­λι ἡ Αὐ­γού­λα. «Θά πά­ω τό γά­λα στίς φυ­λα­κές».

Ἐ­κτός ἀ­πό τήν Αὐ­γή με­γά­λω­σε καί πάν­τρε­ψε καί ἄλ­λο ὀρ­φα­νό κο­ρι­τσά­κι, τήν Ἐλπινίκη.

Μιά νύ­χτα ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­δε στόν ὕ­πνο του τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ πα­ρήγ­γει­λε νά κτί­ση κο­ντά στό σπί­τι του Ἐκ­κλη­σί­α στό ὄνο­μά του. Τοῦ ὑπέ­δει­ξε μά­λι­στα καί τό σημεῖ­ο πού θά κρε­μοῦ­σε τήν εἰ­κό­να του καθώς καί τίς ἄλ­λες εἰ­κό­νες, ἐνῶ τοῦ ὑποσχέ­θη­κε ὅ­τι θά τόν βο­η­θοῦ­σε καί θά ἐνερ­γοῦ­σε θαύ­μα­τα.


Κά­ποια ἡμέ­ρα πού ὁ Ἠλίας ἔσκα­βε στό κτῆμα του σφη­νώ­θη­κε ὁ κα­σμᾶς καί δέν ἔβγαι­νε. Ἔσκα­ψε γύ­ρω του μέ κο­πί­δι καί σφυ­ρί καί τό­τε βρῆ­κε τοῖ­χο Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔσκα­ψε μέ προ­σο­χή. Ἀμέ­σως φά­νη­καν οἱ τρεῖς πλευ­ρές τοῦ να­οῦ καί στόν τοῖ­χο μιά τοι­χο­γρα­φία τοῦ ἁγί­ου Γε­ωρ­γί­ου πού διετηρεῖ­το καλά.

Ἔ­φτια­ξε τήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ σα­νί­δια καί τήν σκέ­πα­σε μέ χορ­τά­ρια. Ἀπ­᾿ἔ­ξω ἔ­μοια­ζε μέ ἀχυ­ρῶ­να, ὥστε νά μήν δί­νη ὑ­πο­ψί­α στούς κομ­μου­νι­στές. Ζω­γρά­φι­σε μό­νος του τίς εἰκό­νες καί τίς το­πο­θέ­τη­σε ὅ­πως ἤ­θε­λε ὁ ἅγιος Γε­ώρ­γιος. Ἡ κό­ρη του Ἀ­γά­πη πού ἦταν κρυ­φή μο­να­χή πε­ρι­ε­ποι­εῖ­το τήν Ἐκκλη­σία. Ὁ Ἠλί­ας τῆς πα­ρήγ­γει­λε νά κρατᾶ ἀ­κοί­μη­το τό καν­τή­λι τοῦ ἁ­γί­ου Γεωργί­ου. Ὅταν πή­γαι­νε νά σβή­ση, αὐ­τή ἄκου­γε ἕναν ἦχο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό καί τό­τε πή­γαι­νε νά προ­σθέ­ση λά­δι καί νά κα­θα­ρί­ση τό φυ­τί­λι του. Αἰ­σθά­νο­νταν μέ διά­φο­ρους τρό­πους τήν πα­ρου­σί­α τοῦ ἁγί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Ὅταν ἐρ­χό­ταν ὁ Ἅ­γιος ἄκου­γαν πο­δο­βο­λη­τό καί ἔ­βλε­παν τά πα­τή­μα­τα τοῦ ἀ­λό­γου του στόν χω­μά­τι­νο δρό­μο.

Ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ καί τό παράδειγμά του πα­ρα­κι­νοῦ­σε καί τούς ἄλλους. Ξυ­πνοῦ­σε στίς 3 τή νύ­χτα καί μέ­χρι τό πρωΐ προ­σευ­χό­ταν. Βί­α­ζε τόν ἑαυ­τό του πο­λύ στήν προ­σευ­χή. Ἔ­κα­νε κομ­πο­σχοί­νι καί ἔ­τρε­χαν τά δά­κρυ­ά του συ­νέ­χεια. Ἄν κάπο­τε δέν ξυ­πνοῦ­σε, τόν σκουν­τοῦ­σε ὁ ἅγιος Γε­ώρ­γιος λέ­γο­ντας: «Σή­κω, ἡ ὥ­ρα πέρα­σε». Ὁ ἴ­διος ξυ­πνοῦ­σε καί τήν οἰκογένειά του γιά νά προ­σευ­χη­θοῦν ἐνῶ τήν ὀρ­φα­νή Αὐ­γού­λα τήν ξυ­πνοῦ­σε στίς 3.30' μέ πρα­εῖ­α φω­νή.

Πῆ­γε στόν ἱε­ρέα τῆς πε­ριο­χῆς ὁ Ἠλί­ας καί τοῦ ἀνέ­φε­ρε γιά τήν Ἐκ­κλη­σία πού ἀνακάλυ­ψε. Ἐκεῖ­νος ἦταν γέ­ρος καί γιά τόν φό­βο τῶν ἀθέ­ων κομ­μου­νι­στῶν δέν φοροῦσε ρά­σα. Πα­ρα­κί­νη­σε τόν Ἠλία νά χει­ρο­το­νη­θῆ ἱε­ρέ­ας γιά νά μπο­ρῆ νά βαπτίζη καί νά κοι­νω­νᾶ τούς χρι­στια­νούς. Δέ­χθη­κε καί χει­ρο­το­νή­θηκε ἱε­ρέ­ας ἀ­πό τόν ἐ­πί­σκο­πο τοῦ Βα­τούμ. Φο­ροῦ­σε μιά ἱερατική στο­λή πού εἶ­χε κλη­ρο­νο­μή­σει ἀ­πό ἕ­να θεῖο του ἱ­ε­ρέ­α, τόν πα­πα–Γιώρ­γη, καί λει­τουρ­γοῦ­σε κρυ­φά στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁγί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί σ᾿ ἄλ­λα ἐ­ρη­μοκ­κλή­σια.

Ὅ­ταν οἱ πι­στοί τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἔ­μα­θαν ὅ­τι ὑπάρ­χει ἱ­ε­ρέ­ας στό χω­ριό, πή­γαι­ναν γιά νά λει­τουρ­γη­θοῦν τή νύ­χτα στό Ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Οἱ Τοῦρ­κοι τῆς πε­ρι­ο­χῆς τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν καί τό κα­τέ­δω­σαν στήν Ἀστυ­νο­μί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­κα­νε ἐ­φό­δους. Ὅμως ὁ πα­τήρ πάν­τα εἰ­δο­ποι­εῖ­το ἔγ­και­ρα ἀπό καλούς ἀν­θρώ­πους καί πρίν ἔρ­θη ἡ Ἀστυνομία, σκορ­πί­ζον­ταν καί ἔ­κα­ναν ὅ­τι μα­ζεύ­ουν ξύ­λα ἤ ὅ­τι ἀ­πα­σχο­λοῦν­ται μέ κάποι­α ἄλ­λη ἐρ­γα­σί­α. Ὁ π. Ἠ­λί­ας δή­λω­νε εὐθαρ­σῶς ὅ­τι ἦ­ταν χρι­στια­νός, καί οἱ ἄνθρω­ποι ἔ­λε­γαν στήν Ἀ­στυ­νο­μί­α ὅ­τι ἦ­ταν ἐρ­γά­τες του. Σέ κά­θε ἔ­φο­δο τῶν ἀστυνομικῶν τόν συ­νε­λάμ­βα­ναν, τόν ἀνέκρι­ναν, τόν ἔ­κλει­ναν στήν φυ­λα­κή, τόν χτυ­ποῦ­σαν καί τόν ἄ­φη­ναν νη­στι­κό. Ὑπέ­στη πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρια χω­ρίς νά λυ­γί­ση, ὅμως πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρός ὁ­μο­λο­γη­τής. Ὅ­ταν ἔβγαι­νε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, ἐ­νῶ ἀ­κό­μη πονοῦσε ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια, πή­γαι­νε κρυ­φά κά­θε νύ­χτα στό Ἐκ­κλη­σά­κι του καί μέ τούς πι­στούς τε­λοῦ­σαν τήν θεί­α Λειτουργί­α.

Ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κός καί λι­το­δί­αι­τος. Συ­νή­θως τό φα­γη­τό του ἦ­ταν λί­γο ρυ­ζά­κι νε­ρου­λό ἤ λί­γα κα­ρύ­δια ἤ λί­γο λά­χα­νο βρα­στό. Στά τέλη του ἔ­πι­νε τσά­ϊ μέ πα­ξι­μά­δι. Κρα­τοῦ­σε τά τρι­ή­με­ρα καί τό βρά­δυ ἔ­τρω­γε μό­νο τρί­α φουν­τού­κια. Νή­στευ­ε μέ ζῆ­λο τίς Σαρακοστές. Συ­χνά πά­θαι­νε γα­στρορ­ρα­γί­ες καί ἦ­ταν πο­λύ ἀ­δύ­να­τος. Συ­νή­θι­σε καί τά παι­διά του ἀ­πό μι­κρά στή νη­στεί­α.

Τήν ἡ­μέ­ρα ἐρ­γα­ζό­ταν στό κτῆ­μα του. Καλλιερ­γοῦ­σε λα­χα­νι­κά καί πολ­λῶν εἰ­δῶν καρ­πο­φό­ρα δέν­δρα, ἀκό­μη καί τσά­για.

Ὁ πατήρ εἶ­χε ὡς εὐ­λο­γί­α τό δε­ξί χέ­ρι τοῦ πα­πα–Γιά­ννη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη πού ἁ­γί­α­σε [(Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης εἶ­ναι ἀνα­γνω­ρι­σμέ­νος Ἅ­γιος ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καί κα­τα­χω­ρημέ­νος στά βι­βλί­α τῶν το­πι­κῶν ἁ­γι­ο­λο­γί­ων τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Ἡ μνή­μη του τι­μᾶ­ται στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου
(κοίμηση) καί στίς 7 Ὀ­κτω­βρί­ου (ἀνακομιδή)]. Ἐ­πί­σης μιά ἡ­γου­μέ­νη ἀ­πό τό Σο­χούμ τοῦ χά­ρι­σε τήν καρ­διά καί τό δακτυλά­κι μιᾶς παι­δού­λας, ὀ­νό­μα­τι Μα­ρί­ας, πού δι­α­τη­ρή­θη­καν ἄ­φθαρ­τα με­τά τήν ἐκταφή της. Τό κο­ρι­τσά­κι αὐ­τό κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Σάν­τα τοῦ Πόν­του. Οἱ γο­νεῖς της ἦταν πάμ­πλου­τοι ἀλ­λά ὑπερ­βο­λι­κά φιλάργυ­ροι καί ἄ­σπλα­χνοι. Ὅταν ἐκοι­μή­θη ἡ μη­τέ­ρα της ἡ μη­τρυιά ἐβα­σά­νι­ζε τή Μα­ρία καί τήν ἄφηνε νη­στι­κή. Αὐ­τή μοί­ρα­ζε κρυ­φά τίς νύχτες σέ φτω­χούς καί ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες γυναῖκες πολ­λά ὑλι­κά ἀ­γα­θά. Ἔδι­νε ἀκό­μη καί τό λι­γο­στό ψω­μά­κι της σέ πει­να­σμέ­νους καί αὐ­τή ἔμε­νε νη­στι­κή. Ἐ­κοι­μή­θη σέ ἡλι­κί­α δώ­δε­κα χρό­νων καί στήν ἐκτα­φή της βρέθηκαν ἄφθαρ­τα τό δε­ξί της χέ­ρι καί ἡ καρ­διά της μέ­σα σέ μύ­ρο. Ἔ­βλε­παν πρίν στόν τά­φο της κά­θε νύ­χτα ἕ­να φῶς πού ἀνεβο­κα­τέ­βαι­νε τρεῖς φο­ρές, καί αὐ­τό τούς πα­ρα­κί­νη­σε νά κά­νουν ἀ­να­κο­μι­δή ὅπου βρέ­θη­κε ὁ τά­φος της νά εὐ­ω­διά­ζη γε­μᾶ­τος μύ­ρο.

Ὅ­πως  ὑ­πο­σχέ­θη­κε  ὁ  ἅ­γιος  Γε­ώρ­γιος, ἔδωσε στόν πα­πα–Ἠ­λί­α τό χά­ρι­σμα νά θεραπεύ­η ἀ­σθε­νεῖς. Τούς δι­ά­βα­ζε τό Εὐαγγέ­λιο, τούς σταύ­ρω­νε καί τούς ἔ­δι­νε νά ἀ­σπα­σθοῦν τά λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ νέ­ου ἐλε­ή­μο­νος καί τῆς Μα­ρί­ας.

Σταύ­ρω­νε ἀ­κό­μη καί Τούρ­κους καί Ἀρμενίους οἱ ὁποῖ­οι θε­ρα­πεύ­ον­ταν. Γιά κάποι­ον εἶ­πε ὅ­τι θά ἔλ­θει ἀ­πό μα­κρυ­ά ἀλ­λά δέν θά γί­νει κα­λά, για­τί δέν ἔρ­χε­ται μέ πίστη. Ἔ­τσι τοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος καί ἔτσι ἔ­γι­νε.

Ἕ­να ὀρ­φα­νό παι­δί, ὁ Κώ­στας ἀ­πό τήν Κριμαία, ἔ­πα­σχε ἀ­πό ἐ­πι­λη­ψί­α. Τόν θεράπευ­σε ὁ π. Ἠ­λί­ας καί ἡ κό­ρη του, ἡ Ἀγάπη, τόν στε­φά­νω­σε.

Μιά μέ­ρα ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος τοῦ ἔ­δει­ξε στό βου­νό ἕ­να λου­λού­δι πού ἔ­μοια­ζε μέ μαργαρί­τα. Εἶ­χε δυό­ χρώ­μα­τα, ἄ­σπρο καί κίτρι­νο. Τοῦ εἶ­πε νά τά βρά­ζη ξε­χω­ρι­στά. Τά ἄ­σπρα ἀ­φοῦ τά βρά­σει, νά τά δί­νη στούς ἀτέ­κνους ἄν­δρες καί τό ζου­μί ἀ­πό τά κίτρινα στίς γυ­ναῖ­κες. Ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε μήπως εἶναι ἀ­πό τόν πει­ρα­σμό γιά νά φαρμα­κώ­ση τούς ἀν­θρώ­πους, ἔ­βρα­σε, ἤ­πι­ε πρῶ­τα ὁ ἴδιος καί, ἀ­φοῦ εἶ­δε ὅ­τι δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε τό ἔ­δι­νε καί στούς ἀ­τέ­κνους καί τεκνοποιοῦσαν. Ὁ ἴ­διος βά­πτι­ζε τά παι­διά τους.

Ἡ ἐγ­γο­νή τοῦ π. Ἠλία Μα­ρία, κόρη τῆς Κάλλης, πού ζεῖ ἀκό­μη, θυ­μᾶ­ται τό ἑξῆς περι­στα­τι­κό: «Κά­ποια ἡμέ­ρα ἤμα­σταν ἔξω στό κτῆ­μα καί σκα­λί­ζα­με. Ξαφ­νι­κά ἀκούστηκε ἀπό τόν δρό­μο θό­ρυ­βος καί γαύγι­ζαν τά σκυ­λιά. Ἐμεῖς δέν βλέ­πα­με γιατί πα­ρεμ­βαλ­λόταν τό δά­σος. Ὁ παπ­ποῦς (π. Ἠλί­ας) μο­νο­λο­γοῦ­σε: “Κά­τι γί­νε­ται”. Μᾶς εἶ­πε νά μποῦ­με μέ­σα στό σπί­τι καί αὐ­τός κάθη­σε ἔξω. Με­τά ἀπό λί­γο φά­νη­καν δύο κα­βαλ­λά­ρη­δες ἀγα­να­κτι­σμέ­νοι καί ρωτοῦσαν: “Ποιός ἦταν αὐ­τός μέ τό ἄσπρο ἄλο­γο πού μᾶς ἐμπό­δι­ζε τό­ση ὥρα νά ἔρθουμε; Ποῦ εἶ­ναι νά τόν σκο­τώ­σου­με;”. Ὁ παπ­ποῦς τούς εἶ­πε νά κα­θή­σουν νά ξεκουρα­στοῦν καί τούς κέ­ρα­σε. Ὕστε­ρα τούς ρώ­τη­σε ἄν τόν δοῦν θά τόν γνω­ρί­σουν καί εἶ­παν “ναί”. Τό­τε τούς ἔφε­ρε τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁγί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί αὐ­τοί ἔκ­πλη­κτοι ἀνα­γνώ­ρι­σαν τόν κα­βαλ­λά­ρη πού τούς ἐμπό­δι­ζε. Συγ­κλο­νί­στη­καν καί βα­πτί­στη­καν καί οἱ δύο χρι­στια­νοί».


Διακρίνονται ἀπό ἀριστερά: ὄρθιος ὁ πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης, κάτω ἡ θετή κόρη Ἐλπινίκη, ἡ σύζυγος Σωτήρα, ἡ θυγατέρα Ἀγάπη Παρασκευοπούλου (μοναχή Μαρία), Κώστας Κυριακίδης, πίσω του ἡ ἀδελφή του Δέσποινα, ἡ θυγατέρα του Κάλλη Κυριακίδου καί ἡ κόρη της Μαρία Πιλιτσίδου.

Ἕνας Τοῦρ­κος, ὀνό­μα­τι Χου­σε­ΐν, ζοῦ­σε στό σπί­τι τῆς κό­ρης του στήν Μαχ­μου­τί­α. Δί­πλα τους ἔ­με­νε ἕ­νας Δι­οι­κη­τής Ἀ­στυ­νο­μί­ας πού ἡ γυ­ναῖ­κα του ἦ­ταν τρελ­λή καί τήν ἔ­δε­ναν μέ ἁ­λυ­σί­δες. Ὁ Χου­σε­ΐν τόν λυ­πή­θη­κε καί τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­νας Ἕλ­λη­νας πού μπορεῖ νά θε­ρα­πεύ­ση τήν γυ­ναῖ­κα του. Ἀμέσως ζή­τη­σε νά τόν φέ­ρη στό σπί­τι του. Ὁ π. Ἠ­λί­ας εἶ­πε νά φέ­ρουν τήν ἄρ­ρω­στη στό σπί­τι τῆς κό­ρης τοῦ Χου­σε­ΐν. Ἐ­κεῖ ἐπί δώδεκα ἡ­μέ­ρες τήν δι­ά­βα­ζε, τήν σταύ­ρω­νε καί με­τά ἔ­γι­νε κα­λά καί ἦρ­θε στά λο­γι­κά της. Ἀ­πό τό­τε ἡ Ἀ­στυ­νο­μί­α δέν τόν ξαναενόχλη­σε. Ὁ Δι­οι­κη­τής ἔ­γι­νε κρυ­φά χρι­στια­νός καί ὁ π. Ἠ­λί­ας βά­πτι­σε ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά του.

Τρεῖς Τοῦρ­κοι πού ζοῦ­σαν στήν Ρωσ­σί­α ἔμαθαν ὅ­τι ὁ πατήρ κά­νει θαύ­μα­τα καί ἀποφά­σι­σαν νά τόν σκο­τώ­σουν ἤ νά τόν ἀπα­γά­γουν καί νά σφρα­γί­σουν τήν Ἐκκλησί­α. Πη­γαί­νον­τας μέ τ᾿ ἄ­λο­γά τους τή νύ­χτα, ἕ­νας κα­βαλ­λά­ρης μέ ἄ­σπρο ἄ­λο­γο τούς ἔ­κο­βε τόν δρό­μο. Τ' ἄ­λο­γά τους φοβήθη­καν καί γύ­ρι­σαν πί­σω. Ἦταν ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος πού τούς ἔ­δι­ω­ξε. Με­τα­νοι­ω­μέ­νοι δι­η­γή­θη­καν τό πά­θη­μά τους στόν π. Ἠ­λί­α ζη­τώ­ντας συγ­χώ­ρη­ση.

Τό ἰα­μα­τι­κό χά­ρι­σμα τοῦ πατρός ἔ­γι­νε γνωστό παν­τοῦ. Ἔρ­χον­ταν ἀ­πό πο­λύ μακρυά Ἀρ­μέ­νιοι, Ρῶσ­σοι, Γε­ωρ­για­νοί, ἀκόμη καί Τοῦρ­κοι γιά νά θε­ρα­πευ­θοῦν. Ὁ παπα–Ἠ­λί­ας κοιτά­ζο­ντάς τους προ­σε­κτι­κά προ­γνώ­ρι­ζε ἄν θά γί­νουν κα­λά.

Καταλάβαινε ποιοί θά θε­ρα­πεύ­ον­ταν καί τούς τό ἔ­λε­γε. Με­τά τούς δι­ά­βα­ζε. Ὅταν ὅμως “ἔ­βλε­πε” ὅτι δέν θά γί­νον­ταν κα­λά, τούς ἔ­λε­γε νά φύ­γουν.

Ὁ γυι­ός ἑ­νός ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ τοῦ στρα­τοῦ ἀρρώ­στη­σε βα­ριά. Οἱ για­τροί στό Λένιγκραντ καί στήν Μό­σχα τόν ἀπογοήτευσαν. Ἄ­κου­σε γιά τόν πα­πα–Ἠ­λί­α καί ἔ­φε­ρε τόν γυι­ό του στήν Μαχ­μου­τί­α. Ὁ πα­τήρ τόν κρά­τη­σε λέ­γον­τας στόν πα­τέ­ρα: «Ἐ­σύ πή­γαι­νε στό σπί­τι σου ἥ­συ­χος. Ὁ γυι­ός σου θά μεί­νει τρεῖς βδο­μά­δες ἐ­δῶ. Ἄν θέ­λης, νἄρ­χε­σαι νά τόν βλέ­πης». Κά­θε φο­ρά πού ἐρ­χό­ταν τόν ἔ­βλε­πε κα­λύ­τε­ρα μέ­χρι πού θερα­πεύ­θη­κε τε­λεί­ως.

Ἐ­κτός ἀ­πό τά πολ­λά θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε προ­έ­λε­γε γε­γο­νό­τα πού ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ταν, για­τί εἶ­χε τό προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα. Εἶ­πε στήν ὀρ­φα­νή Αὐ­γού­λα κά­πο­τε: «Κο­ρί­τσι μου, Αὐγή, αὐ­τόν τόν δρό­μο πού βα­δί­ζεις σ᾿αὐτόν θά μεί­νεις καί θά βγεῖς στό τέ­λος κα­θα­ρή. Θά πᾶς στόν οὐ­ρα­νό Χρι­στοῦ νύμφη. Ρώ­τη­σα τόν Άη–Νι­κό­λα καί μοῦ εἶ­πε πώς ἡ Αὐ­γή θά πά­ει Χρι­στοῦ νύμ­φη ἐ­πά­νω. Ἐ­σύ δέν θά παν­τρευ­τεῖς». Πολ­λοί τήν ζήτησαν νά τήν παν­τρευ­τοῦν. Ἔγι­νε ὅμως ὅπως προ­έ­βλε­ψε ὁ π. Ἠλί­ας.

Ὅ,τι εἶχε ὁ ἄλλος στήν καρδιά του τό γνώριζε καί πολλές φορές τό ἔλεγε. Ξεκινοῦσαν νά ᾿ρθοῦν στήν Ρωσσία μερικοί ἀπό τόν Πόντο καί αὐτός τό γνώριζε. Ξεκίνησαν κάποτε τρεῖς Ἕλληνες ἀπό τό χωριό Ἀχαλσενί γιά νά τόν ἐπισκεφθοῦν. Ἔχασαν τόν δρόμο καί νυχτώθηκαν στήν ὕπαιθρο. Ὁ π.Ἠλίας ἀνέφερε γιά τούς τρεῖς πού χάθηκαν καί μόλις ἔφθασαν τούς εἶπε: «Καλά εὐλογημένοι, πῶς χάσατε τόν δρόμο καί ταλαιπωρηθήκατε;».

Ἔ­λε­γε με­ρι­κές φο­ρές: «Σή­με­ρα θά ἔλ­θουν οἱ τά­δε, πι­στεύ­ουν καί θά γί­νουν κα­λά», ἤ «αὐτός πού ἔρ­χε­ται δέν πι­στεύ­ει­ καί δέν θά γί­νει κα­λά», καί γι­νό­ταν ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ π. Ἠλί­ας. Ἄλ­λο­τε ἔ­βλε­πε μέ τό χά­ρι­σμά του κάποι­ον πού ἐρ­χό­ταν νά τόν δῆ καί ­εἶ­χε χαθῆ στό δά­σος. Τό­τε ἔ­στελ­νε ἕνα γνω­στό του στό ση­μεῖ­ο πού βρι­σκό­ταν ὁ χα­μέ­νος, τόν εὕ­ρι­σκε καί τόν ἔ­φερ­νε κο­ντά του. Εἶ­πε κά­πο­τε: «Ἔρ­χε­ται ὁ Πέ­τρος καί ἔ­χει αὐ­τήν τήν ἀρ­ρώ­στια καί θά γί­νει κα­λά. Πέ­ντε ἡ ὥρα τό πρωΐ θά εἶ­ναι ἐδῶ», καί ἔτσι ἔγι­νε.

Συ­χνά προ­φή­τευ­ε λέ­γον­τας: «Θά' ρθεῖ ἕ­νας και­ρός πού θά γί­νουν οἱ ἄν­δρες γυ­ναῖ­κες καί οἱ γυ­ναῖ­κες ἄν­δρες. Τό­τε θά πέ­σει μεγάλη κα­τά­ρα στόν κό­σμο. Θά γί­νει πόλεμος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καί ὁ Ρῶσ­σος θά νι­κᾶ˙ θά πά­ει ὡς τόν Εὐ­φρά­τη πο­τα­μό. Θ᾿ἀνοί­ξει ἡ Ἁ­γιά Σο­φιά καί θά λειτουρ­γη­θῆ. Ἕ­νας ἑ­ξα­δά­κτυ­λος βα­σι­λι­άς θά εἶ­ναι τό­τε». Καί ἔ­λε­γε: «Ξύ­πνα Ρωσ­σί­α καί δρά­ξον τά ὅπλα σου». Δη­λα­δή ἔ­λα σέ μετά­νοι­α, σέ πί­στη καί ἀ­πόρ­ρι­ψε τήν ἀ­θε­ΐ­α.

Ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο. Κά­πο­τε τοῦ εἶ­πε: «Θἄρ­θουν Τοῦρ­κοι νά κά­ψουν τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί θά προ­σπα­θή­σουν νά σᾶς σκο­τώ­σουν». Τό εἶ­πε στήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἀλ­λά δυ­σπί­στη­σαν. Τό κτῆ­μα τους τό ζήλευαν οἱ Τοῦρ­κοι καί ἤ­θε­λαν νά τό πάρουν.

Μα­ζεύ­τη­καν πολ­λοί μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν Ἀχμέτ Κι­τιάκ καί τή νύ­χτα πῆ­γαν καί χτύπησαν τήν πόρ­τα τους, ζη­τών­τας δῆ­θεν νά τούς δεί­ξη τόν δρό­μο. Δέν τούς ἄ­νοι­ξαν, αὐ­τοί ὅμως σκό­τω­σαν τό σκυ­λί καί ἄρ­χι­σαν νά πυ­ρο­βο­λοῦν. Οἱ σφαῖ­ρες πή­γαι­ναν δῶθεκεῖ­θε ἀλλά καμ­μί­α δέν ἄγ­γι­ξε τό σπί­τι. Ἡ Κάλ­λη ἔ­βλε­πε στήν πόρ­τα τόν ἅ­γιο Γεώργιο μέ ἀ­νοι­χτά τά χέ­ρια νά τούς προστα­τεύ­η. Τέ­λος ἔ­βα­λαν φω­τιά δί­πλα στόν ἀ­χε­ρῶ­να ὅπου μέ­σα ἦ­ταν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α καί κά­η­κε. Πῆ­ρε φω­τιά καί ἡ σκε­πή τοῦ σπιτιοῦ, ἀλ­λά τήν ἔ­σβη­σαν. Ὁ π. Ἠ­λί­ας ὕστερα πῆ­γε καί προ­σευ­χή­θη­κε μπρο­στά στά εἰκο­νί­σμα­τα καί ρώ­τη­σε τόν Χρι­στό: «Ποι­οί εἶ­ναι αὐ­τοί πού ἔ­κα­ψαν τήν Ἐκκλησία;». Καί ὁ Χρι­στός τούς ἀ­πα­ρίθ­μη­σε ἕ­ναν – ἕ­ναν.

Ὁ φθό­νος ὅ­μως τῶν ἀν­θρώ­πων δέν τόν ἄφησε ἥσυ­χο. Ἕ­νας ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας συγ­γε­νής του τόν κα­τη­γό­ρη­σε στούς κομ­μου­νι­στές ὅτι κρύ­βει χρυ­σα­φι­κά. Εἶ­πε ὅ­τι μέ τά θαύματα πού κά­νει μα­ζεύ­ει ὅ,τι τοῦ δί­νουν, ἐ­νῶ ὁ π. Ἠ­λί­ας δέν ἔ­πια­νε χρή­μα­τα στά χέρια του. Ἦρ­θαν καί ρή­μα­ξαν τό σπί­τι του, ἅρ­πα­ξαν τά πάν­τα, ἐνῶ αὐ­τόν καί τήν πρεσβυ­τέ­ρα του Σω­τή­ρα τούς φυ­λά­κι­σαν. Τόν π. Ἠ­λί­α τόν βα­σά­νι­σαν πο­λύ για­τί ἦ­ταν πι­στός, δέν ἤ­ξε­ραν ὅ­τι εἶ­ναι καί ἱ­ε­ρέ­ας. Τόν ἔ­βα­λαν σ᾿ ἕ­να λάκ­κο στε­νό τό­σο πού νά μήν μπο­ρῆ νά κα­θή­ση οὔ­τε νά γυ­ρί­ζη ἀ­πό τήν μιά καί τήν ἄλ­λη με­ριά. Οὐ­ροῦ­σαν καί ἀποπα­τοῦ­σαν πά­νω του καί τόν ἄ­φη­ναν νηστικό.

Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε ὁ Ρῶσ­σος Δι­οι­κη­τής τῆς Ἀστυ­νο­μί­ας, τοῦ ὁποί­ου εἶ­χε θε­ρα­πεύ­σει τήν γυ­ναῖ­κα, ἐ­νήρ­γη­σε καί ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε σ᾿ἕ­να μῆ­να τήν Σω­τή­ρα καί στούς τρεῖς μῆνες τόν π. Ἠ­λί­α, τό ἔ­τος 1938. Τοῦ ἔ­δω­σε ροῦ­χα, χρή­μα­τα καί τρό­φι­μα, ἀλ­λά ὁ π. Ἠλίας πλέον ἦ­ταν πο­λύ ἄρ­ρω­στος ἀ­πό τίς κα­κου­χί­ες καί τά βα­σα­νι­στή­ρια πού τοῦ ἔκα­ναν. Εἶ­χε αἱματου­ρί­α ἀπό τόν προ­στά­τη καί πο­νοῦ­σε πο­λύ.

Ὅ­ταν κά­πως συ­νῆλ­θε ἄρ­χι­σε πά­λι νά λειτουρ­γῆ καί νά βα­πτί­ζη. Οἱ λει­τουρ­γί­ες γίνον­ταν τή νύ­χτα κρυ­φά καί μέ προφυλάξεις. Ἔρ­χον­ταν εἴ­κο­σι – τριά­ντα πιστοί. Ὁ π. Ἠ­λί­ας λει­τουρ­γοῦ­σε στά Ἑλληνι­κά μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη. Τίς νύ­χτες ἐ­πί­σης ἔ­κα­νε τίς βα­πτί­σεις στό σπί­τι κά­ποιου κα­λοῦ Τούρ­κου γιά νά μήν δίνη ὑπο­ψί­ες. Κά­ποι­α νύ­χτα βά­πτι­σε τριάντα ἑ­πτά, πού τούς ἀ­να­δέ­χθη­κε ἡ Σωτήρα, καί ἄλ­λους ἐ­νε­νήν­τα ἐ­ννιά μέ ἀνάδο­χο τήν κό­ρη του Ἀ­γά­πη (Μα­ρί­α μοναχή).

Μιά γυ­ναῖ­κα δι­η­γή­θη­κε πώς κά­πο­τε τήν ὥρα πού λει­τουρ­γοῦ­σε ὁ π. Ἠ­λί­ας βγῆ­κε φῶς ἀ­πό τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί στά­θη­κε πά­νω του.

Ἔ­κα­νε συ­χνά λι­τα­νεῖ­ες για­τί προ­έ­βλε­πε κάποια συμ­φο­ρά πού ἐρ­χό­ταν. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­πό τά ξε­ρά ξύ­λα καί­γον­ται καί τά χλω­ρά. Ἀ­πό τούς ἁ­μαρ­τω­λούς καί­γον­ται καί οἱ κα­λοί», «χω­ρίς κα­λά ἔρ­γα ἡ πί­στις νε­κρά ἐ­στι».

Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μό­λις ἄρ­χι­σε νά σκο­τει­νιά­ζη, ὁ ἐγ­γο­νός τοῦ π. Ἠ­λί­α Γι­ῶρ­γος Κυ­ρι­α­κί­δης εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φῶς πού ἄρ­χι­σε νά ἀνεβαί­νη ἀ­πό τό δά­σος χα­μη­λά πρός τό βουνό πού ἦ­ταν τό σπί­τι, καί ὅ­λο δυ­νά­μω­νε. Σάν νά πῆ­ρε φω­τιά ὅ­λος ὁ τό­πος καί τό παιδί ἄρ­χι­σε νά κλαί­η. Τόν ρώ­τη­σε ὁ π. Ἠλίας για­τί κλαί­ει καί τό παι­δί τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε γιά τό φῶς. Γέ­λα­σε ὁ πα­τήρ καί τοῦ εἶ­πε: «Μήν κλαῖς παι­δί μου, αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Άη - Γιώρ­γης. Εἶ­ναι ὁ και­ρός πού ἔρ­χε­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α».

Στά τε­λευ­ταῖ­α του χρό­νια δέν μπο­ροῦ­σε νά περ­πα­τή­ση. Οἱ συ­χνές γα­στρορ­ρα­γί­ες, ὁ καρ­κί­νος τοῦ προ­στά­τη, ἡ αἱ­μα­του­ρί­α τόν εἶ­χαν κα­τα­βά­λει ἀ­φάν­τα­στα. Ση­κω­τό τόν πή­γαι­ναν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λη τήν μέ­ρα ἦταν σάν νε­κρός ἀλ­λά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς σάν νά ἔμ­παι­νε μιά θεί­α δύ­να­μη στό ἀ­δύ­να­το σῶ­μα του καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν πᾶ­νε στόν ἁη–Γι­ώρ­γη. Δι­ά­βα­ζε ἐ­πί τρεῖς ὧ­ρες τό Με­σο­νυ­κτι­κό καί τόν Ὄρ­θρο, ὕστερα λει­τουρ­γοῦ­σε καί κοι­νω­νοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους πού ἔρ­χον­ταν ἀ­πό μα­κρυ­ά μέ­σα στά χι­ό­νια.

Στίς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1939 ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ἄρ­γη­σε, δέν ση­κώ­θη­κε κα­τά τό σύ­νη­θες στίς 3. Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος τόν ἀ­γα­ποῦ­σε πολύ, συ­χνά τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καί συνωμιλοῦ­σαν. Ἦρ­θε λοι­πόν ἐ­κεί­νη τήν ἡμέ­ρα ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος λου­σμέ­νος σέ φῶς, τόν ξύ­πνη­σε μ᾿ ἕνα θω­πευ­τι­κό ἁ­πα­λό χτύπημα καί γε­λοῦ­σε ὅ­λος ἀ­πό ἱ­λα­ρό­τη­τα.

Τό ἴ­διο ἔ­τος 1939 ἔ­φυ­γαν τά παι­διά του γιά τήν Ἑλ­λά­δα. Ὁ π. Ἠ­λί­ας ἐνέ­τει­νε τούς ἀγῶνες του καί ἄρ­χι­σε νά προ­ε­τοι­μά­ζε­ται γιά τήν ἔ­ξο­δό του ἀπ᾿ αὐ­τόν τόν κό­σμο.

Ὅταν πλη­σί­α­σε ὁ και­ρός τῆς κοι­μή­σε­ώς του, τίς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες ἔ­μει­νε κα­τά­κοι­τος. Δέν δε­χό­ταν φα­γη­τό τρε­φό­με­νος ἀ­πό τήν προσευ­χή. Κοι­μή­θη­κε ὁ­σια­κά μέ με­γά­λη εἰρή­νη τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1946. Τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του ἕ­να φῶς κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί τό δω­μά­τιό του πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­πό εὐ­ω­δία. Τό δε­ξί του χέ­ρι ἔ­γι­νε σάν τό κε­ρί καί μαρ­τυ­ροῦ­σε τίς κρυ­φές του ἐλεημοσύνες. Ἐ­τά­φη κα­τά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του στήν αὐ­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου του Ἁ­γί­ου. Δε­ξιά του ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­τά­φη ἡ πρεσβυ­τέ­ρα του Σω­τή­ρα πού κοι­μή­θη­κε τό 1963 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν καί ἀ­ρι­στε­ρά του ἡ κό­ρη του Ἀ­γά­πη (Μα­ρί­α μο­να­χή).

Ἀ­πό τόν τά­φο του τίς νύ­χτες ἔ­βγαι­νε φῶς. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πό τά γύ­ρω ρωσ­σι­κά φυλάκια τό ἔ­βλε­παν χω­ρίς νά μπο­ροῦν νά τό ἐ­ξη­γή­σουν καί αὐ­τό τούς φό­βι­ζε. Κά­θε νύ­χτα στίς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς τά με­σά­νυ­χτα, ἔ­βγαι­νε τό φῶς ἀ­πό τόν τά­φο του καί ἔρ­ρε­ε μύ­ρο. Ὅ­σοι χρί­ον­ταν ἀ­πό τό μύ­ρο, ἀ­πό ὅποια ἀρ­ρώ­στια καί ἄν ἔ­πα­σχαν, ἀ­μέ­σως γίνον­ταν κα­λά. Αὐ­τά ἔ­γι­ναν γνω­στά καί πλέ­ον ἦ­ταν τό­σοι αὐ­τοί πού πή­γαι­ναν νά
θερα­πευ­θοῦν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠ­λί­α, πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά κρυ­φθοῦν˙ ἔ­γι­νε φα­νε­ρό προ­σκύ­νη­μα.

Τό­τε ὁ Δι­οι­κη­τής τῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας βρέ­θη­κε σέ δύ­σκο­λη θέ­ση. Ἤ­θε­λε μέν νά προστατεύση τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ἡ με­γά­λη συρ­ρο­ή τῶν πι­στῶν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠ­λί­α δη­μι­ουρ­γοῦ­σε προ­βλή­μα­τα καί ἡ κατάσταση ξέ­φευ­γε ἀ­πό τόν ἔ­λεγ­χό του, γι᾿ αὐ­τό ἀπε­φά­σι­σε νά κά­νουν τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ὀ­στῶν. Ἄ­νοι­ξαν τόν τά­φο ση­κώ­νο­ντας τήν πλά­κα καί βγῆ­κε φῶς ἀ­πό τόν τά­φο. Τό λεί­ψα­νο τοῦ παπα–Ἠ­λί­α ἦ­ταν ἀ­κέ­ραι­ο καί εὐ­ω­δί­α­ζε. Τό ἔθαψαν πά­λι καί ἀπα­γό­ρευ­σαν στόν κό­σμο νά προ­σέρ­χε­ται στόν τάφο. Ἀργό­τε­ρα, ὅ­ταν ἄλ­λα­ξαν τά πράγ­μα­τα καί δό­θη­κε ἐ­λευ­θε­ρί­α, οἱ πι­στοί ἄρχι­σαν πά­λι νά πη­γαί­νουν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠλί­α, τόν ἀνα­κή­ρυ­ξαν Ἅ­γιο στό Βα­τούμ καί ἔβαλαν τήν εἰ­κό­να του στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Τό 1962 Γε­ωρ­για­νοί Ἐ­πί­σκο­ποι ἄ­νοι­ξαν πά­λι τόν τά­φο του. Τό λεί­ψα­νό του δέν βρέ­θη­κε. Ὁ τά­φος του εἶ­χε συ­λη­θῆ. Με­τά τήν κοί­μη­σή του ἀ­νέ­βλυ­σε ἁ­γί­α­σμα πού θαυ­μα­τουρ­γεῖ σέ ὅ­σους ἀρ­ρώ­στους πλύ­νον­ται ἤ πί­νουν.

Σή­με­ρα στό να­ό τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου λειτουρ­γεῖ ὁ δι­σέγ­γο­νος τοῦ π. Ἠ­λί­α, ὁ π. Ἀβρα­άμ Πα­ρα­σκευ­ό­που­λος.

Πρε­σβεῖες τοῦ ἁγί­ου Ἠλία τοῦ μυ­ρο­βλή­του, Κύ­ριε Ἰη­σοῦ Χρι­στέ, ἐλέ­η­σον καί σῶ­σον ἡμᾶς. Ἀμήν.

*Τά στοι­χεῖ­α πού συν­θέ­τουν τόν σύν­το­μο βί­ο τοῦ π.Ἠ­λί­α προ­έρ­χο­νται ἀπό διη­γή­σεις τῆς κό­ρης του Καλ­λιό­πης (Κάλ­λης) καί τῶν ἐγ­γο­νῶν του Μα­ρί­ας καί Ὄλγας (κό­ρες τῆς Καλ­λιό­πης). Εὐ­χα­ρι­στί­ες ὀ­φεί­λον­ται στούς κ. Κλη­με­ντί­δη Πα­να­γιώ­τη καί κ. Πι­λι­τσί­δη Μι­χα­ήλ, δι­σέγ­γο­νο τοῦ π. Ἠλία, πού κατέγρα­ψαν ἀντι­στοί­χως τίς διη­γή­σεις. Ὁ Γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος εἶ­χε δι­α­βά­σει τόν βί­ο, ἔκα­νε τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις του καί τό­νι­σε ὅτι ὁ π.Ἠλίας ἀ­πό μι­κρός πῆ­ρε τήν θεί­α Χά­ρι γιατί ὑ­πέ­μει­νε μέ ἀνε­ξι­κα­κία τά βασανιστήρια τῆς μητρυιᾶς του.

Απολυτίκιον
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον. (Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια)
Μυροβλύτην Ηλίαν ανευφημήσωμεν,τον ευλαβή Ιερέα,ελεημόνων ανδρών θησαυρόν ως ταμιούχον Θείας Χάριτος, και θαυμασίων αυτουργόν Γεωργίου του κλεινού εν Μάρτυσι συνεργεία, μεθ’ ου πρεσβεύει Κυρίω δείξαι οδούς ημίν θεώσεως.

Ήχος α΄. Των ουρανίων ταγμάτων.
Τροπαιοφόρον εν βίω προστάτην έχοντα, ω και Ναόν εκθύμως θείον έκτισεν ύμνοις, Ηλίαν, του Υψίστου τον λειτουργόν ευφημήσωμεν κράζοντες· Συν Γεωργίω δυσώπει τον Ιησούν υπέρ ευσεβών, θειότατε.

Πηγή: Ενωμένη Ρωμηωσύνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου