Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Σύναξη των Νεομαρτύρων της Σερβίας του 20ού αιώνα. Ημέρα Μνήμης: 15 Ιουνίου.

 Σύναξη των Νεομαρτύρων της Σερβίας του 20ού αιώνα. Ημέρα Μνήμης: 15 Ιουνίου.


Ι. Είκονα: Νεομάρτυρες του Jasenovac της Σερβίας (1941-1945)

«Τήν ὁμάδα μας περικύκλωσαν Ustaše· ἄρχισε ἡ ἔρευνα καί ἡ ἁρπαγή τῶν πραγμάτων μας. Ὁ Ljubo Miloš ρώτησε:

—Ποιός ἀπό σᾶς εἶναι δικαστής; 

Ἐμφανίστηκε ὁ δικαστής Vlado Ilić καί βγῆκε μπροστά στή γραμμή. Καί ὁ Miloš ρώτησε:

—Πόσους Κροάτες καταδίκασες σέ θάνατο; 

Ὁ δικαστής ἀπάντησε:

—Οὔτε ἕνα. Ἐγώ εἶμαι προϊστάμενος ἐπαρχιακοῦ δικαστηρίου καί τά ἐπαρχιακά δικαστήρια σύμφωνα μέ τό νόμο δέν εἶναι ἐξουσιοδοτημένα νά καταδικάζουν σέ θάνατο.

—Καταδίκασες, καταδίκασες μερικές ἑκατοντάδες σέ θάνατο. Τί θά ἔλεγες, ἄν σέ καταδίκαζα ἐγώ τώρα σέ θάνατο;

—Αὐτό εἶναι δικό σας θέμα, ἀπαντᾶ ἥσυχα ὁ δικαστής. 

Ὁ ὑπολοχαγός τόν ἔστειλε πίσω στή γραμμή. Ἡ ἔρευνα συνεχίζεται, ὁ Miloš μέ τούς συντρόφους του πίνουν βρασμένο ρακί, τό ὁποῖο τούς φέρνει ἕνας Ἑβραῖος. Μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα θυμᾶται ὁ Miloš: 

—Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ὁ δικαστής;

Ὁ δικαστής παρουσιάστηκε ξανά καί μετά ἀπό διαταγή πέρασε μπροστά ἀπ᾽ τή γραμμή, ἔβγαλε τό παλτό καί τό σακάκι του καί προχώρησε πρός τό Miloš, δίπλα σ᾽ ἕνα σωρό τούβλων. Αὐτός πῆρε ἀπό ἕνα Ustaše ἕνα τουφέκι καί κρατώντας το κάτω ἀπ᾽ τή μασχάλη ἔρριξε στό δικαστή τρεῖς σφαῖρες. Αὐτός ἔπεσε, ὁ ὑπολοχαγός ἐπέστρεψε τό ὅπλο καί ἡ ἔρευνα συνεχίστηκε. Μετά ἀπό 5 λεπτά ὁ δικαστής ξεφώνισε. Ὁ ὑπολοχαγός πλησίασε καί τόν ἀποτελείωσε μέ μερικές σφαῖρες ἀπό τό revolver του. Κατόπιν, διέταξε νά παρουσιαστοῦν, ὅσοι εἶναι ἀπ᾽ τή Lika. Παρουσιάστηκαν μερικοί (ὁ μάρτυρας ἀριθμεῖ τά ὀνόματα) καί ὁ ὑπολοχαγός μαζί μέ μερικούς Ustaše τούς ἔσφαξε στήν ἄκρη τῆς σειρᾶς τῶν τούβλων. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά στόν ὑπολοχαγό ὁ σημαιοφόρος Matković ἀρκετά μεθυσμένος, καί παρακάλεσε νά τοῦ ἐπιτραπῆ νά σφάξη κι αὐτός ἕναν Σέρβο, ἔτσι, γιά τό καλό τῶν Χριστουγέννων! Ὁ ὑπολοχαγός ἔδωσε τήν ἄδεια. Ὁ Matković κοίταξε τίς σειρές καί ρώτησε τό ὄνομα καί τό ἐπάγγελμα κάποιου.

—Divjak Joso, ἔμπορος ἐπίπλων στό Lipik, ἀπάντησε. 

Ὁ Matković ἀναπήδησε ἀπό χαρά.

—Ἄ!, τώρα θά σέ ἐκδικηθῶ, διότι μιά φορά δέν ἤθελες νά μοῦ βρῆς καρέκλα. 

Ἀμέσως τόν ὁδήγησε στό σωρό τῶν τούβλων ἀπ᾽ ὅπου ἀκούστηκε μιά φοβερή κραυγή γιά βοήθεια. Τοῦ εἶχε ξερριζώσει τήν καρδιά καί ἐμφανίστηκε καταματωμένος, σκουπίζοντας τά χέρια του στό παντελόνι του»(ΝΣ, 36).

«3-4 Ρωμαιοκαθολικές μοναχές-νοσοκόμες, κουβαλώντας κουβάδες μέ κάποιο ὑγρό, ἄλειφαν τά στόματα τῶν παιδιῶν, λέγοντάς τους πώς εἶναι ὑγρό κατά τῆς δίψας. Μετά ἀπό δύο ὧρες, ὅμως, τά παιδιά σφάδαζαν ἀπ᾽ τούς πόνους, βγάζοντας διαπεραστικές κραυγές καί καλοῦσαν τ᾽ ἀγαπημένα τους πρόσωπα. Τά σωματάκια τους λύγιζαν καί ἔπεφταν λιπόθυμα τό ἕνα πάνω στό ἄλλο... μπερδεύονταν τά χέρια, τά πόδια, τά κεφάλια τους... Ἄρχισαν νά πεθαίνουν μέσα σέ φρικτούς πόνους καί κραυγές τρόμου... Κράτησε πολλές μέρες αὐτό... Δέν θά ξεχάσω ποτέ τόν πνιγμό τῶν παιδιῶν στό θάλαμο ἀερίων... Γυμνά παιδιά, στοιβαγμένα σέ σωρό πού αὐξανόταν σταδιακά, ὥσπου νά φτάσουν τά 500... Πρίν ἀφεθῆ τό ἀέριο, ἡ περίπολος τῶν Ustaše μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἐγκληματία, λοχαγό Barbarić, στάθηκε γιά ἐπιθεώρησι στό κατώφλι τοῦ θαλάμου. Ἕνα νήπιο ἦταν ξαπλωμένο ὁλόγυμνο ἐκεῖ... Ὁ Barbarić πάτησε τό ἕνα πόδι τοῦ νηπίου, τεμάχισε τό ἄλλο πόδι καί ἔρριξε τό νήπιο στό σωρό βρίζοντας τή μάνα τῶν Σέρβων. Ἔπειτα, ἔδωσε διαταγή νά διοχετευθῆ τό ἀέριο!»(ΝΣ, 52).

«Τά παιδιά στό Jasenovac τῆς Σερβίας: Ἐδῶ οἱ Ustaše Κροάτες ἐξόντωσαν μέ ἰδιαίτερο σαδισμό τά παιδιά. Ὁ αὐτόπτης μάρτυρας Ljube Vranić, περιγράφει μιά σκηνή παρόμοια μέ αὐτή τοῦ Dostoevsky στό βιβλίο του Ἀδελφοί Karamazov.

"Μιά γυναῖκα κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά της ἕνα βρέφος, ὅταν ἐμφανίστηκαν ὁ Ljubo Miloš καί ὁ Ante Vrban... ὁ πρῶτος ζήτησε ἀπ᾽ τή μητέρα νά κρατήση τό βρέφος· στράφηκε ἔπειτα στόν Ante Vrban, ὁ ὁποῖος ἔβγαλε τό στιλέτο του... τότε ὁ Miloš πέταξε τό βρέφος ψηλά κι αὐτό καρφώθηκε πέφτοντας πάνω στό στιλέτο... Ἡ μητέρα ἄρχισε νά ξεφωνίζει τρέχοντας στό παιδί της. Ὁ Ljubo Miloš μπῆκε ἐμπρός της, τήν ἅρπαξε ἀπό τά μαλλιά καί τήν ἔσφαξε"»(ΝΣ, 53).

«Στά χωριά τῆς Slavonia, Boslavina καί Bilogor, ἐξοντώθηκαν 870 παιδιά. Στό χωριό Osečak, 331 Σέρβοι σφάχτηκαν μέ τόν ἱερέα τους, τόν ὁποῖο πρῶτα βασάνισαν· ἔκοψαν ἀπ᾽ τό γυιό του κομμάτια μπροστά του καί τόν ὑποχρέωσαν νά τοῦ διαβάση τήν εὐχή στούς ψυχορραγοῦντες. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ γυιός του πέθανε, τοῦ ξερρίζωσαν τά μαλλιά καί τή γενειάδα, τόν ἔγδαραν καί τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια πρίν τόν ἀποτελειώσουν. Ἄλλος τόπος μαζικῆς ἐξοντώσεως ἦταν τά νοσοκομεῖα»(ΝΣ, 54).

«"Ἡ σφαγή στήν ἐκκλησία τοῦ Σερβικοῦ χωριοῦ Draksenić.

Τά περιστατικά εἶναι πολλά καί τά θύματα μονίμως τά ἴδια. Ὁ φυγάς Krnjajić Rastko κατέθεσε στήν Ἀστυνομία Προσφύγων στό Βελιγράδι: "... Μιά ὁμάδα Ustaše, πέρασε ξαφνικά τόν ποταμό Sava, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1942 καί ὅρμησε στό χωριό Draksenić. Μετά τήν πλήρη καταστροφή τοῦ χωριοῦ, ὁδήγησαν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία 70 γυναικόπαιδα, ὅπου τά σκότωσαν". Μιά πληγωμένη γυναίκα πού σώθηκε ἀνάμεσα στό σωρό τῶν πτωμάτων, θυμᾶται: "... Μᾶς μάζεψαν στήν ἐκκλησία γιά νά μᾶς μιλῆσει ὁ διοικητής Luburić. Μόλις μπῆκαν στό ναό οἱ Ustaše, μέ τό Luburić ἐπί κεφαλῆς, ἄρχισαν νά μᾶς σφάζουν μέ μαχαίρια καί τσεκούρια. Μετά οἱ Ustaše βίασαν τίς κοπέλες καί ἐνῶ αὐτές εἶχαν σχεδόν τρελλαθῆ, τίς κατακρεούργησαν μέσα στό Ἱερό"!»(ΝΣ, 57).

«... Ἀμέσως μετά τή σύστασι τοῦ Ἀνεξάρτητου Κροατικοῦ Κράτους ἔκαναν τήν ἐμφάνισί τους στό Livno οἱ Ustaše, ὅπου μέ δόλο μάζεψαν τά ὅπλα ἀπό τούς Σέρβους καί ἄρχισαν τή σφαγή... Πνευματικός καθοδηγητής τους ἦταν ὁ Φραγκισκανός ἱερέας τοῦ μοναστηριοῦ Gorica τῆς ἐπαρχίας τοῦ Livno, Srećko Perić, ὁ ὁποῖος καί πρωτοστατοῦσε στίς σφαγές. Μιά ἑβδομάδα πρίν ἀπό τή σφαγή, εἶπε στούς Κροάτες: "Σφάξτε ὅλους τούς Σέρβους καί πρῶτα-πρῶτα τήν ἀδελφή μου, πού ἔχει παντρευτῆ Σέρβο. Μετά ἐλᾶτε στήν ἐκκλησία, νά σᾶς ἐξομολογήσω, νά σᾶς κοινωνήσω καί ὅλα τά ἁμαρτήματά σας θά συγχωρεθοῦν"»(ΝΣ, 73).

«Στό Κροατικό χωριό Prolog βρισκόταν μόνο μιά Σερβική οἰκογένεια, μέ τό ὄνομα Arnaut. Οἱ Ustaše μπῆκαν μιά νύχτα στήν κατοικία αὐτῆς τῆς Σερβικῆς οἰκογένειας καί ἀφοῦ συνέλαβαν ὅλα τά μέλη της, τά ὁδήγησαν σ' ἕνα χωράφι ὅπου τούς ἐκτέλεσαν. Τήν ἄλλη μέρα ἦλθαν οἱ ἴδιοι Ustaše, γιά νά θάψουν τά πτώματα τῆς οἰκογένειας πού ἐκτέλεσαν. Τότε ἀνακάλυψαν ζωντανό ἕνα κοριτσάκι 10 χρόνων, πού λεγόταν Mara Arnaut. Αὐτό καθόταν ἀνάμεσα στά πτώματα ἀκουμπισμένο στή νεκρή μητέρα του. Ὅταν ἀντίκρισε τούς Ustaše, τούς ἱκέτεψε νά μήν τήν σκοτώσουν λέγοντας: "Θεῖε, εἶμαι ζωντανή, μή μέ σκοτώσετε"... Ὅμως οἱ Ustaše ἐκτέλεσαν κι αὐτό τό κοριτσάκι καί τό ἔθαψαν μαζί μέ τά ὑπόλοιπα πτώματα τῆς οἰκογένειας Arnaut (=7 ἄτομα)»(ΝΣ, 76).

«"Τό Βάπτισμα τῶν παιδιῶν": Ἀπό τίς ἀναμνήσεις ἑνός αἰχμαλώτου, στό στρατόπεδο Jasenovac.

"...Μέ φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο καί κοστούμι κυνηγετικό, ὁ Ρωμαιοκαθολικός ἱερέας Mastorović παρατηροῦσε μέ εὐχαρίστησι τά θύματά του. Πλησίασε τά παιδιά, χαϊδεύοντάς τα στό κεφάλι. Στή συντροφιά προστέθηκε καί ὁ Ljubo Miloš καί ὁ Ivica Matković. Ὁ ἱερέας Ustaše Mastorović, εἶπε στίς μητέρες τῶν παιδιῶν ὅτι ἔφτασε ἐκείνη ἡ στιγμή πού θά βαπτιστοῦν τά παιδιά τους. Ἅρπαξαν βίαια τά παιδιά ἀπ᾽ τίς μητέρες, ἐνῶ τό ἀθῶο χεράκι τοῦ παιδιοῦ, πού κρατοῦσε ὁ Mastorović, χάιδευε τό πρόσωπο τοῦ μελλοντικοῦ φονιᾶ του. Οἱ μητέρες τρελλές ἀπ᾽ τήν ἀγωνία, παρακολουθοῦσαν τή σκηνή καί πρόσφεραν τή ζωή τους, ζητώντας ἔλεος γιά τά μικρά παιδάκια. Δυό παιδιά ἔπεσαν ἀμέσως στό χῶμα, ἐνῶ τό τρίτο τό πέταξε σάν μπάλα ὁ ἱερέας Mastorović, κρατώντας στό χέρι τό στιλέτο στραμμένο πρός τά πάνω. Τρεῖς φορές ἀστόχησε, ἀλλά τήν τέταρτη, τό παιδί βρέθηκε καρφωμένο, μέ ἔκδηλη τήν ἱκανοποίηση τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ ἱερέα Mastorović, πού ἀποτυπωνόταν στά μάτια καί στό χαμόγελό του. Οἱ μητέρες ἔπεσαν στά γόνατα θρηνώντας...".

Egon Berger ("44 μῆνες στό Jasenovac", Zagreb, 1966, σελ. 57-58)»(ΝΣ, 84).

«Ἀποσπάσματα ἀπ᾽ τό Μαρτυρολόγιο τοῦ Jasenovac 

"Κάνε παιδί μου τή δουλειά σου"

Ἰανουάριος 1943. Ὁ τότε διοικητής τοῦ στρατοπέδου τοῦ Jasenovac, Ivica Matković, διέταξε νά σχηματιστῆ "ἰατρική ἐπιτροπή", ἡ ὁποία συστηματικά θά ἐξέταζε ἕνα ὁρισμένο ἀριθμό ἐκτελεστῶν Ustaše, διότι ἤθελε νά ἔχει ἁρμόδια γνώμη γιά τήν κατάστασι τῆς ὑγείας τους. Πρόεδρος αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ ὀνομαστός Ustaše, ὑπολοχαγός Pripić καί σάν γιατροί ὁ Dr. N. Nikolić κἰ ἐγώ.

Πρίν ἀπ᾽ τό βράδυ, τήν παραμονή τῆς ἡμέρας πού ἡ ἐπιτροπή ἔπρεπε ν᾽ ἀρχίση νά ἐργάζεται, ξαφνικά, μέ κάλεσαν στήν κατοικία τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπου, στό δωμάτιό του μέ περίμενε ὁ Žile Friganović, ἕνας ἀπ᾽ τούς πιό αἱμοχαρεῖς ἐκτελεστές στό Jasenovac.

"Ὅταν μπῆκα στό δωμάτιο, ὁ Žile καθόταν σέ μιά πολυθρόνα, μέ ἀνακατωμένα τά μαλλιά, μέ κατακόκκινα μάτια καί μέ ἔκφρασι ἑνός μεθυσμένου. Στό δωμάτιο ἦταν αἰσθητή ἔντονη ἡ μυρωδιά ἀπό ρακί. Καί πραγματικά στό τραπέζι ὑπῆρχε ἕνα μισο-ἄδειο μπουκάλι καί μερικά ποτηράκια χωρίς τάξι.

—Ἄ, ἦρθες, γιατρέ. Κάθισε ἐκεῖ στήν καρέκλα κι ἄν θέλης νά σερβιριστῆς ρακί, μοῦ εἶπε καί στράφηκε στόν Ustaše πού μέ εἶχε συνοδεύσει: Κἰ ἐσύ, εἶσαι ἐλεύθερος νά πᾶς στή δουλειά σου.

Μείναμε στό δωμάτιο μόνοι. Ὁ Žile, ἀπ᾽ τήν ἀρχή μέ μετροῦσε μέ τό μισόκλειστο, ἐπίμονο ἀλλά καί ἀβέβαιο βλέμμα του. Μετά ξαφνικά πήδηξε ἀπ᾽ τήν πολυθρόνα, ἀκούμπησε τά χέρια του στό τραπέζι καί μοῦ ἔρριξε ἕνα ἄγριο βλέμμα.

—Ξέρεις, γιατρέ, ὅτι μπορῶ νά σέ σφάξω σάν ἀρνί ἐδῶ καί τώρα καί νά μή δώσω λόγο σέ κανένα γἰ αὐτό;

Δέν μοῦ ἀπόμενε τίποτε ἄλλο παρά νά κατεβάσω τούς ὤμους καί κουβαριασμένος νά πῶ:

—Ξέρω.

Κοίταζε ἐπίμονα πρός ἐμένα.

—Ξέρεις, γιατρέ, γιατί σέ κάλεσα σήμερα ἐδῶ; Εἶναι εὐνόητο πώς δέ γνωρίζεις. Ἀλλά μή φοβᾶσαι, δέν θά σέ σκοτώσω. Σήμερα ἔχω ἄλλη δουλειά μαζί σου. Ἐσύ ὀφείλεις νά μοῦ ὑποσχεθῆς ὅτι θά μέ βοηθήσεις.

Δέν μποροῦσα καθόλου νά βρῶ τί σκοπό εἶχε γιά μένα αὐτός ὁ ἐκτελεστής, ἀμήχανα ἀπάντησα:

—Θά κάνω ὅ,τι μπορῶ.

—Λοιπόν, γιατρέ, εἴμαστε τώρα ἐμεῖς οἱ δυό μόνοι. Καί ἄν κάποιος μάθη κάτι ἀπ᾽ αὐτό πού θά συζητήσουμε, ἐσύ ξέρεις τί σέ περιμένει... Ἐγώ δέν μπορῶ περισσότερο νά ὑποφέρω αὐτό τό μαρτύριο. Δέν μέ βοηθοῦν πιά οὔτε οἱ σφαγές, οὔτε οἱ βασανισμοί, οὔτε τό αἷμα, οὔτε οἱ κραυγές, οὔτε οἱ γυναῖκες, οὔτε τό ρακί. Ἔχω μιά ἔμμονη ἰδέα καί μέ τίποτε δέν μπορῶ νά ἀπαλλαγῶ ἀπ᾽ αὐτήν. Μάλιστα, αὐτός ὁ γέρος μοῦ στριφογυρίζει στό κεφάλι καί δέν μπορῶ ὁλότερα νά βρῶ εἰρήνη.

Σταμάτησε σάν νά δίσταζε. Καί μετά συνέχισε ἀκόμα πιό ταραγμένα.

—Ἐσύ γνωρίζεις πολύ καλά, ποιός εἶμαι ἐγώ. Εἶσαι παλαιός αἰχμάλωτος καί γι᾽ αὐτό θά παίξω μέ ἀνοιχτά χαρτιά. Νά, ἐγώ, ὁ Žile, ὁ πιό αἱμοχαρής Ustaše στό Jasenovac, πού ἔσφαξε χιλιάδες αἰχμαλώτους, νά αὐτός ὁ Žile ἔγινε κουρέλι ἐξαἰτίας κάποιου γέρου, τοῦ βρωμεροῦ χωριάτη Vukašin ἀπό τό Klepci.

Σταμάτησε ξανά, ἤπιε ἕνα ποτήρι ρακί καί συνέχισε:

—Ἐσύ θά θυμᾶσαι, ὅτι τόν Αὔγουστο τοῦ 1942 εἶχε γίνει μιά μεγάλη παράταξι, ὅταν ὁ Jere Maričić ἔστειλε στήν Gradina 3.000 ἄτομα γιά σφάξιμο. Τότε, ὁ Pero Brzica, ὁ Zrinusić, ὁ Šipka κἰ ἐγώ, εἴχαμε βάλει στοίχημα, ποιός θά σφάξη περισσότερους αἰχμαλώτους αὐτό τό βράδυ. Ἄρχισε ἡ σφαγή καί μετά μία ὥρα, εἶχα ἤδη προχωρήσει πολύ πιό μπροστά ἀπό τούς ἄλλους σέ σχέσι μέ τόν ἀριθμό τῶν σφαγμένων. Αὐτό τό βράδυ μέ εἶχε καταλάβει ἕνα ἀσυνήθιστο πάθιασμα.

Καί τότε, ἐνῶ βρισκόμουν στή μεγαλύτερη παραφορά ἔρριξα, τυχαῖα, μιά ματιά στό πλάι καί εἶδα ἕνα γεροντότερο χωρικό, ὁ ὁποῖος μέ κάποια ἀνεξήγητη ἠρεμία στεκόταν καί ἔβλεπε ἥσυχα πῶς ἔσφαζα. Αὐτή του ἡ ματιά μέ ἔκοψε στά δύο. Γιά κάποια ὥρα δέν μποροῦσα νά κουνηθῶ... Πλησίασα αὐτόν τόν χωρικό, ἀπ᾽ τόν ὁποῖο ἔμαθα, ὅτι εἶναι κάποιος Vukašin ἀπό τό χωριό Klepci κοντά στό Čapljina. Στό σπίτι του ὅλοι εἶχαν σκοτωθῆ κἰ αὐτόν τόν πῆραν ἀπό κάποια δουλειά καί τόν ἔστειλαν στό Jasenovac. Ὅλα αὐτά μοῦ τά εἶπε τόσο ἥσυχα, πού μέ σημάδεψε βαθειά. Βλέποντας κἰ ἀκούγοντας αὐτόν τό γέροντα, ξαφνικά ἀναστατώθηκα ἀπ᾽ τήν ἐπιθυμία νά τοῦ τσακίσω αὐτή τήν ἠρεμία μέ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια. Τόν πῆρα καί τόν κάθισα σ᾽ ἕνα σπαμένο πολυβόλο πού ἦταν ἐκεῖ. Τόν διέταξα νά κραυγάση "Ζήτω ὁ ἀρχηγός Pavelić", καί πώς ἄν δέν τό πῆ, θά τοῦ κόψω τό αὐτί. Ὁ Vukašin σιωποῦσε. Τοῦ ἔκοψα τό αὐτί. Αὐτός δέν εἶπε λέξι. Τοῦ ξαναεῖπα νά κραυγάση "Ζήτω ὁ Pavelić", ἀλλιῶς θά τοῦ κόψω καί τό δεύτερο αὐτί. Αὐτός συνέχιζε νά σιωπᾶ. Τοῦ ἔκοψα καί τό δεύτερο αὐτί. Τοῦ λέω, φώναξε "Ζήτω ὁ Pavelić", ἀλλιῶς θά σοῦ κόψω τή μύτη! Αὐτός σιωποῦσε. Τότε τοῦ ἔκοψα τή μύτη. Κἰ ὅταν γιά τέταρτη φορά τόν διέταξα νά φωνάξη "Ζήτω ὁ Pavelić" καί τόν ἀπείλησα ὅτι θά τοῦ ξερριζώσω τήν καρδιά, αὐτός μέ κοίταξε καί ρίχνοντας τό βλέμμα του κάπου πέρα καί πάνω ἀπό μένα, στό ἄπειρο, ἀργά καί καθαρά μοῦ εἶπε: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου".

Μετά ἀπ᾽ ὅλα, αὐτή ἡ τελευταία φράσι μέ τρέλλανε ἐντελῶς. Πήδησα ἐπάνω του, τοῦ ἔβγαλα τά μάτια, τοῦ ξερρίζωσα τήν καρδιά, τοῦ ἔκοψα τό λαιμό καί ἀπ᾽ τά πόδια τόν ἔσπρωξα στό λάκκο. Ἀλλά τότε κάτι ἔσπασε μέσα μου· ἐκεῖνο τό βράδυ δέν μπόρεσα πιά νά σκοτώσω κανέναν. Ἀπό τότε δέ βρῆκα πιά ἡσυχία. Ὁποτεδήποτε ἐπιχειρήσω νά κάνω τήν παλαιά μου δουλειά, πάντοτε προβάλλει μπρός μου ἡ ὄψι τοῦ Vukašin. Καί τότε, σπάω, διαλύομαι, πέφτει ἡ δύναμί μου καί δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε. Ἄρχισα νά πίνω ὅλο καί περισσότερο, ἀλλά αὐτό μέ βοηθάει μόνο γιά μιά στιγμή. Καί συχνά, πίνοντας, ἰδιαίτερα πρός τό βράδυ, ξαφνικά μέ τραβᾶ ἡ φωνή: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου". Καί τότε, σάν τρελλός, ἀναγκάζομαι νά τριγυρίζω παντοῦ, νά βουλώνω τά αὐτιά, νά χτυπῶ τό κεφάλι μου, νά φωνάζω, νά τά σπάω ὅλα γύρω μου σάν ἀλλοπαρμένος. Τό βράδυ δέν ἔχω πουθενά ἡσυχία, κάθε ὥρα τινάζομαι ἀπό τόν ὕπνο καί τότε ξαφνικά στό σκοτάδι βλέπω τήν ἐφιαλτική μορφή τοῦ Vukašin καί ἀκούω αὐτό: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου". Καί, νά τώρα ἔχω γίνει σάν πτῶμα καί μέ τίποτε δέν μπορῶ πιά νά βοηθήσω τόν ἑαυτό μου.

Μετά ἀπό αὐτή τήν τραγική ἐξομολόγησι, ὁ Žile ξαφνικά σώπασε. Παρασύρθηκε ἄγρια κάπου μακρυά, ὅλος μουδιασμένος καί ἔτσι γιά λίγο ἔμεινε σάν κάποια ἀπολιθωμένη φιγούρα. Τότε ἄρχισαν νά συσπῶνται οἱ μῦς τοῦ προσώπου του. Τά μάτια του ἄστραψαν, ἔδεσε σφιχτά τίς παλάμες. Ἄρχισε νά λαχανιάζη κἰ ἀβοήθητος νά στριφογυρίζη ἐπί τόπου. Μέ μιᾶς, ξέσπασε σέ κάποια ἀλλόκοτα ἀναφιλητά. Ξαφνικά σέ μιά στιγμή, σηκώθηκε βίαια ἀπ᾽ τήν πολυθρόνα, γονάτισε μπροστά μου, πῆρε μέ φόρα τό χέρι μου καί ἄρχισε νά τό φιλᾶ. Φοβερά ταραγμένος ἀπό αὐτή τήν ἀπροσδόκητη τροπή, μόλις μετά τήν πρώτη κατάπληξι, μέσα ἀπ᾽ τούς θρήνους του μπόρεσα νά διακρίνουν ὅτι μιλοῦσε.

—Γιατρέ, σάν Θεό σέ παρακαλῶ, βοήθησέ με. Ξέρω πώς εἶμαι ἕνας ἄθλιος ἄνθρωπος καί δέν μπορῶ μόνος μου νά σταματήσω τό βάσανό μου μέ μιά σφαίρα. Δέ μέ βοηθᾶ πιά οὔτε ἡ ἐξομολόγησι, οὔτε ἡ προσευχή τοῦ ἱερέα τοῦ στρατοπέδου, Brekalo. Δέ μέ βοηθᾶ οὔτε ἡ ἀκόλαστη ζωή, οὔτε τό πιοτό. Καί αὔριο εἶμαι ὁρισμένος γιά ἰατρική ἐξέτασι στήν "ἐπιτροπή". Ἐσύ ἐκεῖ θά εἶσαι γιατρός καί θά κάνης εἰδική γνωμάτευσι. Γιατρέ, σέ ἱκετεύω, στείλε με κάπου γιά ἀνάπαυσι, σέ κάποια μπάνια κἰ ἐκεῖ θά προσπαθήσω νά ἠρεμήσω. Σέ παρακαλῶ, γιατρέ, θέλεις νά μου τό κάνης; Ὑποσχέσου μου! Αὐτό μοῦ εἶναι ἡ μοναδική σωτηρία. Ἔλεος, κάνε μου ἔλεος!

Ἔμεινα βουβός. Ἡ συσσώρευσι τόσων ἐντυπώσεων καί πιέσεων ἀπό μιά φοβερή μανιακή κρίσι τήν ὁποία παρακολούθησα, μαζί μέ τή ριζωμένη μέσα μου στάσι τοῦ αἰχμαλώτου μπροστά στόν ἐκτελεστή του, καθώς καί ἡ ἀπαίσια ἐξομολόγησι αὐτοῦ τοῦ πιό ἀπάνθρωπου φονιᾶ—ὅλα αὐτά—μέ ἀναστάτωσαν μέχρι τά κατάβαθά μου, ὥστε μοῦ διαταράχτηκε ἡ λογική ροή τῆς σκέψεως κἰ ἄρχισε καί μένα νά μου γυρίζη τό κεφάλι. Ἀλλά ὅταν ἔπιασε ὁ Žile νά μοῦ φιλᾶ τό χέρι, μέ μιᾶς ἔνοιωσα σάν νά μέ ἄγγιξε ἕνα γλοιῶδες τέρας. Αὐτόματα τράβηξα τό χέρι μου. Πήδησα ἀπό τήν καρέκλα, καί μετά τά τελευταῖα λόγια του, τελείως χαμένος, ψέλλισα μέ κάποια ἀργή, ξένη φωνή:

—Καλά, θά προτείνω νά σέ στείλουν στό Lipik.

Μετά ἀπ᾽ αὐτό τό ὑστερικό κλάμα ὁ Žile εἰρήνευσε, σηκώθηκε, ἔκανε μερικές βόλτες στό δωμάτιο καί τότε στάθηκε μπροστά μου καί μοῦ πέταξε διαπεραστικά:

—Τώρα τά γνωρίζεις ὅλα, μπορεῖς νά πᾶς!

Ὅταν βγῆκα ἔξω, αἰσθανόμουν σάν νά ξύπνησα ἀπό ἕνα τρομερό ἐφιάλτη καί προσπάθησα νά δροσιστῶ ἀναπνέοντας βαθειά τήν ἀνανεωτική παγωνιά τῆς χειμωνιάτικης νύχτας.

Αὐτό τό βράδυ, πού δέν μπόρεσα νά κοιμηθῶ, μπροστά στά μάτια μου, ἀδιάκοπα περνοῦσε ἡ φωτεινή μορφή τοῦ Vukašin ἀπ᾽ τό Klepci καί τό κουβάρι τῆς δυστυχίας καί ἀθλιότητας πού ὀνομαζόταν Žile.

Nedo Zec»(ΝΣ, 91).

«Ὁ Baranac R. στίς 27/12/1991 πού γιόρταζε τό "Slava" του δηλ. τόν Ἅγ. Στέφανο, κάλεσε τό μουσουλμάνο φίλο του Hasan S. στό σπίτι του. Ἀφοῦ φάγανε μαζί, ὁ Hasan ἔβγαλε τό πιστόλι του καί τόν πυροβόλησε. Κι αὐτό τό ἔκανε κατόπιν διαταγῆς πού εἶχε πάρει ἀπ᾽ τό SDA (κόμμα τοῦ Izetbegović). Ἡ ἡγεσία τοῦ κόμματος εἶχε προγραμματίσει νά ἐμποδίζη τούς Σέρβους νά γιορτάζουν τό "Slava" τους, σκορπίζοντας τό φόβο ἀνάμεσά τους κι ἔτσι νά τούς ἀναγκάσουν νά φύγουν γιά τή Σερβία»(ΝΣ, 118).

«Τό πρῶτο θύμα τοῦ νέου μουσουλμανικοῦ φανατισμοῦ, ἦταν ὁ Nikola Gardović, τήν 1η Μαρτίου 1992, πού ἦταν νεωκόρος στήν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως στό Sarajevo. Ἐμπρός στήν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς τοῦ 11ου αἰώνα, ἕνας μουσουλμάνος κάτοικος τοῦ Sarajevo πυροβόλησε μέ δόλο καί χωρίς αἰτία τόν ἄτυχο Nikola, ἐνῶ εἶχε τελειώσει ὁ γάμος τοῦ γυιοῦ του, πού μετά ἔγινε ἱερέας. Τό φοβερό αὐτό ἔγκλημα ἦταν μιά σοβαρή προειδοποίησι τῶν μουσουλμάνων πρός τούς Σέρβους, ὅτι δέν εἶχαν πλέον θέσι στό Sarajevo»(ΝΣ, 121).

«Ἡ πυρπόληση τῆς Μονῆς τοῦ Žitomislić.

Τό Žitomislić ἦταν ἕνα μοναδικῆς πολιτισμικῆς καί θρησκευτικῆς ἀξίας μοναστήρι τῆς Herzegovina. Εἶχε χτιστῆ τόν 15ο αἰώνα. Ὅπως ἀναφέρει ὁ μάρτυς, ἡ πυρπόλησι ἔγινε στά τέλη Ἰουνίου 1992. "... Τότε ἤμουν στό καφενεῖο, ὅταν μπῆκαν μέσα 4 σύντροφοί μου μουσουλμάνοι καί ἄρχισαν νά γελᾶνε δυνατά καί μέσα ἀπό τίς κραυγές τους καί τόν ἐνθουσιασμό τους, φώναζαν πώς ἔπεσε τό μοναστήρι τοῦ Žitomislić..."»(ΝΣ, 145).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου