Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Μπέβερλυ, Ἐπίσκοπος Ὑόρκης (Β. Ἀγγλίας), ὁ Θαυματουργὸς. Ήμέρα Μνήμης: 7 Μαΐου.
῾Υπάρχουν ἀρκετοὶ πρῶτοι Ἅγιοι τῆς Ἀγγλίας, τῶν ὁποίων τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καλωσύνης δὲν ἔσβησε ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Μπέβερλυ, τὸν ὁποῖον ἡ μεγάλη μας αὐθεντία, ὁ Σεβαστὸς Βέδας τοῦ Γιάρροου, ἀνέφερε ὡς «Θαυματουργό», εἶναι ἕνας ἀπὸ αὐτούς.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης γεννήθηκε στὸ Χάρφαμ τοῦ Γιόρκσαϊρ (Harpham of Yorkshire), στὸ Βασίλειο τῆς Νορθουμβρίας (Northumbria, Βόρεια Ἀγγλία), ἀπὸ οἰκογένεια Εὐγενῶν στὰ μέσα τοῦ Ζ΄αἰ.
Ὡς νεαρὸς ἔλαβε ἄριστη μόρφωσι, καθὼς ἐσπούδασε στὸ πιὸ φημισμένο σχολεῖο καὶ σεμινάριο τῆς Καντερβουρίας (Canterbury), πιθανώτατα ὑπὸ τὴν διεύθυνσι τοῦ ἱεροῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεοδώρου († Μνήμη: 19η Σεπτεμβρίου) καὶ τοῦ ἱεροῦ Ἡγουμένου Ἀδριανοῦ. Ἐκεῖ ἔμαθε ἑλληνικὰ καὶ λατινικά, μαθηματικά, ἀστρονομία καὶ ἄλλες ἐπιστῆμες, ἐκκλησιαστικὴ μουσική, τέχνη, ἐκκλησιαστικὴ
ποίησι καὶ ἰατρική. Ἡ γνῶσις τῆς ἰατρικῆς τὸν ἐβοήθησε ἀργότερα νὰ θεραπεύση πολλοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀσθένειες.
Ὡστόσο, ἡ κοσμικὴ ζωὴ μὲ ὅλους τοὺς πειρασμούς της δὲν προσείλκυσε τὸν νεαρό. Ἀντ᾿αὐτοῦ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἐκάρη Μοναχὸς καὶ
ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του, τὸ Γιόρκσαϊρ.
Εἰσῆλθε στὸ διπλὸ Μοναστήρι τοῦ Γουΐτμπυ (σήμερα στὸ Βόρειο Γιόρκσαϊρ στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ἒσκ), ὅπου ὑπὸ τὴν Ἁγία Ἡγουμένη Χίλντα († Μνήμη: 17η Νοεμβρίου), μυήθηκε
στὴν μοναχικὴ ζωή.
Ὁ νεαρὸς Μοναχὸς περνοῦσε πολὺ χρόνο στὴν μεγάλη Βιβλιοθήκη τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἔγινε γνωστὸς ὡς σχολιαστὴς τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ ἰδιαίτερα μορφωμένος ἄνθρωπος.
Τὸ 687, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τοῦ Ἕξαμ (Hexham) στὴν Νορθουμβρία (σημ. στὸ Νόρθεμπερλαντ-Northumber-land νότια τοῦ ποταμοῦ Τάϊν-Tyne). Ἡ Ἐπισκοπὴ αὐτὴ ἀνέδειξε πολλὲς ἄλλες ἅγιες μορφὲς τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὸν Ἅγιο Ιωάννη. Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅτι ὑπάρχει ἕνας μακρὺς κατάλογος τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Ἕξαμ, μιᾶς Ἐπισκοπῆς ποὺ ὑπῆρχε γιὰ λίγο περισσότερο ἀπὸ 140 χρόνια, οἱ ὁποῖοι τιμοῦνταν ἐπίσημα ὡς Ἅγιοι. Πρὶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τοῦ Μπέβερλυ
ὑπῆρχαν ὁ Ἅγιος Ἐάτα (St. Eata, 678-685 ἢ 686, † Μνήμη: 26η Ὀκτωβρίου), καὶ ὁ Ἅγιος Κουθβέρτος. Μετὰ τὸν Ἅγιο Οὐϊλφρῖδο τὸν Πρεσβύτερο, (St. Wilfrid I, 705-709, † Μνήμη: 24η Ἀπριλίου, βλ. ἐδῶ), ὁ Ἅγιος Φριθεβέρτος (St. Frithbert, 732-766, † Μνήμη: 23η Δεκεμβρίου), ὁ Ἅγιος Ἀλκοῦνδος (St. Alcmund, 767-781, †Μνήμη: 7η Σεπτεμβρίου) καὶ ὁ Ἅγιος Τιλφέρδος (St. Tilbert, Gilbert, 781-789, † Μνήμη: 7η Σεπτεμβρίου).
Ἡ ζωὴ ἑνὸς Ἐπισκόπου σημαίνει ἀκούραστη συνεχῆ διακονία στὴν Ἐπισκοπή του, καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης σήκωσε μὲ πλήρη αὐταπάρνησι τὸν βαρὺ αὐτὸ σταυρό. Ὡστόσο, ἡ καρδιά του ἑλκύετο ἀπὸ τὴν μοναχικὴ ζωὴ τοῦ Ἐρημίτου.
Στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Τάϊν ὑπῆρχε ἕνα ἥσυχο Κοιμητήριο μὲ ἕνα Παρεκκλήσιο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Κάθε χρόνο ὁ Ἰωάννης πήγαινε στὸ σημεῖο αὐτὸ γιὰ προσευχή, μαζί μὲ
μερικοὺς μαθητές. Τοῦ ἄρεσε ἰδιαίτερα νὰ περνάη ἐκεῖ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κατὰ τὴν ὁποίαν συνήθιζε νὰ μοιράζη γενναιόδωρα ἐλεημοσύνες. Ὁ Ἅγιος ἀσκητὴς συνήθιζε νὰ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς συντρόφους του νὰ τοῦ βροῦν πτωχοὺς καὶ δυστυχεῖς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους νὰ φροντίζη.
Κάποτε προσῆλθε στὸν Ἅγιο Ἰωάννη ἕνα ἀγόρι ἄλαλο, ταλαιπωρούμενο καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀσθένειες. Ὁ Ἅγιος σημείωσε ἐπ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ καὶ τὸ ἐθεράπευσε. Ἔπειτα, τοῦ ἔμαθε νὰ μιλάη. Χάρις σὲ αὐτὸ τὸ Θαῦμα ὁ Ἅγιος τιμήθηκε ἀργότερα ὡς Προστάτης τῶν κωφαλάλων.
Ὁ μεγάλος λόγιος καὶ ἱστορικὸς Ὅσιος Βέδας
(St. Bede, † Μνήμη: 27η Μαΐου), συγγραφεὺς τῆς
Ἱστορίας τῆς Ἀγγλικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Λαοῦ,
μέσῳ τοῦ ὁποίου γνωρίζουμε πολλὲς λεπτομέρειες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἀγγλίας πρὶν ἀπὸ τὸ 732, ἦταν ἕνας ἐκ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου.
Σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσι, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐχειροτόνησε τὸν νεαρὸ Ὅσιο Βέδα Διάκονο καὶ ἀργότερα Ἱερέα.
Τὸ 705, μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Ἁγίου Μπόσα τοῦ
Γιὸρκ (St. Bosa of York, † Μνήμη: 9η Μαρτίου), ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Γιὸρκ (705-718).
Ὑπηρέτησε στὴν ἕδρα αὐτὴ γιὰ δεκατρία ἔτη ὡς
ὁ πλέον δραστήριος καὶ ζηλωτὴς Ἀρχιερεύς. Ἔκτισε Ἐκκλησίες, Μοναστήρια καὶ Μονὲς καὶ ἐνέπνευσε τὴν ἀγάπη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων μὲ τὰ πολυάριθμα θαύματα καὶ θεραπεῖες, τὴν φροντίδα γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς ἀναπήρους, τοὺς ἀπόρους καὶ τὴν ἀνεξάντλητη εὐσπλαγχνία του πρὸς ὅλους.
Ὁ Ἑρεβάλδος (Herebald), μαθητής του, ὁ ὁποῖος
ἀργότερα ἐξελέγη Ἡγούμενος, διηγεῖται ὅτι τὸ κήρυγμα τὸ Ἁγίου Ἐπισκόπου ἦταν πάντα πλούσιο κατὰ τὴν διάρκεια τῶν μακρῶν περιοδιῶν του στὴν μεγάλη Ἐπισκοπή του, δίδασκε στοὺς μαθητές του καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἔγινε προστάτης καὶ τῶν μουσικῶν.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἐνδιαφερόταν πάντοτε γιὰ τὴν ἐκπαίδευσι καὶ τὴν κατάρτισι τῶν νέων – ἔτσι ἵδρυσε σχολεῖα καὶ ἐδίδαξε στοὺς νέους διάφορες τέχνες.
Ἀκολουθοῦν μερικὰ παραδείγματα τῶν Θαυμάτων του (πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ πιστοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βέδα).
Κάποτε ὁ Ἑρεβάλδος, τὸν ὁποῖον ἤδη ἀναφέραμε, ἔπεσε ἀπὸ τὸ ἄλογό του καὶ τραυματίσθηκε βαρειά, ἀλλὰ μὲ τὶς μεσιτεῖες τοῦ Ἱεράρχου θεραπεύθηκε ἀμέσως.
Μία Ἡγουμένη παρεκάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθῆ γιὰ μίαν ἑτοιμοθάνατο νεαρὰ Μοναχή της, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπὸ φρικτοὺς πόνους στὸ χέρι της. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πλησίασε τὴν Μοναχή, τὴν εὐλόγησε καὶ αὐτὴ ἀνέρρωσε ἀμέσως.
Ἕνας πλούσιος παρεκάλεσε τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισκεφθῆ τὸν οἶκό του, διότι ἡ σύζυγός του ἦταν βαρειὰ ἀσθενής. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης διέταξε νὰ δοθῆ ἀμέσως στὴν γυναῖκα τὸ νερό, τὸ ὁποῖο μόλις εἶχε εὐλογήση, καὶ ἡ ἀσθενὴς θεραπεύθηκε τὴν ἴδια στιγμή.
Ἕνας ἄλλος ἄνδρας, ὀνόματι Ἀντί, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη νὰ βοηθήση τὸν ὑπηρέτη του, ὁ ὁποῖος εὑρισκόταν στὸ νεκροκρέβατο· ὁ Ἐπίσκοπος ἀνέπεμψε στὸν Θεὸν θερμὲς προσευχές καὶ ὁ ὑπηρέτης σηκώθηκε ἀμέσως ἀπολύτως ὑγιής.
Ἕνα βράδυ, ἕνας Διάκονος, καθὼς εἰσῆλθε ἡσύχως σὲ ἕνα Παρεκκλήσι, ὅπου προσευχόταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, τὸν εἶδε νὰ περιβάλλεται ἀπὸ ἕνα ὑπερφυσικὸ ἀπόκοσμο Φῶς καὶ ἕνα λευκὸ περιστέρι ἐπάνω του.
Ὁ Ἅγιος ἀφιέρωνε πολὺ χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ ἤθελε ἕνα κατάλληλο μέρος, ὅπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζῆ ὡς Ἐρημίτης, διότι ποθοῦσε τὴν ἀπομόνωσι μὲ ὅλη του τὴν καρδία. Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς περιοδείας του ἀνεκάλυψε ἕνα μυστικὸ σημεῖο, τὸ ὁποῖο τὸν εἵλκυσε. Ἐπρόκειτο γιὰ μία ἄγρια περιοχὴ πλούσια σὲ δάση καὶ νερά, μὲ Παρεκκλήσι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. Ἡ τοποθεσία, ἡ ὁποία ἀρχικὰ ὠνομάζετο Ἰντεραγουάδα (Inderawuda, «τὸ δάσος τῶν ἀνδρῶν τῆς Ντέϊρα», ἐν συνεχείᾳ ἔγινε γνωστὴ ὡς Μπέβερλυ (Beverley, ποὺ σημαίνει «ρεῦμα τοῦ κάστορος», «ξέφωτο τοῦ κάστορος»), ἐπειδὴ πολλοὶ κάστορες ζοῦσαν σὲ ἕνα κοντινὸ ρεῦμα, σήμερα εἶναι μιὰ ἐμπορικὴ πόλις στὸ Ἀνατολικὸ Ρίντιγκ τοῦ Γόρκσαϊρ -East Riding of Yorkshire, περίπου τριάντα μίλια βορειοανατολικὰ τῆς Ὑόρκης. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀπέκτησε ἕνα μικρὸ ἀγροτεμάχιο, διεύρυνε καὶ διακόσμησε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν μετέτρεψε σὲ Μονή.
Ἔτσι, σὲ προχωρημένη ἡλικία, ἀφοῦ ὑπηρέτησε ὡς Ἐπίσκοπος γιὰ τριάντα ἕνα ἔτη, περίπου τὸ ἔτος 718 ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀποσύρθηκε στὸ Μπέβερλυ, ὅπου πέρασε τὰ τρία τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του μὲ εἰρήνη καὶ ἡσυχία. Ὁ εὐγενικὸς Ἐπίσκοπος, χαρισματικὸς ποιμένας καὶ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ τὴν 7η Μαΐου τοῦ 721, μία ἡμέρα πρὸ τῆς Ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ οὐράνιου Προστάτου τῆς Μονῆς του. Μεταξὺ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἀναφέρονται ἀρκετοὶ ἄλλοι Ἅγιοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Βριθοῦνος (St. Bercthun, Brithun, Bertinus, † Μνήμη: 15η Μαΐου 733), ὁ πρῶτος Ἡγούμενος τοῦ Μπέβερλυ (καθὼς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἦταν ποτὲ Ἡγούμενός του, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ὡς Ἐρημίτης) · ὁ Ἅγιος Οὐϊνεβάλδος (St. Winewald, † Μνήμη: 27η Ἀπριλίου, περ. 751), δεύτερος Ἡγούμενος τοῦ Μπέβερλυ· καὶ ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρῖδος ὁ νεώτερος (St. Wilfrid II, † Μνήμη: 29η Ἀπριλίου 744 ἢ 745), διάδοχος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὡς Ἐπίσκοπος τοῦ Γιόρκ.
Ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρῖδος ὁ νεώτερος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μαθητὲς τῆς μεγάλης Ἁγίας Χίλντας στὸ Γουΐτμπι, οἱ ὁποῖοι ἐν συνεχείᾳ ἔγιναν Ἅγιοι Ἐπίσκοποι. Φίλος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἔγινε διάδοχός του στὴν ἕδρα τοῦ Γιὸρκ τὸ 718 καὶ
διαποίμανε τὴν Ἐπισκοπὴ αὐτὴ μέχρι τὸ 732. Ὡς Ἐπίσκοπος ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐκπαίδευσι καὶ ἐστόλισε πλούσια τὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Γιόρκ. Περίπου δεκατέσσερα ἔτη πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησί του, ὁ Ἅγιος Οὐϊλφρῖδος ἀποσύρθηκε σὲ
ἕνα ἄγνωστο Μοναστήρι, ὅπου ζοῦσε ἀπομονωμένος καὶ μὲ περισυλλογή, μιμούμενος τὸν διάσημο φίλο του Ἅγιο Ἰωάννη.
Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἦταν συγγραφεὺς πολλῶν γραπτῶν ἔργων στὴν λατινικὴ (κηρύγματα, ἐπιστολές), κανένα ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν σώζεται.
Ἡ εὐλάβεια στὸν Ἅγιο Ἰωάννη ἄρχισε ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, ὁπότε καταγράφηκαν πολλὲς περιπτώσεις Θαυμάτων. Τὸ ὄνομά του εὑρίσκεται σὲ πολλὰ πρώϊμα ἀγγλικὰ ἡμερολόγια. Τὸ 1037 τὰ ἱερὰ Λείψανά του μεταφέρθηκαν ὑπὸ τοῦ Ἄλφρικ (Alfric), Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Γιόρκ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀγαποῦσε πολὺ τὸ Μπέβερλυ καὶ στὴν πραγματικότητα ἦταν ὁ ἱδρυτὴς αὐτῆς τῆς πόλεως. Στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων οἱ πιστοὶ τὸν ἀπεκάλεσαν ὄχι «Ἅγιο Ἰωάννη τοῦ Γιὸρκ» , ἀλλὰ «Ἅγιο Ἰωάννη τοῦ Μπέβερλυ».
Καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ Μεσαίωνος ὁ Ἰωάννης παρέμεινε ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον τιμωμένους Ἁγίους τῆς Βόρειας Ἀγγλίας καί, ἀπὸ τὸ
ἔτος 1000 περίπου, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς Προστάτες της.
Ἐγκληματίες, οἱ ὁποῖοι κατάφερναν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ πηγαίνουν στὸ Μπέβερλυ καὶ νὰ ζητήσουν ἐκεῖ καταφύγιο γιὰ ἕνα μῆνα ἢ καὶ περισσότερο.
Ὑπάρχουν πολλὰ παραδείγματα τῆς προστασίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου στοὺς Μοναχοὺς καὶ στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως τοῦ Μπέβερλυ σὲ διάφορες δοκιμασίες.
Βασιλεῖς προσεύχονταν στὸν Ἅγιο Ἰωάννη πρὶν ἀπὸ σημαντικὲς μάχες καὶ ζητοῦσαν τὴν προστασία του. Ἔτσι, ὁ Ἐδουάρδος A΄(1272-1307) ἐδώρισε χρήματα γιὰ τὴν δημιουργία νέας Λάρνακος τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν Λειψάνων πραγματοποιήθηκε τὸ 1307, ἀκριβῶς τὸ ἔτος ὅπου ἀναπάυθηκε ὁ Βασιλεύς. Ἐπίσης, ὁ Βασιλεὺς Ἑρρῖκος Ε΄ (1413-1422), ὁ ὁποῖος ἀπέδωσε τὴν λαμπρὰ νίκη του στὸ Ἀζινκοὺρ τὸ 1415, τὴν ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς τῆς μετακομιδῆς τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου, στὴν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου, διέταξε νὰ τηρῆται πανηγυρικὰ ἡ Ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς χώρας καὶ τὸν κατέστησε ἕναν ἀπὸ τοὺς Προστάτες τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας. Στὸν ὕστερο Μεσαίωνα τὸ λάβαρο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, χρησιμοποιήθηκε σὲ μάχες ἀπὸ Βασιλεῖς, ὅπως ὁ Ἐδουάρδος Α΄, ὁ Ἐδουάρδος Β΄ (1307-1327), ὁ Ἐδουάρδος Γ΄ (1327-1377) καὶ ὁ Ἑρρῖκος Δ΄ (1399-1413).
Πολλοὶ ἰατροὶ καὶ λόγιοι ἀναζήτησαν ἐπίσης τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Πολλὲς ἄλλες βασιλικὲς οἰκογένειες εἶχαν ἐπισκεφθῆ τὸ Μπέβερλυ (μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀκόμη καὶ ἡ Ἐλισάβετ ἡ Βασίλισσα Μητέρα καὶ ἡ μονάρχης Ἐλισάβετ Β΄), καὶ ὁ Ναός του ἀπελάμβανε διάφορα προνόμια.
Ἀξιοσημείωτο τό, ὅτι τὸ 1377, τὸ Μπέβερλυ εἶχε γίνει ἡ δέκατη μεγαλύτερη πόλις τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἦταν τὸ μεγαλύτερος Ναὸς τῆς Βορείου Ἀγγλίας μετὰ ἀπὸ αὐτὸν τοῦ Ἁγίου Κουθβέρτου στὸ Ντάρχαμ († Μνήμη: 20ὴ
Μαρτίου).
Σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσι, ἡ ἀρχικὴ Μονή, τὴν ὁποίαν ἵδρυσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης στὸ Μπέβερλυ κατεστράφη κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Βίκινγκς τὸ 866.
Ὁ Βασιλεὺς Ἔθελσταν (Æthelstan, 925-939), ὁ ὁποῖος τὸ 934 προσευχήθηκε πολὺ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη, ζητῶν τὴν μεσολάβησί του πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποφασιστικὴ μάχη τοῦ Μπρούνανμπουρ (Brunanburh) μὲ τοὺς Σκωτσέζους, τὴν ὁποίαν κέρδισε, ὡς ἔνδειξι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρὸς τὸν Ἅγιο, ἐπανίδρυσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Μπέβερλυ ὡς κολλεγιακὴ καὶ τὴν ἐπροίκισε πλούσια.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεταρρυθμίσεως, διατάχθηκε νὰ ἀφαιρεθοῦν ὅλα τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ ἱερὰ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Μπέβερλυ καὶ ὑπῆρχαν σχέδια κατεδαφίσεώς του, ἀλλὰ πλούσιοι ἄνδρες τοῦ τόπου συγκέντρωσαν 100 λίρες γιὰ νὰ τὴν σώσουν.
Τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου διασώθηκαν ὡς ἐκ θαύματος. Εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο μέσα στὸν μεγάλο Ναὸ «Beverley Minster», στὸ Μπέβερλυ. Αὐτὸς ὀ Ναός, ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Ἰωάννη καὶ Μαρτῖνο, εἶναι περίπου 600 ἐτῶν. Ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου στὸ ἐμπρὸς μέρος τοῦ κυρίως ναοῦ, στὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖται ἀπὸ μιὰ μαρμάρινη πλάκα καὶ εἶναι πάντα στολισμένος μὲ φρέσκα λουλούδια ὡς ἔνδειξι ἀγάπης γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, ἐνῶ πλησίον του ἀνάβουν κεριά.
Θαύματα συνεχίζονται καὶ ὡρισμένοι πιστοὶ ἔχουν αἰσθανθῆ εὐωδία στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχουν παραδείγματα τῆς θαυματουργικῆς
βοηθείας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, σὲ δύσκολες ἢ καὶ ἀπελπιστικὲς καταστάσεις τῆς ζωῆς καὶ στὶς ἡμέρες μας, στοὺς πιστοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπισκέπτονται τὸ Μίνστερ τοῦ Μπέβερλυ καὶ τὴν γενέτειρα τοῦ Ἁγίου καὶ σὲ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους προσεύχονται ἐκεῖ.
Ἡ ἐπιγραφὴ στὴν τωρινὴ πλάκα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐδῶ κεῖται τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μπέβερλυ, ἱδρυτοῦ αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, Ἐπισκόπου τοῦ Ἕξαμ 687-705 μ.Χ., Ἐπισκόπου τοῦ Γιὸρκ 705-718 μ.Χ. Ἐγεννήθη στὸ Χάρφαμ καὶ κοιμήθηκε στὸ Μπέβερλυ τὸ 721 μ.Χ.».
Τὰ ἅγια Λείψανα τοῦ ἱεροῦ Θαυματουργοῦ ἀνακαλύφθηκαν ἐκ θαύματος τὸ 1664. Ὅπως γράφει ὁ Ἄλμπαν Μπάτλερ (Alban Butler, 1710-1773), στὸ ἔργο του Βίοι Ἁγίων (Lives of the Saints), τόμος 5, μήνας Μάϊος: «Στὶς 13 Σεπτεμβρίου..., τὸ 1664, ὁ νεωκόρος, καθὼς ἔσκαβε ἕναν τάφο στὴν Ἐκκλησία τοῦ Μπέβερλυ, ἀνεκάλυψε ἕναν θόλο ἀπὸ πωρόλιθο, μέσα στὸν ὁποῖο ὑπῆρχε ἕνα κουτὶ ἀπὸ μόλυβδο, τὸ ὀποῖο περιεῖχε ἀρκετὰ ὀστᾶ, τὰ ὁποῖα ἀνέδιδαν μία γλυκεῖα εὐωδία, μὲ ἐπιγραφές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες φάνηκε, ὅτι αὐτὰ ἦταν τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μπέβερλυ, τὰ ὁποῖα εἶχαν κρυφθῆ στὶς ἀρχὲς τῆς βασιλείας τοῦ Βασιλέως Ἐδουάρδου ΣΤ΄ (1547-1553). Οἱ Dugdale καὶ Stevens μαρτυροῦν, ὅτι ὅλα ἐπαναταφιάσθηκαν στὸν μεσαῖο διάδρομο τοῦ Ναοῦ».
Πρὶν κρυφθοῦν κατὰ τὴν Μεταρρύθμισι, τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου φυλάσσονταν στὸ ἀνατολικὸ ἄκρο τῆς Ἐκκλησίας πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό. Ἐπὶ πλέον, ὁ Θρόνος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου στὸ Μίνστερ τοῦ
Μπέβερλυ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχη καὶ νὰ φυλάσσεται ὡς θησαυρός.
Σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσι, τὸ 700 περίπου ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἐφρόντιζε γιὰ τὴν ἐκπαίδευσι τῶν νέων, ἵδρυσε ἕνα γυμνάσιο στὸ Μπέβερλυ, τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ μέχρι καὶ σήμερα. Παρέχει ἐκπαίδευσι ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, ἰδίως στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου